Τhe Fashion Bible Connections | Στέλιος Κουδουνάρης: Από τη «δικτατορία» στη χαρά
Ο Στέλιος Κουδουνάρης μιλά στη Σάντυ Τσαντάκη για την ωρίμανση, την τηλεόραση και τη μόδα ως προσωπική υπόθεση.
Ο Στέλιος Κουδουνάρης συναντά τη Σάντυ Τσαντάκη, διευθύντρια του The Fashion Bible, και θυμάται τα χρόνια που δούλευε αθόρυβα στο ατελιέ, «κλεισμένος» στα πατρόν και στα υφάσματα, πριν η τηλεόραση τον φέρει στο προσκήνιο. Παραδέχεται ότι κάποτε ήταν απόλυτος, «ήμουνα λίγο ένας μικρός δικτάτορας», και εξηγεί πώς η δημόσια κριτική τον ανάγκασε να μάθει να ακούει, να αιτιολογεί και τελικά να αποδέχεται. Μιλά για το ρούχο που, μόλις φύγει από τον δημιουργό, ανήκει σε εκείνον που το φορά, για τη «μαύρη στολή» που λειτουργεί ως πανοπλία, για τη δυσκολία να είσαι σχεδιαστής και επιχειρηματίας στην Ελλάδα και για την επιθυμία του να δει τη δουλειά του να ταξιδεύει στο εξωτερικό.
Διαβάστε επίσης: The Fashion Bible Connections | Bασίλης Μπουρτσάλας-Βespoke Athens: “Αν πιστεύεις σε κάτι πας all the way”
Στέλιο μου, καλώς όρισες στο The Fashion Bible Connections.
Εσύ καλώς όρισες στο ατελιέ μου.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ για τη φιλοξενία. Ποιο θα ήταν το πρώτο κεφάλαιο σε αυτή τη Βίβλο της Μόδας για σένα;
Θα ήταν η παιδική ηλικία και όλη η παρατήρηση μέσα από τη δουλειά της μαμάς μου, η πρώτη μου επαφή με τα υφάσματα, τις μοδίστρες, τα ρούχα, τα πατρόν. Η μαμά μου δούλευε σε σε ένα εργοστάσιο με ρούχα, όταν ήμουν μικρός, οπότε καμιά φορά πήγαινα μαζί της στη δουλειά, όταν δεν είχε πού να μας αφήσει. Οπότε κάπως έτσι μου μπήκε το πρώτο μικρόβιο με τα ρούχα, να παρατηρώ τα υφάσματα, τα χρώματα. Αυτό είναι το πρώτο κεφάλαιο.
Τι λέει η μαμά σου όταν βλέπει αυτή τη μετάβαση στο δικό της κόσμο;
Τώρα χαίρεται πάρα πολύ. Τα πρώτα χρόνια δεν ήθελε να ακολουθήσω αυτή τη δουλειά, γιατί ξέρει ότι είναι πάρα πολύ δύσκολη. Τώρα είναι πολύ χαρούμενη και είναι και από τους αυστηρούς μου κριτές, γιατί έχει άποψη γενικά και επειδή ξέρει ότι κάποια πράγματα μπορώ να τα κάνω καλύτερα, επιμένει να με διορθώνει.
Διαβάστε επίσης: Στέλιος Κουδουνάρης: Η ήσυχη πολυτέλεια σε κίνηση
Δέχεσαι διορθώσεις;
Κάνω ότι δεν τις δέχομαι, αλλά ναι. Ξέρεις, είναι αυτό που κάνω ότι δεν ακούω, αλλά στην πραγματικότητα το μετράω όλο και το φιλτράρω όταν ξέρω ότι είναι καλοπροαίρετη μια παρατήρηση και μια υπόδειξη. Πάντα τη ζυγίζω σοβαρά. Γιατί έχει πάντα σημασία ποιος τη λέει και η εμπειρία του.
Κι αν επιστρέψουμε στο σήμερα και σου ζητήσω το πιο πρόσφατο κεφάλαιο σε αυτή τη Βίβλο, ποιο είναι;
Το πιο πρόσφατο είναι αυτό που βιώνουμε τώρα. Είναι η συλλογή που ετοιμάζω για τον επόμενο χειμώνα, την οποία θα παρουσιάσω σε διεθνείς αγοραστές την άνοιξη στο Παρίσι. Και ετοιμάζω ένα show μετά από πάρα πολύ καιρό. Η αλήθεια είναι ότι έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από το τελευταίο μου. Ήταν αμέσως πριν τον Covid. Οπότε νομίζω ότι ήρθε η ώρα, τώρα που απέχω τηλεοπτικά, έχω πάρα πολύ χρόνο, έχει ανοίξει όλο αυτό… Η αγωνία για να παρουσιάσω ξανά τη δουλειά μου στη πασαρέλα.
Εγώ δεν θυμάμαι καμία αγωνία. Θυμάμαι όμως την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τη δουλειά σου στον Μπάγκειον. Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχει δει κανείς πολλά στο κομμάτι της μόδας, είναι λίγο καχύποπτος. Είχα ενθουσιαστεί, είχα τόσες απορίες και η εξέλιξη μετά έδειξε ότι έχεις πολλά να πεις…
Ήταν καταπληκτική αυτή η επίδειξη. Ήταν δύσκολη, ένα μεγάλο όραμα και την κάναμε πολύ ωραία μαζί με φίλους συνεργάτες. Ήταν η δεύτερη προσωπική μου επίδειξη, η προηγούμενη ήταν σε ένα σινεμά. Αυτή ήταν η δεύτερη και μετά πήρε το brand μου τον δρόμο του, μία αυτονομία. Αποκολλήθηκα από το Fashion Week και είχα να κάνω τις δικές μου παρουσιάσεις όπως ακριβώς ήθελα με τις δικές μου προδιαγραφές.
Ήμουνα λίγο ένας μικρός δικτάτορας πριν την τηλεόραση.
Και είχε και συναίσθημα, το οποίο είναι πολύ ωραίο να το νιώθεις, γιατί πολλές φορές βλέπεις pret-a-porter, φεύγει η συλλογή και λες “τώρα, τι έχει μείνει;” Το νιώθεις αυτό στα ρούχα. Εγώ τώρα που φορώ αυτή την ολόσωμη φόρμα, το νιώθω στο χρώμα, στην αυτοπεποίθηση, στη δύναμη.
Υπάρχει δουλειά, πολλή σκέψη, ξενύχτι, ακύρωση, επανασχεδιασμός, πολλές δοκιμές. Οπότε και εγώ για να βάλω ένα ρούχο στην συλλογή τελικώς πρέπει να έχω αισθανθεί εγώ ο ίδιος κάτι.
Κρατάμε όμως και αυτό το “απέχω από την τηλεόραση”. Πώς ήταν η ζωή σου πριν από την τηλεόραση και πώς είναι τώρα;
Το “πριν την τηλεόραση” ήταν μια τελείως διαφορετική εποχή για μένα. Δηλαδή υπάρχει η ζωή μου πριν και μετά την τηλεόραση και επαγγελματικά και προσωπικά. Σκέψου πριν την τηλεόραση δεν είχα καν τηλεόραση. Δεν ήξερα τίποτα σχετικό με την τηλεόραση, δεν με ενδιέφερε καθόλου. Δεν ήξερα κανέναν παρουσιαστή, κανένα πρόγραμμα, καμία εκπομπή. Δεν έβλεπα τηλεόραση, ξέρεις, τίποτα. Και δεν είχα και καθόλου κοινωνική ζωή σχετική με τη δουλειά μου. Δηλαδή, ήμουν στο ατελιέ μου, δούλευα 7 μέρες την εβδομάδα, χωμένος στα πατρόν μου, στα ρούχα μου, να κάνω τη δουλειά μου. Δεν είχα κοινωνική ζωή καθόλου.
Η μόδα μέσα από την τηλεόραση έχει μάθει τον κόσμο να ντύνεται καλύτερα.
Από αυτή τη στιγμή που ξεκίνησε η τηλεόραση και μετά, ως άνθρωπος πώς άλλαξα πρώτα να σου πω, έγινα εξωστρεφής. Άρχισα να μιλάω, έχω γίνει πολύ πιο διαλλακτικός με τους ανθρώπους, με τους πελάτες μου, με τους συνεργάτες μου. Ήμουνα λίγο ένας μικρός δικτάτορας πριν. Δηλαδή, ξέρεις, έλεγα, “δεν μ’ αρέσει αυτό που φοράς, βγάλτο.” Δεν μ’ αρέσει αυτό, τέλος, φεύγει. Από την εκπομπή, από το “Μy style rocks” και μετά που έπρεπε αναγκαστικά να εξηγώ γιατί δεν μου αρέσει και πώς θα γίνει καλύτερο, γιατί αυτή είναι η ροή αυτής της εκπομπής, αυτό πέρασε στο DNA μου μετά. Δηλαδή, δεν μου αρέσει κάτι, πρέπει να σου εξηγήσω γιατί δεν μου αρέσει, να σου προτείνω κάτι καλύτερο από αυτό, και τελικά μπορείς και να διαφωνήσεις, και αφού αρέσει σε εσένα, να το βάλεις. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, γιατί ο κόσμος πρέπει να αισθάνεται ωραία με αυτά που φοράει, και όχι να αισθάνομαι εγώ ωραία με αυτά που φοράει κάποιος άλλος. Σα να ωρίμασα μέσα από αυτή τη διαδικασία πάρα πολύ, με βοήθησε πάρα πολύ στις προσωπικές μου σχέσεις, στη στάση μου στη ζωή, στον κόσμο, γενικά, και βεβαίως και επαγγελματικά. Ενώ ήμουν ένας γνωστός σχεδιαστής, νέος σχεδιαστής, με ήξερε δηλαδή ο χώρος, όχι το ευρύ κοινό, αλλά επειδή πάντα είχα τα ρούχα μου σε άλλα καταστήματα σε όλη την Ελλάδα, υπήρχε μία επαφή με το όνομα από μεγάλο κοινό, όχι όμως με την όψη μου. Μετά άλλαξε κι αυτό.
Διαβάστε επίσης: Υπάρχει λόγος σοβαρός…
Αυτή η αναγνωρισιμότητα στον δρόμο πώς είναι ή στα social media;
Κοίταξε, τώρα είναι κάτι το οποίο είναι πολύ κανονικό, δεν αλλάζει η μέρα μου αν κάποιος μου μιλήσει ή δεν μου μιλήσει, αν κάποιος με αναγνωρίσει. Στην αρχή ήταν βάναυσο για μένα, δεν ήταν κάτι που μου άρεσε, ούτε κάτι που απολάμβανα. Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή, μου δημιουργούσε μεγάλο εκνευρισμό και με αποσυντόνιζε το ότι με κοίταγε ο κόσμος, ότι κάθετι που έκανα κάποιος με παρατηρούσε, μου μιλούσε κόσμος που εγώ δεν γνώριζα και αυτό εμένα δεν μου άρεσε. Καθώς περάσανε τα χρόνια, είναι πολύ απλό, το έχω απλοποιήσει τελείως. Είναι πολύ φυσιολογικό καθώς όταν είσαι ένας άνθρωπος που παρακολουθείς την τηλεόραση που είναι ένα μέσο πολύ λαοφιλές και το πιο απλό μέσο για να βλέπει κάποιος μία πληροφορία, όταν κάποιος σε βλέπει τρεις ώρες την ημέρα την ώρα που είναι στο σπίτι του, τρώει το φαγητό του, κάθεται στον καναπέ του, είσαι μια παρέα για αυτόν, αισθάνεται οικειότητα. Όταν αυτό γίνεται για πολλά χρόνια, οι τηλεοπτικές ώρες είναι τόσες πολλές που είναι πάρα πολύ φυσιολογικό ο άνθρωπος που σε παρακολουθεί να αισθάνεται οικεία, φιλικά και να θέλει απλώς να σου πει μια καλημέρα. Δεν θέλει κάτι άλλο.
Πόση αλήθεια χωράει όμως η κριτική; Στο λέω γιατί κι εγώ το έχω αντιμετωπίσει γράφοντας κριτική μόδας. Πόση αλήθεια μπορείς να πεις χωρίς να θίξεις τον άλλον; Ποια είναι αυτή η χρυσή ισορροπία;
Στο My Style Rocks τα κορίτσια ερχόντουσαν για να κριθούν. Οπότε έρχονται για να αποδεχτούν ό,τι θα ακούσουν και καλά και κακά. Οπότε εκεί έχεις χρέος να πεις την αλήθεια. Δεν σταματάω τον κόσμο στον δρόμο και του λέω, “έλα να σου πω πως είσαι ντυμένος.” Λες την γνώμη σου σε κάποιον που στη ζητάει. Έχεις το περιθώριο να πεις όλη την αλήθεια. Τι νόημα θα είχε αλλιώς;
Τη δεχόμαστε, όλη την αλήθεια;
Όχι, αλλά δεν έχει σημασία. Συναινείς στο να την ακούσεις. Δεν στη λέει κάποιος χωρίς να τον ρωτήσεις. Έτσι δεν είναι;
Άρα δεν είχες στιγμές που να ένιωσες ότι δεν ήσουν δίκαιος; Έπαιζες έναν ρόλο πιο αυστηρού κριτή σε σχέση με αυτό που θα περίμενε κανείς. Αυτόν του δικτάτορα που λες;
Ρόλο σίγουρα δεν έπαιζα. Εννοείται ότι στο παιχνίδι ήμουν αυστηρός και απαιτητικός γιατί αυτή είναι η δουλειά μου. Και πήγαινα ως επαγγελματίας που έπρεπε να πω την γνώμη μου, όχι όπως τη λέμε δύο φίλοι που πίνουμε καφέ, αλλά για κάτι που είναι το αντικείμενο μου. Όταν είσαι χαλαρός με έναν διαγωνιζόμενο, γίνεσαι ταυτόχρονα άδικος για κάποιον άλλον. Οπότε έπρεπε να κρατώ ισορροπίες και για να είμαι δίκαιος έπρεπε να είμαι απόλυτα διάφανος και το ίδιο αυστηρός με όλους. Τώρα, αυτό που μπορεί να άλλαζε μερικές φορές είναι να στρογγυλεύω μερικά πράγματα για να μην στεναχωρήσω ένα κορίτσι που ήταν σε εύθραυστη στιγμή και εγώ να το γνώριζα ή να το διαισθανόμουν. Όχι όμως χαρίζοντας της βαθμούς. Απλά λέγοντας τα πράγματα λίγο πιο γλυκά.
Και στην πραγματική ζωή, ένα ρούχο σου το οποίο έχει “κακοποιηθεί”, να βάλω εγώ αυτή την ολόσωμη φόρμα, να την έχω φορτώσει, να έχω βάλει άλλη ζώνη, εκεί τι κάνεις; Mπορείς να το μοιραστείς αυτό που αισθάνεσαι ή το κρατάς;
Δεν κάνω απολύτως τίποτα. Και θα σου πω γιατί. Αυτό μου πήρε πάρα πολλά χρόνια βέβαια να το καταλάβω και να το δεχτώ. Γιατί το ρούχο είναι δικό μου μέχρι τη στιγμή που φεύγει από μένα. Μετά το ρούχο είναι δικό σου. Δηλαδή ο κάθε άνθρωπος που θα αγοράσει ένα ρούχο ή θα αποκτήσει ένα ρούχο και γίνεται δικό του, πρέπει να το φέρει στα δικά του μέτρα, στη δική του προσωπικότητα και να κάνει το styling που ο ίδιος κρίνει σωστά.
Ο κόσμος πρέπει να αισθάνεται ωραία με αυτά που φοράει, και όχι να αισθάνομαι εγώ ωραία με αυτά που φοράει κάποιος άλλος.
Υπάρχει ο κόσμος που θα σεβαστεί, που ασπάζεται όλη τη φιλοσοφία ενός σχεδιαστή και ταυτίζεται και η αισθητική του. Εκεί θα ακολουθήσει το ίδιο μονοπάτι και θα ταυτίζονται και οι αισθητικές. Ένας άνθρωπος μπορεί να θαυμάσει μόνο ένα ρούχο από έναν σχεδιαστή ή να το δει σαν καμβά για να δείξει τα κοσμήματα του. Δηλαδή το ίδιο ρούχο που φοράς εσύ, που λες ότι ο σωστός τρόπος είναι αυτός, και εγώ συμφωνώ ότι αυτός είναι. Μία άλλη γυναίκα όμως μπορεί να πει «Α, τι ωραία σκέτη φόρμα είναι αυτή για να δείξω τα πλούσια μου κοσμήματα και να είναι μια ωραία βάση». Τι θα της πω εγώ; «Όχι, έχεις λάθος»; Δεν έχει λάθος, είναι άλλη οπτική.
Μιλώντας για την αναγνωρισιμότητα, επειδή συνήθως έχεις εσύ αυτή τη “μαύρη στολή”, αυτό σου δίνει το περιθώριο να περνάς και να είσαι λίγο “αόρατος”, να έχεις αυτή την “πανοπλία” ή τελικά δεν έχει αυτή την ασφάλεια το μαύρο που νομίζουμε όλοι;
Τώρα πια δεν την έχω αυτή την “πανοπλία” δυστυχώς και είναι κάτι το οποίο με στεναχωρεί γιατί παλιότερα, προ τηλεόρασης, έβγαινα έξω και περνούσα πολύ ωραία απλά κρατώντας ένα ποτό σε μία άκρη ενός μπαρ και παρατηρούσα τους ανθρώπους πώς είναι ντυμένοι, πώς μιλούν, πώς συμπεριφέρονται. Η διασκέδαση μου ήταν αυτή, δηλαδή οι φίλοι μου δεν μου έδιναν σημασία. Κάποιος έλεγε “τι έχει ο Στέλιος;” “Α, τίποτα”. Εγώ διασκέδαζα. Ήμουνα εκεί.
Τώρα δεν μπορώ να το κάνω αυτό και είναι κάτι που μου λείπει, το να είμαι αόρατος και απλά να παρατηρώ, γιατί ξέρω ότι κάποιος απλά με παρατηρεί, άρα δεν είμαι αόρατος. Το μαύρο, όμως, είναι μια πανοπλία. Για να απέχω από τις δημιουργίες μου, να τις βλέπω πιο καθαρά. Και νομίζω ότι γι’ αυτό και οι περισσότεροι σχεδιαστές φοράνε μαύρα. Για μένα είναι η στολή μου. Επειδή όλη μέρα έχω να κάνω με υφάσματα, χρώματα, σχήματα, με διαφορετικούς συνδυασμούς, εγώ θέλω να βγαίνω έξω από αυτό. Και ο μόνος τρόπος είναι το μαύρο.
Σε αυτό το προσωπικό στοίχημα της εξωστρέφειας, ετοιμάζεις λοιπόν μία συλλογή για τον επόμενο χειμώνα, 2026-2027, με αφετηρία σου την Ελλάδα. Πόσες δυσκολίες υπάρχουν σε αυτό το ταξίδι και πόσα εμπόδια;
Η αλήθεια είναι ότι η μεγαλύτερη δυσκολία είναι το ότι οι σχεδιαστές στην Ελλάδα έχουμε έναν πολλαπλό ρόλο. Δηλαδή είμαστε σχεδιαστές, επιχειρηματίες, κάνουμε τις δημόσιες σχέσεις του brand μας. Όλα περνάνε από το χέρι μας. Είμαστε υπεύθυνοι προσωπικού, έχουμε τις καθημερινές δουλειές του ατελιέ να περάσουν από το χέρι μας. Τώρα θα μου πεις, “πάρε τρεις βοηθούς”.
Εντάξει, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Νομίζω ότι δεν συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Οι σχεδιαστές συνήθως “αγοράζονται” από μεγαλύτερους ομίλους. Υπάρχουν άνθρωποι να κάνουν αυτές τις δουλειές που έχουν να κάνουν με τα χρήματα, τον έλεγχο, την εξέλιξη, την επικοινωνία και επικεντρώνονται στο σχεδιασμό των συλλογών τους και έτσι έχουν περισσότερο χρόνο για δημιουργία και πιο καθαρή ματιά. Και βέβαια και περισσότερα άγχη γιατί έχουν μετά να λογοδοτήσουν στα αφεντικά τους, οπότε κάπως είναι περίεργο.
Το ρούχο είναι δικό μου μέχρι τη στιγμή που φεύγει από μένα. Μετά το ρούχο είναι δικό σου.
Δεν είμαστε οργανωμένοι σε επίπεδο παραγωγής. Στο εξωτερικό υπάρχουν πολλές μονάδες παραγωγής για μικρές, για μεγάλες ποσότητες. Εδώ έχουμε μικρά εργαστήρια, τα οποία σιγά-σιγά θα τελειώσουν μέσα στα επόμενα χρόνια, γιατί έχουν μεγαλώσει οι τεχνίτες, οι μοδίστρες, οι ράφτες, οι άνθρωποι που ασχολούν με το πατρόν. Οι νέες γενιές δυστυχώς δεν ακολουθούν αυτά τα τεχνικά επαγγέλματα. Οπότε θα έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα αν δεν γίνει κάτι συλλογικό ώστε αυτό να αλλάξει και να διασωθεί.
Και συνήθως θέλουν να γίνουν όλοι σχεδιαστές, γιατί βλέπουν τον Στέλιο Κουδουνάρη, τον θαυμάζουν και νομίζουν ότι ξαφνικά σχεδιάζεις, βγαίνει μαγικά από τον τρισδιάστατο εκτυπωτή το ρούχο και φωτογραφίζεσαι και δίνεις συνεντεύξεις.
Ξέρεις, αυτό δεν το έχω καταλάβει ποτέ. Το συνάντησα πρώτη φορά όταν δίδασκα στη σχολή της Βίκυς Καγιά για τρία χρόνια στο Fashion Workshop. Εκεί όταν είχα έρθει σε επαφή με πολλά παιδιά τα οποία βλέπανε μόνο το αποτέλεσμα, θέλανε απλά να γίνουν γνωστοί σχεδιαστές. Όχι όλοι, κάποια παιδιά. Ξέρεις, η διαδρομή δεν τους ενδιέφερε ούτε το πώς θα γίνουν γνωστοί σχεδιαστές. Δηλαδή το προϊόν, το ύφος, το όραμα. Το story, ότι έχω να πω κάτι ξεχωριστό εγώ. Το μόνο όραμα ήταν απλά να γίνουν διάσημοι. Το οποίο δεν το καταλαβαίνω. Γιατί η μόδα είναι να σου αρέσει η δημιουργία, να αισθάνεσαι καλά δημιουργώντας, παράγοντας έργο, φτιάχνοντας σιλουέτες, κάνοντας χρωματικούς συνδυασμούς, σχεδιάζοντας, εξελίσσοντας, ξέροντας ιστορία, παίρνοντας το παλιό να το κάνεις καινούριο με τη δική σου οπτική, δημιουργώντας κάτι από το μηδέν τελείως. Και το τι θα γίνει μετά είναι απλά το αποτέλεσμα της δουλειάς σου.
Εγώ δεν σκεφτόμουν ξεκινώντας ποτέ αυτό το αποτέλεσμα. Eγώ ξεκίνησα και έκανα ρούχα. Γι’ αυτό τα πρώτα χρόνια ήμουν ένας τύπος κλεισμένος στο ατελιέ του, που κανείς δεν ήξερε πώς είναι το πρόσωπo του. Aκόμη και το ότι τα ρούχα μου είχαν το όνομα μου, ήταν μια πάλη με τον εαυτό μου για να βάλω το όνομα μου. Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να έχουν ένα άλλο όνομα, για να είμαι εγώ όσο το δυνατόν πιο αφανής. Στην πορεία, επειδή ακριβώς αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα, λέω «όχι, δεν θα είσαι τόσο ντροπαλός και πρέπει τη δουλειά σου να την υπογράψεις και η υπογραφή σου είναι το όνομά σου».
Βγαίνοντας στο εξωτερικό, οι ξένοι που έρχονται θέλουν να δούνε, να αναγνωρίσουν μία ελληνικότητα ή είναι κάτι που περνάει υπόγεια;
Στη δική μου δουλειά, νομίζω, περνάει υπόγεια. Γιατί ποτέ δεν το είχα αυτοσκοπό. Αλλά η ελληνικότητα δεν μπορεί να κρυφτεί. Έχουμε μεγαλώσει σε συγκεκριμένο περιβάλλον, έχουμε αυτό το φως, μία συγκεκριμένη κουλτούρα, την ιστορία μας, η οποία είναι διάχυτη, τη ξέρουμε από το σχολείο, τη βλέπουμε στα μουσεία μας, τη βλέπουμε στους δρόμους. Είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να μην αποτυπωθεί στη δουλειά. Στους ξένους, όταν βάζω ένα ελληνικό brand, τους ενδιαφέρει να μην μοιάζει με ένα σκανδιναβικό brand ή να μην έχει μία ουδετερότητα. Τους ενδιαφέρει να έχει ελληνικό DNA και να φαίνεται.
Ξεφυλλίζοντας αυτή τη Βίβλο, αν φτιάξουμε ένα κεφάλαιο “Στέλιος Κουδουνάρης” και βάλουμε μια φωτογραφία κι έναν τίτλο, τι θα βάζαμε;
Θα έβαζα σίγουρα παλιότερα μου ρούχα. Όχι γιατί ήταν πιο ωραία ή κάτι τέτοιο. Απλώς επειδή αυτά τα πρώτα ρούχα που ήταν πολύ πιο ρομαντικά. Τα έκοβα στο πάτωμα του σπιτιού μου, έτρεχα να βρω τα υλικά μόνος μου, με τα λεωφορεία, να πάω στη μοδίστρα που ήταν στην άλλη άκρη της Αθήνας, μετά να το πάω στην άλλη άκρη της Αθήνας να βγάλω μια κουμπότρυπα, μετά να το πάρω, να το φέρω, να κάνω fitting. Δηλαδή έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο να φτιάξω ένα ρούχο. Και είχε και πάρα πολύ προσωπική εργασία. Τώρα που έχω την ομάδα μου δεν είναι το ίδιο. Τα πράγματα δημιουργούνται πιο εύκολα γιατί έχω την υποδομή να γίνονται πιο εύκολα. Όχι επειδή έχουν λιγότερη δουλειά. Την ίδια και πολύ περισσότερη έχουν τώρα. Αλλά έχω την υποδομή για να τα κάνω πιο εύκολα. Και γι’ αυτό τα πρώτα εκείνα ρούχα μου είναι πιο βαθιά χαραγμένα στην ψυχή και στην καρδιά μου.
Αν ξανακάνουμε αυτή τη συζήτηση σε πέντε ή δέκα χρόνια από σήμερα, πώς φαντάζεσαι να έχει αναπτυχθεί η δουλειά σου;
Κάνω πολλές προσπάθειες σε σχέση με το εξωτερικό. Και θέλω να καταφέρω να υπάρχει μια σταθερή τοποθέτηση της δουλειάς μου σε καταστήματα που μου αρέσουν και με αντιπροσωπεύουν, στο εξωτερικό. Και γιατί όχι και μια αναγνώριση. Πρώτα θέλω να ταξιδέψουν τα ρούχα μου. Δηλαδή θέλω να είμαι σε αρκετά σημεία πώλησης στο εξωτερικό και να γνωρίσει τη δουλειά μου περισσότερος κόσμος, με διαφορετικές καταβολές, με άλλη κουλτούρα… Να φύγω δηλαδή από το ελληνικό πλαίσιο. Και είναι κάτι το οποίο έχει δυσκολία. Το δουλεύω τα τελευταία χρόνια, αλλά απαιτεί χρόνο. Και εύχομαι να βγει έτσι όπως το φαντάζομαι.
Η τηλεόραση είναι κάτι που μπαίνει μέσα σε αυτή την συζήτηση;
Η τηλεόραση είναι κάτι το οποίο το έχω αγαπήσει. Είναι κάτι το οποίο ενώ δεν περίμενα ποτέ, δεν φανταζόμουν ποτέ, ούτε με αφορούσε πριν συμβεί και έγινε τυχαία, μετά από 8 χρόνια θεωρώ ότι είναι η δεύτερη μου δουλειά. Δηλαδή, όχι μόνο το να κάθομαι σε μία εκπομπή και να λέω τη γνώμη μου, επειδή την έχω παρατηρήσει την τηλεόραση και από μέσα και από πίσω, πώς στήνεται μία εκπομπή, πώς δουλεύουν οι άνθρωποι της τηλεόρασης. Είναι κάτι που με γοητεύει πάρα πολύ. Και έχω γράψει κάποια δικά μου format σε σχέση με τη μόδα. Τα οποία είναι κάποιες πραγματικά ωραίες ιδέες, τις έχω συζητήσει και τις έχω κατοχυρώσει. Εύχομαι κάποια στιγμή να μπορέσει κάτι τέτοιο να γίνει, χωρίς εμένα απαραίτητα μπροστά στο γυαλί, μπορεί απλά στο οργανωτικό κομμάτι. Αλλά είναι κάτι που με ενδιαφέρει και με αφορά πολύ.
Το χρειάζεται αυτό η μόδα…
Η μόδα μέσα από την τηλεόραση έχει μάθει τον κόσμο να ντύνεται καλύτερα. Έχει δώσει χώρο στους Έλληνες σχεδιαστές να παρουσιάσουν τον εαυτό τους και τη δουλειά τους. Έκανε τον κόσμο να έρθει πιο κοντά σε κάτι που ήταν λίγο πιο κλειστό και πιο “elite”.
Άρα, πολλά σχέδια, πολλά κεφάλαια στη Βίβλο της Μόδας.
Πολλά.
Και χρώματα. Και μαύρο.
Χρώματα για τους άλλους, μαύρο για μένα.
Και λιγότερη δικτατορία.
Καμία δικτατορία πια, ναι.
Ελευθερία.
Ελευθερία. Ο καθένας, ξέρεις, πρέπει να ανακαλύπτει τον εαυτό του και να νιώθει ωραία μέσα από τη μόδα και όχι να ζορίζεται. Η μόδα είναι ελευθερία και χαρά.