Η Ζεντάγια, η Σαρλίζ Θερόν, η Αν Χάθαγουέι μπορεί να μονοπωλούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα εξώφυλλα, τα πρωτοσέλιδα με τις εμφανίσεις τους στα λευκά, στα χρυσά ή στα μαύρα, με τις πτυχώσεις τους σε συνέχειες, στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας της ταινίας «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, όμως η ιστορία είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το κόκκινο χαλί.

Πολύ πριν τα δερμάτινα σανδάλια μονομάχου γίνουν viral ή τα ντραπέ φορέματα βαφτιστούν ξανά «goddess dressing». Από τον Πολ Πουαρέ, που απελευθέρωσε το γυναικείο σώμα από τον κορσέ στις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι τη Μαντάμ Γκρε, τον Γιαννάκη (Ζαν) Ντεσσέ (γνωστό και ως βασιλιά της μουσελίνας) από την Αλεξάνδρεια και τον Μαριάνο Φορτούνι, η αρχαία Ελλάδα υπήρξε το πιο διαχρονικό λεξιλόγιο της υψηλής ραπτικής και του πρετ-α-πορτέ.

Και σήμερα, από τους οίκους Schiaparelli και Alaïa μέχρι σχεδιαστές όπως ο Jonathan Anderson και η Maria Grazia Chiuri, οι ίδιες ιδέες συνεχίζουν να διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη σύγχρονη αισθητική από το χθες. Γιατί η μεγαλύτερη κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας στη μόδα δεν είναι η αισθητική της αλλά η ελευθερία που χάρισε στο σώμα.

Πριν από το πολυσυζητημένο φιλμ που έγινε το απόλυτο μπλοκμπάστερ, στα θερινά και σε imax αίθουσες, πριν από τα moodboards, τα hashtags και την Ελληνίδα θεά που εμφανίζεται κάθε καλοκαίρι στις αναζητήσεις της μόδας, υπήρχε μια πολύ πιο ουσιαστική σχέση ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα και το ντύσιμο. Ξεχάστε τις δάφνες, τα σανδάλια και τα λευκά φορέματα.

Όταν η μόδα επιστρέφει στην αρχαία Ελλάδα είναι για να εξελιχτεί η διαχρονική συζήτηση για την ελευθερία του σώματος. Ευτυχώς λοιπόν που υπάρχει και η περιοδεία για την προώθηση του «The Odyssey» για να παρατηρήσουμε για μια ακόμη φορά την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την ελληνική αισθητική. Πτυχώσεις, χιτώνες, υποτονικές αποχρώσεις, μπούστο που θυμίζουν γλυπτά, φτερά που φέρνουν στο μυαλό μας τη Νίκη της Σαμοθράκης.

Η ελληνική επιρροή στη μόδα αφορά στιλ και φιλοσοφία, περιτύλιγμα και ουσία, ομορφιά και ενδυνάμωση. Ένα μάθημα μόδας για τις νεότερες γενιές. Όπως όταν στις αρχές του 20ού αιώνα ο Πολ Πουαρέ αποφάσισε να απαλλάξει τις γυναίκες από τον κορσέ, αναζητώντας μια διαφορετική αντίληψη για το σώμα. Στους χιτώνες της αρχαιότητας είδε κάτι που η δυτική μόδα είχε ξεχάσει για αιώνες. Το γεγονός ότι το ύφασμα μπορούσε να ακολουθεί το σώμα αντί να το διορθώνει.

Από εκείνη τη στιγμή ξεκινά ουσιαστικά η σύγχρονη ιστορία της ελληνικής επιρροής. Η Μαντλέν Βιονέ αντιμετώπισε το ύφασμα σαν αρχιτέκτονας. Ο Μαριάνο Φορτούνι δημιούργησε το περίφημο Delphos, ίσως το πιο εμβληματικό φόρεμα του 20ού αιώνα, εμπνευσμένο από τον Ηνίοχο των Δελφών. Σύγχρονα ρούχα που χρησιμοποιούσαν μια αρχαία ιδέα για να μιλήσουν στο παρόν και να γράψουν τη δική τους ιστορία.

Κανείς όμως δεν φαίνεται να πλησίασε περισσότερο το ελληνικό ιδεώδες από τη Madame Grès με φορέματα που μοιάζουν ακόμη και σήμερα σαν να έχουν σμιλευτεί στο σώμα. Για γυναίκες αγάλματα. Μετράμε στις εικόνες αμέτρητες μικροσκοπικές πιέτες, ατελείωτες ώρες χειροποίητης δουλειάς και μια σχεδόν γλυπτική αντίληψη για το ύφασμα. Με δημιουργίες που είναι σα να αιωρούνται γύρω από το σώμα. Μάρμαρο και μετάξι, κίνηση και χορός.

Λίγο αργότερα εμφανίζεται ένας ακόμη σχεδιαστής που συχνά παραμένει υποτιμημένος στη διεθνή ιστορία της μόδας: ο Ζαν Ντεσσέ. Κι ας τον έχει φορέσει ακόμη και η Ρενέ Ζελβέγκερ στο κόκκινο χαλί, vintage Jean Desses, σε ένα φόρεμα έργο τέχνης από κίτρινη μουσελίνα.  Γεννημένος από Έλληνες γονείς, έκανε το Παρίσι να ερωτευτεί ξανά τις πτυχώσεις. Οι βραδινές του δημιουργίες των δεκαετιών του ’40 και του ’50 μεταμόρφωναν τις γυναίκες σε σύγχρονες Καρυάτιδες. Αν η Madame Grès αναζητούσε την αυστηρότητα της αρχαίας γλυπτικής, ο Dessès αναζητούσε τη θεατρικότητα της ελληνικής μυθολογίας. Οι δημιουργίες του έμοιαζαν να κινούνται ακόμη κι όταν το σώμα στεκόταν ακίνητο.

Ο Γιάννης Τσεκλένης ήταν ο πρώτος που μου είχε μιλήσει με τόσο ενθουσιασμό και σεβασμό για τον σπουδαίο Ζαν Ντεσσέ.  Οι πιο ανήσυχοι σχεδιαστές σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη γνωρίζουν πάντα την αφετηρία. Ο Γιόζι Γιαμαμότο απέτισε φόρο τιμής στη Madame Grès. Ο Αλεξάντερ ΜακΚουίν έντυσε τις ηρωίδες του σαν σύγχρονες Αργοναύτισσες. Ο Ζαν Πολ Γκοτιέ μπέρδεψε τον Παρθενώνα με το παριζιάνικο καμπαρέ. Ο Καρλ Λάγκερφελντ μετέτρεψε το Grand Palais σε Ακρόπολη. Η Μαρία Γκράτσια Κιούρι παρουσίασε την Cruise συλλογή του Dior στην Αθήνα ως φυσική συνέχεια μιας αισθητικής που συνοδεύει τον οίκο εδώ και δεκαετίες.

Ακόμη και όταν δεν βλέπουμε άμεσα την Ελλάδα, αυτή βρίσκεται εκεί. Στη λοξή πτύχωση ενός φορέματος Alaïa. Στα φορέματα γλυπτά του οίκου Schiaparelli. Στις σχεδόν μαρμάρινες σιλουέτες του Balenciaga. Όταν οι δημιουργοί δεν ανατρέχουν στα αρχεία του οίκου, αρνούνται να αντιγράψουν αρχαιολογικά ευρήματα, προτιμούν να αφηγηθούν ντραπέ ιστορίες. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Οδύσσεια της μόδας made in Greece…