Σε όλα σχεδόν τα έργα του κυριαρχεί η αίσθηση της απογοήτευσης, της απελπισίας, της απομάγευσης του κόσμου, της πεποίθησης ότι ο παράδεισος δεν είναι εφικτός. Και, όμως. Από αυτό το εύφλεκτο μείγμα μελαγχολίας, πικρίας και εγκατάλειψης, δεν λείπει ποτέ η διάθεση για ένα νέο ξεκίνημα, για μια πιο ελπιδοφόρα ανάγνωση των πραγμάτων.

Διαβάστε ακόμα: Ευάρεστος Πιμπλής: Πέρα από τη συναίνεση

Το αμερικανικό όνειρο

Άλλωστε, ο Francis – Scott Fitzgerald (1896-1940) θα παρέμενε ρομαντικός μέχρι τέλους. Ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η άλλη όψη του παραδείσου» (1920) εστιάζει σε θέματα που συναντάμε στα μεταγενέστερα έργα του. Ίσως κανένας άλλος συγγραφέας δεν αποτύπωσε τόσο πειστικά, σχεδόν παραισθητικά, το αμερικανικό όνειρο και τη διάψευσή του, παθιασμένους αδιέξοδους έρωτες και το κλίμα μιας «τρελής» εποχής βυθισμένης στη χλιδή και την ανεμελιά. Και όλα αυτά με σκηνικό την εντελώς ανυποψίαστη Αμερική, λίγο πριν από το Μεγάλο Κραχ του 1929, σε μια περίοδο πρωτοφανούς ευμάρειας, ηθικής χαλάρωσης, καιροσκοπισμού και, φυσικά, διαφθοράς.

Διαβάστε ακόμα: 5 βιβλία επιστημονικής φαντασίας

Στην ουσία, τα μυθιστορήματα του Fitzgerald αποτελούν το χρονικό μιας ολόκληρης εποχής, της «εποχής της τζαζ» όπως την ονόμασε ο σπουδαίος Αμερικανός συγγραφέας, καθώς και της κατάρρευσής της. Η τζαζ έκρυβε μέσα της ένα μήνυμα αλλαγής, μια έντονη συγκίνηση και μια άγρια φυγή μαζί με μια λεπτή διαπεραστική θλίψη – πάντα με την υπόσχεση κάποιας επερχόμενης απόλαυσης.

Οι νέοι άκουγαν το μήνυμα και το ακολουθούσαν, έμπαιναν μέσα σε κάθε πόρτα συχνά επιλέγοντας άγνωστα μονοπάτια. Χόρευαν πολύ, έπιναν ακόμα περισσότερο και δούλευαν με την ίδια πυρετώδη ένταση. Δούλευαν για να ανέλθουν, να κερδίσουν κοινωνική αναγνώριση, να πουλήσουν, να διαφημίσουν, να εφεύρουν μηχανήματα, να δημιουργήσουν αθάνατα έργα λογοτεχνίας.

Ευτυχία, χρήμα και δόξα

Αυτό ακριβώς έκανε και ο ίδιος ο Fitzgerald, αποσκοπώντας στο να ικανοποιήσει το ιδεώδες της εποχής του. Εκείνα τα χρόνια το αμερικανικό όνειρο αναδυόταν σαν μια καινούργια Επαγγελία: το ατομικό ιδεώδες υποσχόταν ευτυχία, χρήμα και δόξα για όποιον ενδιαφερόταν να τα αποκτήσει. Και για όποιον προσπαθούσε αρκετά και είχε την τύχη με το μέρος του. Αλλά το όνειρο συχνά μεταμορφωνόταν σε απώλεια πικρή όταν κανείς κέρδιζε γόητρο και χρήμα, ενώ την ίδια στιγμή η ευτυχία τού διέφευγε – ξεγλιστρούσε σαν τον υδράργυρο στην παλάμη.

Όπως συμβαίνει με τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ», μια από τις πλέον σημαντικές ρομαντικές ιστορίες του εικοστού αιώνα. Ο συγγραφέας του, μέσω της εμμονής του Γκάτσμπυ για την παλιά αγαπημένη του, κατορθώνει να φιλοτεχνήσει τη νεοϋορκέζικη κοινωνία της δεκαετίας του ’20 και να περιγράψει με εκπληκτικό τρόπο το ανέμελο κλίμα της εποχής λίγο πριν από το Μεγάλο Κραχ. Εδώ, ο ρομαντισμός του Γκάτσμπυ θα συγκρουστεί με την πραγματικότητα και ο πρωταγωνιστής θα εγκλωβιστεί ανάμεσα στα αδιέξοδα των επιλογών του και τη ματαιότητα μιας επιφανειακής ζωής.

«Χειμωνιάτικα όνειρα»

Και, πράγματι, ο Fitzgerald διαισθάνθηκε την καταστροφή που ερχόταν. Η Aμερική θα γινόταν μία χώρα όπου θα κυριαρχούσε ο υπόκοσμος με τους δικούς του κώδικες. Πάντως, για τους θαυμαστές του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ υπάρχει μια αριστοτεχνική νουβέλα με τίτλο «Χειμωνιάτικα όνειρα» που αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές και συγκινητικές αποτυπώσεις του φαντασιακού κόσμου που διατρέχει ολόκληρο το έργο του.

Σε αυτό το κείμενο, ο σπουδαίος Αμερικανός συγγραφέας συνθέτει έναν κόσμο επιθυμίας, φιλοδοξίας και αυταπάτης, έναν κόσμο όπου το όνειρο δεν λειτουργεί απλώς ως στόχος, αλλά ως βαθιά υπαρξιακή ανάγκη. Ο πρωταγωνιστής πορεύεται με οδηγό την επιθυμία για κοινωνική άνοδο, για έρωτα και για μια ζωή που υπερβαίνει τα όρια της καθημερινότητας, αναζητώντας το ιδανικό μέσα από εικόνες λάμψης και επιτυχίας.
Αλλά τα «χειμωνιάτικα όνειρα» του τίτλου δεν είναι μόνο προσωπικές φιλοδοξίες: είναι εύθραυστα, ψυχρά και συχνά καταδικασμένα να λιώσουν, όπως το χιόνι, μπροστά στην πραγματικότητα.

Ο Fitzgerald αποτυπώνει με λεπτότητα τη σύγκρουση ανάμεσα στην ορμή της νεότητας και τη διάψευση της ωριμότητας, αποκαλύπτοντας το κόστος της προσκόλλησης σε ένα ιδανικό που παραμένει άπιαστο. Η επιθυμία, όσο έντονη κι αν είναι, δεν εγγυάται την ευτυχία· αντίθετα, συχνά οδηγεί σε μια πικρή επίγνωση της απώλειας. Ως προάγγελος του εμβληματικού μυθιστορήματος «Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ», το κείμενο αυτό πάλλεται στον ίδιο ρυθμό: τη λαχτάρα για κάτι όμορφο και απρόσιτο, φτιαγμένο από το υλικό των ονείρων.

Η γνήσια συγκίνηση που γεννά η γραφή του Fitzgerald πηγάζει από την ικανότητά του να μετατρέπει το αμιγώς προσωπικό όνειρο σε καθολική εμπειρία. Η αφηγηματική του τέχνη, απαράμιλλη και σαγηνευτική, εξακολουθεί να γοητεύει τον αναγνώστη, επιβεβαιώνοντας τη θέση του στο πάνθεο των κορυφαίων δημιουργών της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Παράλληλα, όμως, είναι μια νουβέλα που ρίχνει φως σε μια πιο σκοτεινή, καθώς και πιο αυτοβιογραφική πλευρά του Fitzgerald, από τον κατ’ εξοχήν συγγραφέα που ενσαρκώνει τις τάσεις της «χαμένης γενιάς», ιχνηλατώντας -με τρόπο σπαρακτικό- τα όρια μεταξύ αληθινού και φανταστικού, καλού και κακού. Αλλά, όπως προκύπτει ποικιλοτρόπως και από αυτό το έργο, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται…

Μετάφραση: Λένα Σαμαρά
Εκδόσεις: Χνάρι
Σελίδες: 104

Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος