Αν ακόμη ψάχνετε να βρείτε το πιο περιζήτητο κομμάτι της νέας σεζόν, δεν θα το βρείτε στη βιτρίνα αλλά στο μενού. Καθώς οι ιστορικοί οίκοι, μαζί με ανεξάρτητα brands, επιθυμούν να αφηγηθούν μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, η μόδα εξελίσσεται μέσα από το σύγχρονο lifestyle, προσφέροντας φορέματα, κοστούμια, τσάντες, γραβάτες, γόβες αλλά και πιάτα, βάζα, ανοιχτήρια και ποτήρια ασορτί με λογότυπα και τασάκια με μονογράμματα.

Διαβάστε ακόμη: 5 αθηναϊκές ταράτσες για απόλαυση του ουραν(ισκ)ου

Και το επόμενο βήμα; Χώροι, εστιατόρια, ξενοδοχεία, γκαλερί, καταστήματα που συντηρούν αυτήν ακριβώς την εικόνα. Το καταλαβαίνεις λίγο προτού καθίσεις σε ένα τραπέζι στην Gucci Osteria στη Φλωρεντία. Αντί να κοιτάζεις τον κατάλογο, παρατηρείς γύρω σου. Όταν φτάνει το πιάτο της ομάδας του διάσημου Ιταλού σεφ Μάσιμο Μποτούρα, καταλαβαίνεις ότι δεν βρίσκεσαι απλώς σε ένα εστιατόριο αλλά στο ολοκαίνουργιο σύμπαν του οίκου Gucci.

Αυτή είναι η νέα τάση. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στη μόδα. Ο ορισμός της πολυτέλειας; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η αλλαγή δεν προέκυψε από μια δημιουργική ιδιοτροπία των luxury brands αλλά ως απάντηση σε μια διαφορετική σχέση με την επιθυμία. Για δεκαετίες η πρώτη αγορά ενός νέου πελάτη πολυτελείας ήταν ένα πορτοφόλι, ένα μεταξωτό μαντίλι ή ένα κραγιόν. Σήμερα, το πρώτο σημείο επαφής μπορεί να είναι ένας espresso των δέκα ευρώ ή ένα επιδόρπιο που θυμίζει περισσότερο haute couture παρά ζαχαροπλαστείο.

Στη νέα μπουτίκ του Dior στη Via Montenapoleone του Μιλάνου, ο Πίτερ Μαρίνο σχεδίασε έναν χώρο όπου η αρχιτεκτονική συνομιλεί με κουτύρ, ενώ ο Ενρίκο Μπαρτολίνι υπογράφει το Monsieur Dior Restaurant. Πριν ακόμη φτάσει το πρώτο πιάτο, περνάς μέσα από αίθρια, κήπους, έργα τέχνης, ιδιωτικά salons και συλλογές υψηλής κοσμηματοποιίας. Το γεύμα ως η φυσική συνέχεια σε έναν άλλο πλανήτη.

Στη Νέα Υόρκη, στο Ralph’s Coffee, το πράσινο των τοίχων, τα μπρούντζινα φωτιστικά, το σκούρο ξύλο και το άρωμα του Arabica καφέ σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι μπήκες στο σπίτι που ο Ραλφ Λόρεν ονειρεύεται εδώ και πενήντα χρόνια. Δεν υπάρχει τίποτα επιτηδευμένο στο μενού. Ένα cappuccino, ένα brownie, μια τάρτα ημέρας. Αλλά όλα μοιάζουν σαν να υπήρχαν πάντα εκεί. Η απλότητα είναι η πιο δύσκολη μορφή πολυτέλειας.

Στο Palais Royal του Παρισιού, το Café Kitsuné σερβίρει matcha latte, αφράτα γλυκά και καφέ με την ίδια ακρίβεια που σχεδιάζει τις συλλογές του. Οι θαμώνες αντί να κοιτούν τις βιτρίνες, φορούν πουλόβερ με το brand πάνω, κοιτούν ο ένας τον άλλον, κρατώντας χάρτινα ποτήρια που έχουν αποκτήσει σχεδόν συλλεκτική αξία.

Λίγο πιο πέρα, στο Saint Laurent Babylone, δεν υπάρχει η βιασύνη μιας boutique. Υπάρχουν σπάνια βιβλία, βινύλια, εκδόσεις τέχνης, αναγνώσεις, μουσική και μια ατμόσφαιρα που θυμίζει ιδιωτικό σαλόνι του Saint-Germain. Αντί να ψάχνεις το επόμενο jacket, ανακαλύπτεις ένα εξαντλημένο φωτογραφικό λεύκωμα.

Στο Λονδίνο, ο οίκος Loewe επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Ένα pop-up κατάστημα (για ένα μικρό χρονικό διάστημα) αφιερωμένο σε παγωτό φιστίκι, εμπνευσμένο από ένα αρωματικό κερί της συλλογής της. Το χρώμα του φιστικιού καλύπτει τους τοίχους, οι επισκέπτες σχηματίζουν ουρές, οι φωτογραφίες ανεβαίνουν στα κοινωνικά δίκτυα πριν ακόμη λιώσει η πρώτη μπουκιά.

Στην Οσάκα, το Le Café V της Louis Vuitton βρίσκεται στην κορυφή ενός κτιρίου που θυμίζει ιστιοφόρο. Η Louis Vuitton προσφέρει μια στάση μέσα σε ένα ταξίδι, παραμένοντας πιστή στην ιστορία της ως οίκος που γεννήθηκε για να συνοδεύει τις μετακινήσεις. Μαζί με την τελετουργία του τσαγιού.

Στη Νέα Υόρκη, το Blue Box Café του οίκου Tiffany μετατρέπει το “Πρωινό στο Τίφαννυς” από κινηματογραφική φαντασίωση σε πραγματικότητα. Το πρωινό φτάνει στο τραπέζι σαν σκηνή ταινίας: madeleine, κρουασάν με σοκολάτα, αβγά με χαβιάρι, γιαούρτι με granola και χυμός που ονομάζεται Jus Golightly, για την ηρωίδα της ταινίας που υποδύθηκε με πάθος η Όντρεϊ Χέπμπορν.

Στην Μπανγκόκ, το Dior Café το δημοφιλέστερο γλυκό στο μενού είναι το Le Soleil, με σοκολάτα Manjari και χρυσές λεπτομέρειες, φτάνει στο τραπέζι σαν μικρογραφία ενός couture φορέματος. Κανείς δεν βιάζεται να το δοκιμάσει. Πρώτα το παρατηρεί.  Ο Γάλλος σχεδιαστής Simon Porte  Jacquemus, ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Τα εποχικά cafés του εμφανίζονται και εξαφανίζονται σαν καλοκαιρινές αναμνήσεις. Ένα μπλε café, μια παραλία στη Μεσόγειο, λεμονάδες, φρέσκα φρούτα, καρέκλες που μοιάζουν βγαλμένες από διακοπές στη Νότια Γαλλία.

Η δημιουργικότητα δεν εξαντλείται σε μια πασαρέλα, ούτε περιορίζεται σε ένα ατελιέ. Απλώνεται σε ένα τραπέζι, σε ένα βιβλιοπωλείο, σε ένα φλιτζάνι, σε ένα παγωτό, σε μια κράτηση που γίνεται εβδομάδες πριν από ένα ταξίδι. Τι θα έλεγε σήμερα η Κοκό Σανέλ αν γνώριζε ότι σερβίρεται καφές Chanel ή ο Iβ Σεν Λοράν ότι υπάρχει βιβλιοπωλείο με το όνομα του; Η μόδα πάντα ήξερε να δημιουργεί επιθυμίες. Τώρα έμαθε και να τις σερβίρει. Με ένα κουτάλι, ένα φλιτζάνι, ένα ποτήρι ή ένα επιδόρπιο που μοιάζει υπερβολικά όμορφο για να το φας. Αλλά αυτή ακριβώς είναι η γοητεία του: πρώτα το φωτογραφίζεις, μετά το δοκιμάζεις.