The Fashion Bible Connections | Δάφνη Βαλέντε: Η δύναμη του πλισέ
Η διευθύντρια του thefashionbible.gr Σάντυ Τσαντάκη συναντά τη Δάφνη Βαλέντε, μια γυναίκα που μετράει 40 χρόνια στην ελληνική μόδα.
Μια ειλικρινής και αυθόρμητη συνέντευξη για το στιλ που ταξιδεύει, την τέχνη, και την προσωπική διαδρομή μιας σχεδιάστριας που δεν συμβιβάζεται. Η Σάντυ Τσαντάκη συναντά τη Δάφνη Βαλέντε, μια γυναίκα που μετράει 40 χρόνια στην ελληνική μόδα και κατάφερε να δημιουργήσει ρούχα που «αγκαλιάζουν κάθε σώμα» και «δίνουν την αίσθηση της ελευθερίας». Μιλάει για την οικογενειακή της κληρονομιά γεμάτη δυναμικές γυναίκες, την έμπνευση της από τον Mariano Fortuny και το πλισέ που «δεν χρειάζεται σιδέρωμα και δεν σε πιέζει». Αποκαλύπτει πώς η Kate Hudson φόρεσε ένα φόρεμα της στις Σπέτσες, πώς η ελληνική αγορά άργησε να την καταλάβει και πώς η μόδα της «δεν έχει ηλικία».
Δείτε ακόμα: Λάκης Γαβαλάς: “Eγώ θεωρούμαι πάντα εργάτης και αυτό θα είμαι”
Δάφνη μου, ποιο θα ήταν το πρώτο κεφάλαιο στη δική σου Βίβλο της Μόδας;
Το βιβλίο με τα ατελείωτα κεφάλαια. Τόσα χρόνια… Φέτος συμπλήρωσα σαράντα χρόνια στον χώρο της ελληνικής μόδας. Τώρα το πρώτο να λέγαμε ότι ήταν η οικογένειά μου, γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι με μόνο γυναίκες, με πολύ δυνατές, δυναμικές γυναίκες. Η γιαγιά μου ήταν σουφραζέτα, ήταν πάρα πολύ ανεξάρτητη και έλεγε “γιατί εγώ να παντρευτώ αφού ο κόσμος μάχεται για την ελευθερία του και εγώ θα τη χάσω;” Και ήταν πάρα πολύ κομψή. Έχω ακόμα ρούχα της από τη δεκαετία του 1920, που ήταν η πιο τρελή δεκαετία στη μεσοπολεμική εποχή.
Η μαμά μου η οποία σιδέρωνε τα φουρό της και δεν καθόταν για να μην τα τσαλακώσει και πήγαινε παντού έτσι πολύ με το New Look του Dior μετά τον πόλεμο…
Δείτε ακόμα: The Fashion Bible Connections | Δημήτρης Ντάσιος: «Παραμένω δημιουργικά λαμπερός με λιγότερο φόβο»
Η θεία μου, η Μαίρη Παπαμιχαήλ, οποία είχε το πρώτο, ένα από τα πρώτα ατελιέ ρούχων στην Αθήνα, που ράβονταν όλη η αθηναϊκή ελίτ, φέρνοντας τα patron του Guy Laroche και του Givenchy, που ήταν τότε νέοι σχεδιαστές στο Παρίσι και έραβαν τα ρούχα στο σώμα της κάθε κυρίας. Οπότε έχω ζήσει μέσα σε όλο αυτό το glamour της μόδας από τα πολύ παιδικά μου χρόνια.
Δάφνη μου όμως εσύ βρήκες έναν τρόπο να μην υπάρχει αυτή αγωνία, αν θα τσαλακωθούν τα ρούχα μας όταν καθόμαστε…
Η ιδέα των πλισέ ξεκίνησε όταν ήμουν στην πρώτη χρονιά των σπουδών μου στο Saint Martin’s School of Art μας πήγανε μια εκδρομή στο Brighton να δούμε την έκθεση ενός σχεδιαστή που μέχρι τότε δεν είχα ξανακούσει ποτέ το όνομά του, Μariano Fortuny, ο οποίος ήταν ένας Ισπανός σχεδιαστής που έζησε και δούλεψε στη Βενετία και στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι γυναίκες φορούσαν κρινολίνα και κορσέδες και “έτρωγαν την καταπίεση της αρκούδας”, τους πρότεινε έναν αρχαιοπρεπή χιτώνα που τις απελευθέρωσε.
Έντυνε την Ιsadora Duncan, την Vanderbilt, όλες τις δυνατές γυναίκες της εποχής. Και μπήκα μέσα στο μουσείο και ανοίχτηκε ένας μαγικός κόσμος μπροστά μου. Είδα αυτά τα υφάσματα, τα χρώματα, τα πλισέ που ήταν Ελλάδα, που ήταν άγαλμα αρχαιοελληνικό. Και είπα, “εδώ είμαι. Έκλεισα”. Είμαι πάρα πολύ τυχερή που πολύ νωρίς βρήκα το στίγμα μου. Βρήκα το στιλ που σιγά σιγά άρχισα να αναπτύσσω από την ώρα που άρχισα να δουλεύω. Έκανα πρώτα μία φούστα, ένα φόρεμα και μετά εξελίχθηκε ιστορία σε πλήρεις συλλογές. Τα κάνω από το 1985.
Σαράντα χρόνια μετά, λοιπόν, βλέπω ότι εξελίσσεται όλη η ιστορία που αφηγείσαι. Αλλά μιλάμε για μία πολύ δημοκρατική μόδα. Δηλαδή το ρούχο που φοράω εγώ σήμερα λειτουργεί λίγο και σαν μια αγκαλιά και σαν προστασία και σαν πανοπλία και είναι πολύ ωραίο και ανακουφιστικό να ξέρεις ότι φοράς ένα ρούχο που δεν σε εκθέτει, με την αγωνία να είμαστε όλες λεπτές, αδύνατες. Πώς έχεις σκηνοθετήσει αυτές τις συλλογές;
Αυτό το βρήκα στην πορεία. Δηλαδή, όταν ξεκίνησα μου έλεγαν όλοι “μα τα ρούχα δεν μπορεί να τα φορέσει κανένας, είναι για μοντέλα”. Ένιωσα ότι κάτι δεν κάνω σωστά και το πλισέ έχει αυτή την ικανότητα ότι ανοιγοκλείνει, αγκαλιάζει. Έχω βρει ένα πλισέ που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, γιατί πλισέ μπορεί να είναι και ένα πιατάκι μισό χιλιοστό. Οπότε είναι για πάρα πολλά σώματα. Έτσι κι αλλιώς κάνω προσπάθεια και πάντα στη συλλογή μου έχω ρούχα που μπορεί να είναι για πολύ μεγάλα μεγέθη. Που νομίζω ότι μια γυναίκα που θα μπει σε ένα μαγαζί και θα πει “έχετε κάτι για μένα;” Και της λένε “δυστυχώς”… Άμα μπορέσεις και την ντύσεις είναι την έχεις πελάτισσα για όλη σου τη ζωή.
Λοιπόν, ναι, σίγουρα λειτουργούν δημοκρατικά. Λειτουργούν χωρίς ηλικία. Δηλαδή μπορώ να ντύσω τη γιαγιά, τη μαμά και την εγγονή και να είναι όλες “Ουάου”! Είναι ένα ρούχο που θα το έχεις στην ντουλάπα σου για όλη σου τη ζωή, γιατί ποτέ δεν χάνει την αξία του. Είναι μια σταθερή αξία. “Ταξιδεύουν” πάρα πολύ καλά. Το βάζεις στη βαλίτσα, φτάνεις, το βγάζεις, το φοράς και δεν χρειάζεσαι ούτε σιδερώματα, ούτε τίποτα. Και σου δίνουν και την αίσθηση της ελευθερίας, γιατί νιώθεις σαν να μη φοράς τίποτα. Δεν υπάρχουν κουμπιά, φερμουάρ, μπανέλες, δεν υπάρχει τίποτα να καταπιέζει το σώμα. Και εγώ πιστεύω πάρα πολύ στην ελευθερία και στην κίνηση.
Πώς έχει αγκαλιάσει η ελληνική αγορά τη δουλειά σου και πόσο διαφορετική είναι η απήχηση στο εξωτερικό; Υπάρχει διαφορετική ματιά;
Μου πήρε πάρα πολλά χρόνια να καταλάβει η ελληνική αγορά αυτό που ήθελα να τους δώσω. Γιατί είμαι κι εγώ λίγο αναρχική, με την έννοια ότι δε συμβιβάστηκα ποτέ να κάνω αυτό που περίμενε να πάρει από μένα η ελληνική αγορά. Αλλά, προσπάθησα σιγά – σιγά να τους δώσω να καταλάβουν την αξία αυτού που κάνω. Όταν ξεκίνησα το 1985 ήταν το φουλ της ξενομανίας. Έχω ακούσει από πελάτισσα, τραγουδίστρια, διάσημη της εποχής να λέει στον συνοδό της ότι “τώρα αυτό αν είχε ετικέτα Gaultier θα το έπαιρνα, δε θα το έπαιρνα;” Που δείχνει ότι ό,τι ερχόταν από έξω ήταν δεκτό και σεβαστό και μια χαρά και ό,τι ξεκινούσε από την Ελλάδα ήτανε,”Τώρα μην κάνω καμία πατάτα και…”
Νομίζω ότι με βοήθησε εμένα πολύ, είναι και αστείο που θα το πω, η εποχή του COVID, γιατί όταν οι γυναίκες χαλάρωσαν, φορούσαν φόρμες και ήταν μέσα στο σπίτι, εκτίμησαν περισσότερο την άνεση που τους δίνει το δικό μου ρούχο. Από κει και πέρα άρχισε μία άνοδος… Βεβαίως με βοήθησε το γεγονός ότι στην Ελλάδα πάει ευτυχώς πολύ καλά ο τουρισμός. Έχουν ανοίξει πολλά ξενοδοχεία σε όλες τις τουριστικές περιοχές που έχουν μαγαζιά, οπότε αυτή η ανάπτυξη του τουρισμού εμένα με ευνόησε γιατί άρχισε το ρούχο μου να αγοράζεται από ξένους, πηγαίνοντας στη χώρα τους, βγάζοντας μία φωτογραφία και βάζοντάς τη στο Instagram, άρχισα να έχω μια προβολή παγκοσμίως και πλέον να μπαίνω και στο κομμάτι του εξωτερικού.
Πού έχεις φτάσει που δε φανταζόσουνα σαράντα χρόνια πριν; Δεν θα είχες φανταστεί, για παράδειγμα, ότι θα είσαι στο Χονγκ Κονγκ…
Το έβλεπα και παλιότερα. Πρέπει να θυμίσω ότι εγώ άρχισα να πηγαίνω σε εκθέσεις στο εξωτερικό από το ξεκίνημα της πορείας μου. Πήγαινα Μιλάνο, Παρίσι. Ήμουν από τους πρώτους εκθέτες στην Τranoi, δηλαδή όταν ξεκίνησε η Tranoi ήμουν μέσα στους πρώτους και τότε είχα πουλήσει σε μαγαζιά όπως ήταν το Joyce στο Χονγκ Κονγκ, στη Σιγκαπούρη, στον Καναδά, στο Hudson Bay. Είχα μπει καλά μέσα στο παιχνίδι. Μετά συνέβησαν διάφορα στη ζωή μου που έπρεπε να αλλάξω την πορεία μου. Και τώρα, μετά από σαράντα χρόνια που αναρωτιέμαι πώς έχω τα κουράγια, αποφάσισα να ξαναβγώ στο εξωτερικό.
Θυμάμαι χρόνια πριν, σε μία από τις συνεντεύξεις μας που μου είχες πει, από αυτές τις φράσεις που γίνονται τίτλοι στις εφημερίδες και στα περιοδικά ότι “στην Ελλάδα κάνουμε μόδα με ψέματα”. Έχει αλλάξει αυτό;
Καθόλου δεν έχει αλλάξει. Απλά μάλλον έχει αλλάξει από την εποχή του internet ότι μπορείς να βρεις ας πούμε υλικά και εκτός Ελλάδος. Αλλά ναι. Εγώ νομίζω ότι είναι ειδικότης μου να κάνω “μόδα με ψέματα”, με την έννοια ότι μπορώ να πάρω ένα ευτελές υλικό και να το κάνω “Ουάου”! Ενώ με ένα “Ουάου” υλικό δεν μπορεί, θα βγει το ρούχο καταπληκτικό.
Στα social media, όταν για παράδειγμα ανεβάσεις την Κate Hudson να φοράει Δάφνη Βαλέντε, πώς μεταφράζεται αυτό; Πώς μεταφράζεται στο DNA, στο prestige του μπραντ και σε πωλήσεις;
Αυτό ήταν κάτι μαγικό που συνέβη και με τον τρόπο που έγινε, γιατί η Κate Hudson ήταν διακοπές στις Σπέτσες με την μανούλα της την Goldie Hawn και όλη την οικογένεια και στο μαγαζί που συνεργάζομαι στις Σπέτσες που λέγεται “Paciphae” μπήκαν, η ιδιοκτήτης του μαγαζιού ούτε καν την αναγνώρισε. Τέλος πάντων, άρχισαν να δοκιμάζουνε και το φόρεμα το αγόρασε και το φόρεσε και έφυγε με τη σαγιονάρα. Λοιπόν, μου το είπε ότι ήρθε η Kate Hudson και αγόρασε φόρεμα, είπα “Ουάου”! Τα γενέθλιά μου είναι 10 Σεπτεμβρίου. Οκτώ Σεπτεμβρίου, πριν από δύο χρόνια, βλέπω ένα μήνυμα στο Instagram από μία Ελληνίδα στιλίστρια και μου λέει “Δικό σας είναι αυτό;” και κοιτάζω και βλέπω την Κate Hudson να φοράει το φόρεμά μου.
Καλά, δεν μπορώ να εκφράσω τη χαρά μου εκείνη την ώρα. Και έχει κάνει και story και post. Στο post λέει ότι “γιορτάσαμε τα γενέθλια του αδελφού μου και ήταν η ευκαιρία να φορέσω αυτό το φόρεμα που αγόρασα στην Ελλάδα και το αγαπώ όσο αγαπώ να γιορτάζω τα γενέθλια του αδελφού μου”. Εγώ έμεινα, λιποθύμησα. Εντωμεταξύ δεν υπήρχε ούτε tag ούτε τίποτα. Μπορεί να μην ήξερε και ποιανού είναι το ρούχο. Και γράφω από κάτω: “Thank you so much, it’s my birthday in two days και λέω η Κate Hudson φοράει το φόρεμα “τάδε” και αρχίζει να μπαίνει όλος ο κόσμος στο site. Αρχίζουν να πέφτουν οι παραγγελίες. Το ίδιο φόρεμα, στο ίδιο χρώμα. Βροχή! Τόσο βροχή που την άλλη μέρα παρήγγειλα το ύφασμα, γιατί έρχεται από το εξωτερικό το ύφασμά μου, να έρθει με DHL γιατί αλλιώς δεν θα πρόφταινα να το φτιάξουμε και να παραδώσουμε.
Λοιπόν, ναι, ήταν μια πολύ δυνατή, ένα boost ας πούμε της πορείας μου και κάτι που με γέμισε χαρά, γιατί οι περισσότερες προβολές ρούχων πάνω σε επωνύμους γίνονται με φοβερά δώρα, με φοβερά χρήματα. Οπότε μία ηθοποιός που μπήκε το αγόρασε και γράφει και ένα τέτοιο καταπληκτικό κείμενο ήταν μαγικό.
Υπάρχουν πολλές μαγικές στιγμές τέτοιες στην εξέλιξη της καριέρας σου…
Με πολλές στιγμές αφόρητου πόνου, ναι, μπορώ να πω ότι ναι, υπήρξαν πάρα πολλές μαγικές στιγμές, αλλά δεν έχω περάσει εύκολα. Εντάξει.
Εκεί πώς ξυπνάς το πρωί και δημιουργείς και συνεχίζεις; Τι σε κρατάει σε εγρήγορση και σου δίνει αυτή την εσωτερική δύναμη που βλέπουμε πάντα;
Η χαρά της δημιουργίας είναι τόσο μεγάλη που αυτή με κρατάει. Περνάω πάντα την ίδια αγωνία κάθε σεζόν. Λέω “έκλεισα, δεν έχω πλέον άλλες ιδέες. Ως εδώ ήταν. Τελείωσε.” Και μόλις γεννηθεί κάτι με γεμίζει με τέτοια απίστευτη χαρά που μετά ξεκινάει και μια χιονοστιβάδα από ιδέες. Αλλά πρέπει να πω ότι πλέον έχω βάλει στο παιχνίδι και σχεδιαστές που εκπαιδεύονται για να με ακολουθήσουν. Υπάρχει κόσμος που θέλει να μάθει από σένα σίγουρα. Βλέπω τα νέα παιδιά ότι θέλουν όλοι να είναι μπροστά. Θέλουν να είναι το πρώτο όνομα. Δεν μιλάω μόνο για τη μόδα γενικά. Φώτα, τ’ όνομα γραμμένο με κεφαλαία γράμματα.
Κανείς δεν θέλει να είναι από πίσω. Αυτό πώς ξεπερνιέται;
Κατ’ αρχήν θα ήθελα να πω μερικές κουβέντες στα παιδιά που πάνε να σπουδάσουν μόδα. Διότι ναι, νομίζουν ότι η μόδα είναι αυτό, βγαίνω στην πασαρέλα και λέω: “Γεια, ευχαριστώ πολύ” και τα λοιπά. Καμία σχέση. Είναι δύσκολη δουλειά. Δεν το φαντάζεται κανείς αν δεν μπει μέσα. Δεν έχει διάρκεια η μόδα. Γι’ αυτό λέω κι εγώ ότι δεν κάνω μόδα, κάνω στιλ. Για να μπορέσεις να δείξεις κάτι καινούργιο είναι ένας μεγάλος αγώνας και λέω ότι ο σχεδιαστής πρέπει να έχει ανήσυχο πνεύμα που να θέλει να αλλάξει τα πράγματα. Γιατί αν θέλεις να βάλεις στο styling την τιράντα λίγο πιο εκεί. Και λοιπόν; Τι έγινε; Πρέπει να έχει κουλτούρα, να έχει μελετήσει τέχνες, να έχει ψαχτεί. Δεν μπορεί να κάθεσαι και να περιμένεις να σου συμβούν τα πράγματα. Είναι πάρα πολύ σκληρή δουλειά και βεβαίως μετά από πολλά χρόνια μπορεί να ευτυχήσει και να βγει στην πασαρέλα και να πει “ευχαριστώ πολύ” στο κοινό, αλλά δεν είναι εύκολο.
Έχεις υπάρξει και πρόεδρος των Ελλήνων σχεδιαστών και τώρα που σε ακούω κάνω ένα γύρισμα πίσω στο χρόνο και έρχομαι και στο σήμερα και αναρωτιέμαι γιατί δεν βλέπουμε τελικά τόσους ανθρώπους νέους να θέλουν να ασχοληθούν με αυτό το κομμάτι και περισσότερο ασχολούνται με τη μαγειρική, τη συγγραφή, το τραγούδι, την επιχειρηματικότητα, το TikTok, τα social.
Εντάξει τα social είναι μόδα και σαφώς τραβάνε πολλούς νέους. Αλλά, υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι που σπουδάζουν μόδα. Νέοι που ξεκινάνε με φιλοδοξίες και ελπίδες και δυστυχώς στην πορεία, επειδή δεν υπάρχει και ελληνική βιομηχανία μόδας για να τους απορροφήσει, μπορεί να αλλάξουν πορεία και να γίνουν στιλίστες ή να ασχοληθούν με κάτι άλλο. Κακά τα ψέματα, υπάρχουν πάρα πολλά καινούργια brands τα τελευταία χρόνια που έχουν εμφανιστεί με πολύ στοχευμένες συλλογές, πολλή σκέψη, πολύ πιο επαγγελματικά από όπως ξεκινήσαμε εμείς που ήμασταν λίγο “όσα πάνε και όσα έρθουν”. Νομίζω ότι η ελληνική μόδα είναι και σε άνθιση αυτή τη στιγμή. Και σε αυτό βοηθάει πάλι ο τουρισμός.
Στη συνύπαρξή σας οι σχεδιαστές, είτε σε μία διοργάνωση όπως ήταν το Dramode που ήταν μια πρώτη συνέργεια, αλλά και στην Εβδομάδα Μόδας, είτε στο Ζάππειο, είτε στο Καπνεργοστάσιο, είτε σε κάποιον άλλο χώρο, κάθε έξι μήνες. Εκεί, αυτή η σκυταλοδρομία τελικά τι αποτύπωμα αφήνει;
Τι αποτύπωμα αφήνει στο κοινό ή στη μεταξύ μας σχέση;
Και στα δύο θα ήθελα να ξέρω.
Λοιπόν, στη μεταξύ μας σχέση, εγώ έχω καλές σχέσεις με όλους τους σχεδιαστές. Δεν είμαι ανταγωνιστικός άνθρωπος για να περνάω κακά vibes για τους άλλους. Καθόλου. Τώρα πρέπει να πω ότι με ξάφνιασε ότι η φετινή Εβδομάδα Μόδας που έγινε για πρώτη φορά στο Καπνεργοστάσιο είναι η πρώτη φορά που είδα μετά το event να έρχονται και να μου λένε “είδαμε το show”. Δεν ξέρω τι άλλαξε. Άρεσε πολύ ο χώρος και ήρθαν περισσότεροι; Πάντως είχε μεγάλη επιτυχία. Πολύ το ευχαριστήθηκα, αλλά συγχρόνως και πολύ ταλαιπωρία.
Αυτή η ξενομανία έχει ξεπεραστεί; Δηλαδή αυτή η ατάκα με τον Gaultier για παράδειγμα, θα την ακούγαμε και σήμερα;
Θα την ακούγαμε πολύ λιγότερο διότι ευτυχώς έχουν γίνει πολλά μαγαζιά με Έλληνες σχεδιαστές πλέον παντού. Οι Έλληνες σχεδιαστές άρχισαν να αποκτούν στάτους και να περνάει η άποψή τους. Οπότε ναι, σαφώς επηρεαζόμαστε ακόμα, αλλά νομίζω ότι πάει πολύ καλά η ελληνική μόδα αυτή τη στιγμή.
Η ελληνικότητα είναι κάτι που σε απασχολεί; Δηλαδή στο showroom στο Παρίσι, όσοι θα έρθουν και θα δουν τα ρούχα σου θα αναζητήσουν κάτι από την Ελληνίδα σχεδιάστρια ή είναι κάτι που περνάει με έναν τρόπο πολύ αθόρυβο;
Κάθε συλλογή μου έχει ένα θέμα ελληνικό. Έτσι κι αλλιώς τα ρούχα μου έχουν τη μίνιμαλ ελληνική αισθητική. Στέλνουμε στο showroom όλες τις οδηγίες πώς να μιλήσουν, τι να τους εξηγήσουν, για την έμπνευση. Τα θέματά μου πάντα είναι πολύ ζουμερά. Δηλαδή η συλλογή για το επόμενο καλοκαίρι είναι εμπνευσμένη από τις Ταναγραίες, που ήταν τα αγαλματίδια τα πήλινα που είχαν όλοι στα σπίτια τους και τα θεωρούσαν τόσο πολύτιμα, που ακόμα και μετά το θάνατο μπαίνανε μέσα στον τάφο μαζί τους. Αυτά ήταν γυναίκες στην καθημερινή ζωή. Οπότε με συγκίνησε σαν θέμα και ακολούθησα μία γραμμή σχεδιαστική προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό, ένα ζουμερό θέμα αρχίζει και κινεί το ενδιαφέρον στον αγοραστή και της χονδρικής και της λιανικής. Και είναι και πιο ουσιαστική.
Δηλαδή υπάρχει και μία ιστορία, υπάρχει και συναίσθημα.
Συναίσθημα μόνο, γιατί κακά τα ψέματα, εγώ λειτουργώ μόνο με το συναίσθημα. Λειτουργώ με το ένστικτό μου. Έχω μία επιχείρηση, αλλά δεν είμαι επιχειρηματίας. Το κάνω με μεγάλο ζόρι γιατί κανονικά είμαι καλλιτέχνης. Είμαι δημιουργός.
Γεννήθηκες την ίδια ημερομηνία μαζί με την Elsa Schiaparelli και τον Karl Lagerfeld. Αν σου ζητούσαν να βρεις κάποια κοινά στοιχεία με το Fortuny, με τον Lagerfeld και τη Schiaparelli σε σχέση με τη δική σου διαδρομή, ποια θα εντόπιζες;
Αυτό που με εμπνέει πάρα πολύ sτην Elsa Schiaparelli είναι η συνεργασία της με την τέχνη, γιατί λατρεύω τις τέχνες, το ότι συνεργάστηκε σε εμπριμέ με τον Dali, δηλαδή ήταν τόσο μπροστά, τόσο αβανγκάρντ για την εποχή της που ήταν απίστευτο. Και ο Karl Lagerfeld χρησιμοποίησε και εκείνος trompe l’oeil και είχε κάνει μία συλλογή εμπνευσμένη από το χώρο της μόδας, με πολύ χιούμορ, που είχε ας πούμε βραχιόλια τις πελότες, που είναι για τις καρφίτσες, είχε τυπώσει μεζούρες. Λοιπόν, ο συνδυασμός της συνύπαρξης με καλλιτέχνες, συνεργασίας, χιούμορ και πλισέ, ας πούμε ότι είναι η δική μου έκφραση για τη μόδα.
Θα σου ζητήσω τώρα να βάλεις ένα τίτλο σε ένα ντοκιμαντέρ. Είναι της μόδας τα ντοκιμαντέρ για τη μόδα. Aν γυρίζαμε ένα για τα 40 χρόνια με την υπογραφή Δάφνη Βαλέντε, τι τίτλο θα έβαζες; Και τι θα διάλεγες για τη φωτογραφία στην προώθηση αυτού του φιλμ;
Ο τίτλος θα ήταν, “Μισογεμάτη” γιατί είναι ένας αγώνας δικός μου προσωπικός, ότι έχω τάση να βλέπω τη μαύρη πλευρά της ζωής και κάνω μεγάλο αγώνα να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. Όσο για φωτογραφία, μου έρχεται στο μυαλό μια συλλογή που είχα κάνει, και είχα συμμετάσχει σε ένα μεγάλο σόου στο Ντίσεντολφ, στο ξεκίνημά μου, με μία συλλογή που ονόμαζα “Αφροδίτη της Μήλου”. Είχαν έρθει Γερμανοί φωτογράφοι και είχε γίνει μία φωτογράφιση στο Λαιμό της Βουλιαγμένης. Μία κοπέλα με ένα φόρεμα κοντά στο σώμα, πλισέ πάνω σε ένα βραχάκι που αυτή η φωτογραφία έπαιξε σε όλο το γερμανικό Τύπο σαν μία απεικόνιση σύγχρονης, “Αφροδίτης της Μήλου”. Οπότε αυτό θα είχα σαν εικόνα. Και το θυμάμαι σαν να ήταν χθες.
Επιμέλεια – συνέντευξη
Σάντυ Τσαντάκη
Οπερατέρ
Δημήτρης Μπελεγρίνης
Αντώνης Βαραμπούτης
Video graphics / editing
Ανδρέας Κωστόπουλος
Μακιγιάζ
Freddy make up stage
Roula Zozoula
Οργάνωση Παραγωγής
Χρήστος Ναστούλης