Η μέρα που συνάντησα τον Michael Kors
Η πρώτη φορά που τον είδα δεν ήταν σε πασαρέλα. Ήταν δίπλα στο ταμείο ενός πολυκαταστήματος. Και η πιο σημαντική κουβέντα που έκανε δεν αφορούσε ποτέ τα ρούχα.
Είχα μόλις αγοράσει ένα μπεζ σακάκι με λεπτομέρειες από σουέντ από το Harvey Nichols όταν τον είδα για πρώτη φορά. Ο Michael Kors στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, όχι πάνω σε κάποια σκηνή ούτε περιτριγυρισμένος από κάμερες, αλλά ανάμεσα στις πελάτισσες του καταστήματος. Τους μιλούσε για το πώς ένα ρούχο μπορεί να αλλάξει τη διάθεση μιας γυναίκας, να της δώσει αυτοπεποίθηση, να την κάνει να σταθεί λίγο πιο ίσια απέναντι στον κόσμο. Δεν τον ήξεραν ακόμη όλοι. Δεν είχε μετατραπεί σε μια παγκόσμια μηχανή πολυτελείας. Ήταν όμως ήδη ο άνθρωπος που έβαζε τη γυναίκα πάνω από τη μόδα.

Χρόνια αργότερα, όταν βρεθήκαμε για τη συνέντευξή μας, διαπίστωσα ότι δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Παρέμενε αστείος, αυθόρμητος, χωρίς ίχνος έπαρσης. Την εποχή εκείνη η Madison Avenue είχε ήδη αποκτήσει το λαμπερό του flagship store, η αμερικανική Vogue τον αποκαλούσε «King Kors» και οι συλλογές του εξαφανίζονταν από τα καταστήματα. Κι όμως, ο ίδιος εξακολουθούσε να μιλά για τη γυναίκα που δοκιμάζει ένα σακάκι, όχι για τη σταρ που περπατά στο κόκκινο χαλί. Μου είχε πει κάτι που δεν ξέχασα ποτέ: δεν τον ενδιέφερε αν η πελάτισσά του ήταν η Σάρον Στόουν ή μια γυναίκα που πήγαινε κάθε πρωί στο γραφείο. Όλες είχαν ανάγκη να αισθανθούν όμορφες. Η μόνη διαφορά, όπως έλεγε, ήταν ότι οι διάσημες ζουν κάτω από ένα μόνιμο μικροσκόπιο και νιώθουν πως πρέπει να είναι τέλειες κάθε μέρα.

Εκείνη την εποχή έντυνε τις πιο γνωστές γυναίκες του κόσμου. Η Γκουίνεθ Πάλτροου, η Ρενέ Ρούσο, η Κρίστιν Σκοτ Τόμας, η Σάρον Στόουν, η Μαρί-Σαντάλ και τόσες άλλες αγόραζαν ολόκληρες τις συλλογές του. Παρ’ όλα αυτά, η κουβέντα μας δεν περιστράφηκε ποτέ γύρω από τις διασημότητες. Περιστράφηκε γύρω από την καθημερινότητα. Γύρω από τις γυναίκες που δουλεύουν, τρέχουν, μεγαλώνουν παιδιά και χρειάζονται ρούχα που να υπηρετούν τη ζωή τους και όχι το αντίστροφο.

Ίσως γι’ αυτό ο Kors έμοιαζε πάντα περισσότερο με παρατηρητή της ζωής παρά με σχεδιαστή εγκλωβισμένο στις πασαρέλες. Πολύ πριν μιλήσουμε για παγκοσμιοποίηση, πίστευε ότι η μόδα είχε ήδη γίνει μία κοινή γλώσσα. Μου έλεγε ότι δεν υπάρχουν πια αμερικανικές ή γαλλικές τάσεις. Ταξιδεύουμε όλοι περισσότερο, βλέπουμε τα ίδια πράγματα, ενημερωνόμαστε ταυτόχρονα και τελικά οι γυναίκες, είτε βρίσκονται στην Αθήνα είτε στο Χονγκ Κονγκ, αναζητούν ακριβώς το ίδιο: να αισθάνονται ο εαυτός τους.
Όταν τον ρώτησα για την Ελλάδα, χαμογέλασε. Ζήλευε τον ήλιο μας, μου είπε. Θεωρούσε ότι έχουμε το ωραιότερο κλίμα στον κόσμο και παραδεχόταν πως οι Ευρωπαίοι ξέρουν να απολαμβάνουν τη ζωή περισσότερο από τους Αμερικανούς. Ήταν μια παραδοχή που δεν την άκουγες εύκολα από έναν άνθρωπο που ζούσε ανάμεσα στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και το Μιλάνο.

Η δική του ιστορία είχε ξεκινήσει πολύ διαφορετικά. Ως παιδί είχε στήσει μια αυτοσχέδια μπουτίκ στο υπόγειο του σπιτιού του και οι πρώτες πελάτισσές του ήταν οι γειτόνισσες. Στη μητέρα του, πρώην μοντέλο της Revlon, είχε υποσχεθεί ότι στα είκοσι ένα του θα είχε τη δική του επιχείρηση. Την κράτησε την υπόσχεση. Ίσως γιατί εκείνη του είχε μάθει κάτι που θεωρούσε καθοριστικό: ο τρόπος που ντύνεται μια μητέρα επηρεάζει για πάντα τον σχεδιαστή που μεγαλώνει δίπλα της.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν το πώς αντιμετώπιζε την επιτυχία. Παραδεχόταν ότι πριν από κάθε επίδειξη ένιωθε αγωνία, επειδή μήνες δουλειάς εξαφανίζονται μέσα σε ένα τέταρτο της ώρας. Δεν πίστευε ότι η μόδα υπάρχει μόνο για τις φωτογραφίες και τα χειροκροτήματα. Θύμωνε, μάλιστα, με σχεδιαστές που δημιουργούσαν μόνο για το θέαμα, ξεχνώντας ότι οι περισσότερες γυναίκες έχουν μια πραγματική ζωή έξω από τις πασαρέλες.

Όσο περισσότερο μιλούσαμε τόσο λιγότερο έμοιαζε με τον «βασιλιά» που περιέγραφαν τα περιοδικά. Όταν ήθελε να ξεφύγει από τη μόδα, έκλεινε το τηλέφωνό του, έφευγε για μια παραλία, διάβαζε ακόμη και τα πιο ανάλαφρα μυθιστορήματα της Jackie Collins και προσπαθούσε να μη σκέφτεται ούτε υφάσματα ούτε επιδείξεις. Ο προσωπικός του παράδεισος δεν ήταν μια σουίτα στο Παρίσι αλλά μια ήσυχη παραλία με νερό, άμμο και απόλυτη ησυχία.
Στο τέλος της κουβέντας μας τον ρώτησα τι σημαίνει επιτυχία. Περίμενα μια απάντηση για χρήματα, αναγνώριση ή δημιουργία. Αντί γι’ αυτό μου είπε μόνο μία λέξη: «Ελευθερία». Και όταν τον ρώτησα τι σημαίνει ελευθερία, απάντησε χωρίς να το σκεφτεί: «Χρόνος».

Πέρασαν πολλά χρόνια από εκείνη τη συνάντηση. Ο κόσμος της μόδας άλλαξε, οι τάσεις ήρθαν και έφυγαν, τα κοινωνικά δίκτυα ξαναέγραψαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Εκείνη η φράση, όμως, παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ. Γιατί τελικά η μεγαλύτερη πολυτέλεια δεν είναι μια τσάντα, ένα φόρεμα ή ένα λογότυπο. Είναι να έχεις τον χρόνο να ζήσεις τη ζωή που πραγματικά θέλεις. Ιs that right, Michael?











Πηνελόπη Παπανικολάου