Στις 9:30 το πρωί της 29ης Ιανουαρίου 1946, οι πόρτες του πολυκαταστήματος Gimbels στο Midtown Manhattan άνοιξαν σε 5.000 καταναλώτριες, που κλωτσούσαν, χτυπούσαν και σκοντάφτανε η μία πάνω στην άλλη καθώς έτρεχαν προς τον πέμπτο όροφο, στο τμήμα με τα γυναικεία καλσόν.

Διαβάστε ακόμη: 5 τρόποι να φορέσετε τις κάλτσες σας με στιλ

Εκεί, μετά από έναν μακρύ πόλεμο γεμάτο ελλείψεις, δελτία και άδεια ράφια, στεκόταν το πολυαναμενόμενο αντικείμενο της προόδου των εσωρούχων του 20ού αιώνα: το νάιλον καλσόν. Είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία στα μέσα του πολέμου, και πλέον οι γυναίκες μπορούσαν να αγοράσουν αυτό το «συνθετικό χρυσάφι» στην απίστευτη τιμή των 1,25 δολαρίων, σχεδόν 20 δολάρια (15 ευρώ) σε σημερινά χρήματα.

Διαβάστε ακόμη: Ποιες ήταν πρώτες, οι μπότες ή οι κάλτσες;

Γαλλικές μεταξωτές κάλτσες του 1778 που συγκρατούνται με καλτσοδέτες.

Όλα άρχισαν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο;

Πολλοί πιστεύουν ότι γενικά τα καλσόν (όχι τα νάιλον) έγιναν δημοφιλή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο, δεν εφευρέθηκαν τότε. Είχαν εμφανιστεί πολύ πριν από τη δεκαετία του 1940, απλώς παρέμειναν αμφιλεγόμενα για δεκαετίες μετά την πρώτη τους κατασκευή.

Το πρώτο ζευγάρι καλσόν κατασκευάστηκε το 1803. Η καλτσοποιία είχε μείνει σχεδόν αμετάβλητη για 200 χρόνια, αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα τα πρώτα καλσόν φτιάχτηκαν σε μηχανή. Ήταν αμφιλεγόμενα κυρίως επειδή η εταιρεία που τα παρήγαγε σκόπευε να τα χρησιμοποιήσουν οι γυναίκες ως αντικατάσταση για τα φουρό (petticoats).

Διαφήμιση για καλσόν της δεκαετίας του 1920, που παρουσιάζει μια γκάμα χρωμάτων.

Αντί για ένα μακρύ, ογκώδες εσώρουχο, οι γυναίκες θα φορούσαν ένα ζευγάρι καλσόν. Αυτό θα παρείχε ζεστασιά και σεμνότητα, επιτρέποντας να φορεθεί από πάνω ένα απλό μακρύ φόρεμα. Ο στόχος ήταν η ίδια κάλυψη με λιγότερη προετοιμασία το πρωί, κάνοντας τα φορέματα λιγότερο ασφυκτικά και επιτρέποντας στις γυναίκες να κινούνται πιο ελεύθερα. Σήμαινε επίσης ότι τα φορέματα και οι φούστες μπορούσαν να είναι πιο κοντά και να δείχνουν περισσότερο πόδι, αφήνοντας μόνο τα εφαρμοστά καλσόν να καλύπτουν τα πόδια.

Αυτή η πιο ελεύθερη προσέγγιση στο ντύσιμο θεωρούνταν άσεμνη και παρέμεινε στιγματισμένη σε όλη τη βικτωριανή εποχή. Ο λόγος που συνδέουμε τα καλσόν με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ότι η πρακτικότητά τους έγινε ευρέως αποδεκτή εκείνη την περίοδο. Τα καλσόν είναι πολύ ευκολότερα στην παραγωγή από τις κάλτσες, και πολλές μηχανές ένδυσης είχαν μετατραπεί για να φτιάχνουν στολές στρατιωτών, άρα ό,τι απαιτούσε πολύ χρόνο ήταν επιζήμιο για εταιρείες και σχεδιαστές.

Τα καλσόν, συχνά διακοσμημένα με περίτεχνα μοτίβα και ραφές, πρόσθεταν γοητεία στις εμφανίσεις των γυναικών. Βάφονταν συχνά σε έντονα χρώματα ώστε να ταιριάζουν με τα φορέματά τους και να δημιουργούν εντυπωσιακά σύνολα.

Το νάιλον καλσόν

Στις παρυφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Παγκόσμια Έκθεση του 1939 στο Flushing του Queens στη Νέα Υόρκη φιλοξένησε επιστημονικές παρουσιάσεις από εφευρέτες, με πιο αξιοσημείωτη τη χημική βιομηχανία DuPont από το Delaware. Ανεβαίνοντας στη σκηνή μπροστά σε ένα έξυπνα επιλεγμένο κοινό 4.000 γυναικών, οι επιστήμονες της DuPont συνοδεύονταν από δύο καλοντυμένες γυναίκες μοντέλα, οι οποίες θα έπαιζαν κυριολεκτικά «διελκυστίνδα» με τη νεότερη δημιουργία της εταιρείας: το νάιλον καλσόν.

Ο Wallace Carothers, δημιουργός του ‘νάιλον 66’ στο ερευνητικό κέντρο της DuPont.

Βέβαια, καλσόν από μετάξι και μαλλί φοριούνταν από εποχές Ερρίκου Η΄και Ελισάβετ Α΄, αλλά αυτό το νέο, θαυματουργό υλικό του 20ού αιώνα ήταν ελαφρύτερο από το μαλλί, αλλά ισχυρότερο από το μετάξι. Επιπλέον, μπορούσε να φορεθεί όλο τον χρόνο με μικρότερη πιθανότητα σκισίματος. Πρωτοεμφανίστηκαν στο ευρύ κοινό την άνοιξη του 1940 στο Gimbels στο Herald Square, και μέσα στους πρώτους δώδεκα μήνες τα πολυκαταστήματα της χώρας πούλησαν πάνω από 64 εκατομμύρια ζευγάρια.

Την πρώτη ημέρα διάθεσής τους, στις 15 Μαΐου 1940, η Vogue παρουσίασε ένα ειρωνικά παιχνιδιάρικο αφιέρωμα στις «αλήθειες και μύθους» αυτού του νέου επιστημονικού θαύματος, σημειώνοντας: «Σχεδόν φτάνοντας στην τρέλα από τις γοητευτικές φήμες, οι γυναίκες επιτέλους θα τα δουν, θα τα αγοράσουν, θα τα φορέσουν… Τα νάιλον καλσόν έγιναν ‘θέμα συζήτησης’· τώρα, επιτέλους, είναι απτό, αποδείξιμο γεγονός.»

Ο Jules Léotard ανέπτυξε την ακροβατική με το maillot (ολόσωμο κορμάκι) το 1859. Σε αυτό το σχέδιο βασίστηκε το καλσόν και εξελίχθηκε το 1958, ενώ έγινε απαραίτητο με τη μίνι φούστα της δεκαετίας του 1960.

Ο πόλεμος πάγωσε τη μόδα

Τα νάιλον κυριάρχησαν μέχρι το 1942, όταν η DuPont σταμάτησε απότομα την παραγωγή τους για να κατευθύνει το υλικό αποκλειστικά σε αλεξίπτωτα, σχοινιά και υλικά αεροσκαφών για τον πόλεμο. Αυτό το οικονομικό και ανθεκτικό υλικό ήταν ιδανικό γιατί διαρκούσε και δεν σχιζόταν από την πρώτη χρήση, ενώ ήταν εύκολο στη μεταποίηση. Επίσης, τα αλεξίπτωτα μέχρι τότε ήταν κατασκευασμένα σχεδόν εξ ολοκλήρου από μετάξι. Προωθούμενο το νάιλον ως «ισχυρό σαν ατσάλι, λεπτό σαν ιστός αράχνης», αποδείχτηκε ανθεκτικό, εύκαμπτο και φτηνό στην παραγωγή, το τέλειο υλικό για μαζική παραγωγή στρατιωτικών προμηθειών. Γυναίκες σε όλη τη χώρα βρίσκονταν πλέον αντιμέτωπες με άδεια ράφια και γυμνά πόδια. Σε μια συγκέντρωση το 1943, ένας άνδρας πλήρωσε 40.000 δολάρια για να αγοράσει τα καλσόν κατευθείαν από τα πόδια της Χολιγουντιανής σταρ Betty Grable, ποσό που σήμερα ισοδυναμεί με πάνω από μισό εκατομμύριο δολάρια.

Οι πρώτες ύλες και τα εργοστάσια που παρασκεύαζαν καλσόν στον πόλεμο έφτιαχναν αλεξίπτωτα και άλλα απαραίτητα για τους στρατιώτες.

Η εφεύρεση των «υγρών καλσόν»

Την εποχή του πολέμου εμφανίστηκαν τα liquid stockings, ένα μπεζ ματ foundation που βαφόταν στις γάμπες για να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι είναι καλυμμένες. Για όσες τολμούσαν κάτι παραπάνω, μια γραμμή eyeliner κατά μήκος της πίσω πλευράς της γάμπας μιμούνταν τη χαρακτηριστική ραφή των νάιλον καλσόν. Οι πάγκοι καλλυντικών σε όλη την Αμερική παρουσίασαν τη δική τους εκδοχή: από την Helena Rubinstein μέχρι το Saks Fifth Avenue. Για όσες δεν το έκαναν μόνες τους, καταστήματα παπουτσιών και πολυκαταστήματα πρόσφεραν τη «βαφή ποδιών», όπως τις βαφές για τα παπούτσια. Για μια ακόμα πιο οικονομική λύση στο σπίτι: ο ζωμός από το κρέας, αφού ξεραθεί, έκανε επίσης τη δουλειά.

Γυναίκες που τους βάφουν τα πόδια, 1940.

Η μεγάλη επιστροφή

Τα νάιλον καλσόν παρέμειναν εκτός αγοράς μέχρι τον χειμώνα του 1946, όταν ο θριαμβευτικός τους επαναπατρισμός ανακοινώθηκε παντού στον Τύπο, προκαλώντας ουρές ενθουσιασμένων αγοραστών όπου κι αν εμφανίζονταν.

Η δημοτικότητά τους αυξήθηκε με την άνοδο της μίνι φούστας τη δεκαετία του ’60. Όταν μοντέλα όπως η Twiggy και η Jean Shrimpton φόρεσαν μίνι μαζί με καλσόν, οι νεαρές γυναίκες σπεύδαν στα καταστήματα να αποκτήσουν τα δικά τους. Η σύντομη γραμμή των μίνι απαιτούσε μια λύση που δεν άφηνε να φαίνεται η ζώνη των καλτσοδέτων, τα καλσόν ήταν η τέλεια επιλογή.

Όπως εξηγεί η Moya Luckett, ιστορικός των μέσων και συν-εκδότρια του Swinging Single: Representing Sexuality in the 1960s, «Προ της μίνι φούστας, οι γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να φορούν όλο το φάσμα εσωρούχων και φανελών. Τα καλσόν, όπως και η μίνι φούστα, ήταν μια κίνηση ελευθερίας και νεότητας».

Διαφήμιση για καλσόν, 1960.

Αύξηση και πτώση

Στις δεκαετίες του 1970 και 1980, τα καλσόν αποτελούσαν βασικό κομμάτι της γκαρνταρόμπας κάθε έφηβης και γυναίκας. Καθώς περισσότερες γυναίκες εισέρχονταν στο εργασιακό περιβάλλον, οι πωλήσεις καλσόν συνέχιζαν να αυξάνονται. Σε αντάλλαγμα, οι κατασκευαστές συνέχισαν να κυκλοφορούν νέα χρώματα, υφές, μεγέθη και τεχνολογίες. «Τα πιο μεταξένια που φορέσατε ποτέ», έγραφε μια διαφήμιση της Hanes. «Κανείς δεν ξέρει ότι φοράω καλσόν», δήλωνε μια άλλη.

Οι ένδοξες μέρες τελείωσαν τη δεκαετία του 1990, μια αλλαγή που αποδίδεται σε ένα πιο χαλαρό εργασιακό περιβάλλον. Η βιομηχανία είδε πτώση στις πωλήσεις καλσόν και άνοδο άλλων προϊόντων, όπως τα opaque καλσόν και, με την άνοδο του παντελονιού στον χώρο εργασίας, οι κάλτσες για παντελόνια.

Mary Quant

Σήμερα, πολλές γυναίκες δεν αισθάνονται πλέον υποχρεωμένες να φορούν καλσόν. Η Michelle Obama, θεωρούμενη ως κορυφαία trendsetter, έχει τοποθετήσει το καλσόν στο «συρτάρι των συνταξιούχων». «Σταμάτησα να φοράω καλσόν εδώ και καιρό γιατί ήταν επώδυνα. Τα φοράς, σκίζονται, είναι άβολο», ανέφερε στο The View.
Παρότι τα νούμερα έχουν πέσει δεν φαίνεται τα καλσόν να εξαφανίζονται σύντομα. Για γυναίκες σε πιο συντηρητικά εργασιακά περιβάλλοντα, τα καλσόν παραμένουν απαραίτητα. Κάποιες άλλες προτιμούν ακόμη την πιο παραδοσιακή επιλογή.
Από την πασαρέλα, στο γραφείο, και πλέον στα συρτάρια των γυναικών, το καλσόν πέρασε από πολλά στάδια. Αλλά αυτό είναι η φυσική πορεία των πραγμάτων στη βιομηχανία. Όπως είχε πει η Coco Chanel, «Η μόδα είναι φτιαγμένη για να γίνεται ντεμοντέ».

Η ελευθερία του καλσόν

Τα καλσόν δεν ήταν απλώς πρακτικά, αφηγούνταν μια νέα ιστορία για τη θέση των νεαρών γυναικών στην κοινωνία. Στις δεκαετίες του ’50, οι νέες γυναίκες ντύνονταν σαν μικρές εκδοχές των μητέρων τους. Στη δεκαετία του ’60, η μόδα άνηκε ξεκάθαρα σε μια νέα γενιά, που συχνά απέρριπτε την κοινωνική προσδοκία να γίνουν νύφες και μητέρες σε πολύ νεαρή ηλικία. Η γκαρνταρόμπα τους έδινε έναν κοριτσίστικο χαρακτήρα, επιτρέποντας μια παράταση της εφηβείας τους, του μεταβατικού χώρου ανάμεσα στην παιδικότητα και την ενήλικη ζωή.

Η Joan Blondell και η Carole Landis στην ταινία ‘Topper Returns’, 1941.

Μία ομάδα που υιοθέτησε έντονα αυτό το στιλ ήταν οι Mods. Οι εφημερίδες περιέγραφαν τις Mod κοπέλες ως ντυμένες σαν «φυγάδες από το νηπιαγωγείο» και «χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων τρίτης δημοτικού». Οι σχεδιαστές εντυπωσιάστηκαν από τη νεότητα της εμφάνισής τους και επαναπροσδιόρισαν τη μόδα για μια ολόκληρη γενιά.

Η Mary Quant, η Λονδρέζα σχεδιάστρια που καθιέρωσε το στιλ αυτό, είχε ξεκάθαρη πρόθεση: «Στα 13 μου έκλαψα επειδή είχα μεγαλώσει. Ήθελα να αποφύγω την ενήλικη γκαρνταρόμπα, που μου φαινόταν άσχημη και μουντή, φορώντας παιδικά ρούχα για πάντα». Τα καλσόν, σε έντονα χρώματα όπως οι μαρκαδόροι Crayola, τα παιχνιδιάρικα σχέδια και οι girly διακοσμήσεις, έγιναν σύμβολο μιας αθώας αισθητικής.

Τα καλσόν, μεταξωτά, μάλλινα, οπάκ ή νάιλον, έγιναν μήνυμα αντισυμβατικότητας. Οι νέες γυναίκες αμφισβήτησαν τις παλιές κοινωνικές νόρμες και αντικατέστησαν τα δυσκίνητα εσώρουχα με ένα νέο, κομψό αίσθημα ελευθερίας. Όπως ανέφερε και η Boston Globe το 1972: «Η μεγάλη επανάσταση των εσωρούχων είχε ξεκινήσει».

Photo credit: theseamstressofbloomsbury.co.uk