Από τη rue d’Hermès στις βιτρίνες-κλώνους

Σήμερα, ανάμεσα σε διεθνείς αλυσίδες, ίδιες βιτρίνες, εποχικά installations, influencers που φωτογραφίζονται μπροστά από λογότυπα και ένα αδιάκοπο ποτάμι τουριστών, δύσκολα διακρίνει κανείς το ελληνικό αποτύπωμα που χαρακτήριζε για περισσότερο από έναν αιώνα τον σημαντικότερο εμπορικό δρόμο της πόλης. Η Ερμού δεν έγινε διάσημη επειδή ήταν ο ακριβότερος δρόμος της Αθήνας. Έγινε επειδή ήταν ο δρόμος όπου η αστική τάξη μάθαινε να ντύνεται, να ψωνίζει, να ονειρεύεται. Ήταν μια καθημερινή πασαρέλα, εκεί όπου το εμπόριο συναντούσε τη δεξιοτεχνία και η μόδα δεν ήταν προϊόν μαζικής κατανάλωσης αλλά υπόθεση προσωπικής σχέσης.

Screenshot

Μια στάση στην Ερμού 17. Το παιχνιδάδικο του Μαγγιώρου. Λίγο παρακάτω, ο Αλεξανδράκης με τα υφάσματα, οι ξύλινες προθήκες, τα κασμίρια που έμοιαζαν να διαφημίζουν ακόμη την ποιότητά τους. Ο Σινάνης, ο Μουρτζόπουλος, ο Τσαντίλης, ο Παπαγιάννης. Ονόματα που δεν άλλαξαν μόνο διεύθυνση. Άλλαξαν εποχή, πελατεία, συνήθειες, νόμισμα, τρόπο ζωής. Μαζί τους αλλάξαμε κι εμείς.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Την Αθηναία. Το χαρτοπωλείο του Πάλλη. Τα γουναράδικα με τα καλύτερα βιζόν. Τα εμπορορραφεία όπου ο πελάτης δεν έμπαινε απλώς για να αγοράσει ένα κοστούμι αλλά για να το παραγγείλει. Τους ράφτες που διαφήμιζαν τα «παριζιάνικα μοντέλα» πριν ακόμη η λέξη fashion μπει στο ελληνικό λεξιλόγιο. Γιατί η μόδα στην Ελλάδα δεν γεννήθηκε στην Ερμού. Έφτασε εκεί. Στην Αθήνα του Όθωνα, η βασίλισσα Αμαλία ήταν η πρώτη influencer της χώρας. Η γκαρνταρόμπα της, γεμάτη φορέματα από το Παρίσι, δημιουργούσε τάσεις που ακολουθούσε αμέσως η αθηναϊκή αριστοκρατία. Το λευκό μεταξωτό φόρεμα που φόρεσε στα γενέθλια του Όθωνα το 1837 έγινε η πρώτη μεγάλη μόδα της πρωτεύουσας. Οι Παριζιάνοι οίκοι έκαναν χρυσές δουλειές πολύ πριν αποκτήσουν επίσημες αντιπροσωπείες.

Για δεκαετίες η γυναικεία μόδα ήταν αποκλειστικά εισαγόμενη. Δαντέλες από τη Γαλλία, υφάσματα από την Ευρώπη, πατρόν που αντιγράφονταν από ξένα περιοδικά. Η δημιουργία ερχόταν αργότερα. Πρώτα ερχόταν η αντιγραφή. Το 1890 εγκαινιάζεται το πρώτο κατάστημα Καλογήρου στην πλατεία Συντάγματος. Λίγο αργότερα εμφανίζονται οι πρώτοι ελληνικοί οίκοι ραπτικής. Το Άστυ, οι Αυγερινός, Ριζ, Διπλαράκου, Ζωρζέτ, Αρούς, Αθανασιάδης. Τα περίφημα γουναράδικα των αδελφών Σαμαρά και του Σιστοβάρη. Το 1955 ο τελευταίος συνεργάζεται με τον Jean Dessès, φέρνοντας για πρώτη φορά την ελληνική υψηλή ραπτική τόσο κοντά στο Παρίσι.

Η Ερμού στρώθηκε με μεταξωτά, μουσελίνες, τούλια και μπροκάρ. Τα ατελιέ πλήθαιναν στην Απόλλωνος, στη Μητροπόλεως, στη Νίκης, στην Ευαγγελιστρίας. Η Παπαμιχαήλωφ, η Κουρτίδου, η Καλλιόπη Βουγιουκλάκη, η Πηνελόπη Χατζοπούλου, η Τσαμαδού έντυναν τις πιο κομψές Αθηναίες, όταν ακόμη κάθε φόρεμα ραβόταν στο χέρι. Μετά τη δεκαετία του ’20, σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος της ελληνικής ραπτικής περιστρεφόταν γύρω από την Ερμού. Δεν υπήρχαν ακόμη μεγάλοι οίκοι έτοιμου ενδύματος. Υπήρχαν μοδίστρες, τεχνίτες, πατρόν, χρυσά ψαλίδια και αμέτρητες ώρες χειροποίητης εργασίας.

Τα Χριστούγεννα, από τις 9 έως τις 11 το πρωί, η Ερμού γινόταν η μεγαλύτερη κοινωνική σκηνή της Αθήνας. Οι κυρίες των μεγάλων οικογενειών κατέβαιναν για τις τελευταίες παραγγελίες, τα ατελιέ δούλευαν ασταμάτητα και οι βιτρίνες λειτουργούσαν σαν μικρά θεατρικά σκηνικά. Στη δεκαετία του ’30 εμφανίζεται ο Γιάννης Ευαγγελίδης, δίνοντας ελληνική ταυτότητα στη μόδα, ενώ ο Δημήτρης Τσούχλος διαφημίζει ήδη τον οίκο του στα γαλλικά ως 28 rue d’Hermès. Ίσως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη ότι η Ερμού είχε αποκτήσει διεθνές κύρος πολύ πριν γίνει εμπορικός προορισμός των πολυεθνικών. Μετά τον πόλεμο, οι συλλογές του Dior, του Givenchy και της Chanel παρουσιάζονται στην Αθήνα. Οι βιτρίνες της Ερμού γίνονται έργα τέχνης. Ονόματα όπως Ευαγγελίδης, Τσαμαδού, Σικελιανού, Φρόντζου, Νίτσα και Αθανασιάδης διαμορφώνουν τη χρυσή εποχή της ελληνικής υψηλής ραπτικής.

Το 1956 ανοίγει ο Καλυβιώτης στην Ερμού 6. Ένα κατάστημα που έγινε προορισμός για κάθε μοδίστρα της Αθήνας. Φόδρες, καναβάτσα, μουσελίνες, καρφίτσες, πατρόν. Ολόκληρη η βιομηχανία της χειροποίητης μόδας περνούσε από εκεί. Στη δεκαετία του ’60 ο Γιάννης Τσεκλένης ταξιδεύει την ελληνική μόδα σε όλο τον κόσμο και η Ερμού αποκτά μία από τις χαρακτηριστικές του βιτρίνες. Την ίδια εποχή ο Χαραλάς, ο Κάρολος Ντηλ και δεκάδες ακόμη ελληνικές επιχειρήσεις δίνουν στον δρόμο μια προσωπικότητα που δύσκολα συναντά κανείς σήμερα.

Ύστερα ήρθε το Κολωνάκι. Η Βουκουρεστίου, η Ηροδότου, η Τσακάλωφ, η Κανάρη. Οι μεγάλοι οίκοι μετακινήθηκαν, η αγορά άλλαξε κέντρο βάρους και η Ερμού άρχισε σταδιακά να μεταμορφώνεται σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα. Η συνέχεια είναι γνωστή. Franchises, πολυεθνικές αλυσίδες, flagship stores, ίδιες βιτρίνες από το Λονδίνο μέχρι το Ντουμπάι, από τη Μαδρίτη μέχρι την Αθήνα. Ο δρόμος παραμένει ένας από τους ακριβότερους εμπορικούς δρόμους της Ευρώπης, αλλά σπάνια αφηγείται μια ιστορία αποκλειστικά ελληνική.

Κι όμως, η Ερμού δεν έχασε ολοκληρωτικά τη μνήμη της. Αρκεί να αφήσεις για λίγο τις σακούλες, να στρίψεις στα στενά που την αγκαλιάζουν, να σηκώσεις το βλέμμα πάνω από τις φωτεινές επιγραφές. Πίσω από τις γυάλινες προσόψεις επιμένουν ακόμη μερικά παλιά κτίρια, ξεχασμένες επιγραφές, μπαλκόνια άλλων εποχών και ιστορίες που δεν χωρούν σε κανένα επιχειρηματικό πλάνο. Η Ερμού δεν είναι αγνώριστη. Είναι απλώς μια πόλη μέσα στην πόλη που έμαθε να αλλάζει πρόσωπα χωρίς να ξεχνά εντελώς το πρώτο της. Και κάπου, ανάμεσα στον θόρυβο και στις ίδιες βιτρίνες που επαναλαμβάνονται σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, η μελωδία της παλιάς λατέρνας εξακολουθεί να ακούγεται. Υπενθυμίζοντας πως πριν από τα logos υπήρξαν οι τεχνίτες. Πριν από τα flagship stores, οι μοδίστρες. Και πριν από τις βιτρίνες-κλώνους, υπήρχε η rue d’Hermès.