Gaston Leroux: Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου
«Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου» είναι ένα αρχετυπικό μυθιστόρημα μυστηρίου με το δωμάτιο να γίνεται θέατρο δράσης ενός δισεπίλυτου εγκλήματος και τον συγγραφέα του, Gaston Leroux, να υπογράφει μια κορυφαία στιγμή στην ιστορία του δωματίου στη λογοτεχνία.
Η ιστορία του δωματίου στη λογοτεχνία, μαζί με την πνιγηρή αίσθηση της απομόνωσης, τη δράση σε κλειστό χώρο, τη μοναξιά, τη μόνωση, το μυστήριο πίσω από την κλειστή πόρτα, κάνουν την εμφάνισή τους στα τέλη του 19ου αιώνα: Είναι η εποχή της ανάπτυξης των μεγάλων αστικών κέντρων και της εξάπλωσης του σύγχρονου τρόπου ζωής, με τις εμφανείς επιπτώσεις του στις συμπεριφορές.
Διαβάστε ακόμα: 5 κλασικά μυθιστορήματα κατασκοπείας που πρέπει να έχετε στη βιβλιοθήκη σας
Η ιστορία του δωματίου στη λογοτεχνία
Έτσι, με πρώτο τον Nτοστογιέφσκι στο «Υπόγειο», δημιουργήθηκαν διαχρονικής σημασίας έργα όπου το δωμάτιο πρωταγωνιστεί ως χώρος δράσης ή απραξίας. Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το «Υπόγειο» ή αλλιώς «Αναμνήσεις από το υπόγειο» το 1864, όταν επέστρεψε στη Ρωσία από το Παρίσι, χρεοκοπημένος από τη χαρτοπαιξία και βρήκε τη σύζυγό του ετοιμοθάνατη. Στο χρονικό διάστημα που της παραστάθηκε στο κρεβάτι του πόνου, έγραψε αυτό το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο συγγραφέας μας συστήνεται ως ένας συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος σαράντα χρόνων που αυτοπροσδιορίζεται ως άνθρωπος του υπογείου. Ο ήρωας αυτοαναλύεται μέσα από έναν παραληρηματικό μονόλογο και προσπαθεί να καταδείξει τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις συνέπειες της αγάπης και της ηδονής, την αντίθεση ανάμεσα στο υγιές και στο νοσηρό, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια. Οι τέσσερις τοίχοι δεν είναι παρά το ασυνείδητο του πρωταγωνιστή, ο οποίος εισέρχεται στον λαβύρινθο του εαυτού του για να γίνει έρμαιο των ανεξέλεγκτων εσωτερικών του δυνάμεων.
Κλειστοφοβικό και ταυτόχρονα εντελώς αληθινό, το μυθιστόρημα «H πείνα» (1888) του Xάμσουν είναι η επιτομή της σπουδαίας αφήγησης., όπου σημασία δεν έχει η ιστορία, τα τεκταινόμενα, ούτε καν ο ήρωας, αλλά ο τρόπος που γίνονται και λέγονται τα πράματα. Τοποθετημένη στη Χριστιανία (σημερινό Όσλο) στα τέλη του 19ου αιώνα, η «Πείνα» αποτυπώνει τις προσπάθειες του ανώνυμου ήρωα που πασχίζει να επιβιώσει στην μικρή του κάμαρα γράφοντας άρθρα για εφημερίδες, τα οποία θα του επιτρέψουν να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες του -να φάει και να κοιμηθεί- με αξιοπρέπεια. Δεν τα καταφέρνει πάντα – με την κοινωνική, φυσική και πνευματική του κατάσταση σε διαρκή εξασθένηση, να οδηγείται ολοένα και περισσότερο στην παράνοια.
σε ένα πενιχρό δωμάτιο
Απ’ την άλλη, υπάρχει το κομψοτέχνημα του Pίλκε «Οι σημειώσεις του Mάλτε Λάουριτς Mπρίγκε» (1910) το οποίο έχει τη μορφή ημερολογιακών σημειώσεων που αποτυπώνουν την αδιαπραγμάτευτη αναζήτηση ενός νεαρού για κάποιο νόημα στη ζωή. Το λυρικό αυτό μυθιστόρημα συνιστά την πλέον προσωπική εξομολόγηση του Pίλκε με πρωταγωνιστή έναν Δανό σπουδαστή που ζει σε ένα πενιχρό δωμάτιο, στο Παρίσι. Ο σπουδαστής περιγράφεται -κατά τρόπο απολύτως πειστικό- να κινείται μέσα σε καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες που θα έφερνε χρόνια αργότερα στο προσκήνιο η υπαρξιστική λογοτεχνία: την αποξένωση, το άγχος, την παραφροσύνη, την αθλιότητα, τη μοναξιά, τον πόνο, την αγάπη, το θάνατο.
Πάντως, είναι η «Ναυτία» (1938) του Σαρτρ που αφηγείται ιδιοφυώς την υπαρξιακή μοναξιά ενός φοιτητή, απομονωμένου σε ένα δωμάτιο σε μια μικρή πόλη της Γαλλίας και τη συνακόλουθη αίσθηση της ναυτίας που νιώθει για όλα τα πράγματα που τον περιβάλλουν. Οι άνθρωποί του είναι αδιάφοροι και εκείνος δεν κάνει τίποτα άλλο από το να καταγράφει τις ενίοτε παραισθητικές σκέψεις του πάνω στη συνολική και ιλιγγιώδη έλλειψη νοήματος.
Σε αυτήν την ιδιότυπη μυθιστορηματική παράδοση «ιστοριών δωματίου» συγκαταλέγεται αναμφίβολα το αριστουργηματικό «Ο λύκος της στέπας» του Χέρμαν Έσσε, έργο που ολοκληρώθηκε το 1927 και έμελλε να αποτελέσει μια εκπληκτική -από κάθε άποψη- μελέτη της αναπόδραστης μοναξιάς. Ο Χάρι Χάλερ είναι ένας σαρανταεπτά ετών διανοούμενος και στοχαστής που μένει μόνος στη σοφίτα ενός αστικού σπιτιού, αποκομμένος από τον σύγχρονο κόσμο, απροσάρμοστος στην ταραγμένη εποχή του, απομονωμένος από τους άλλους. Ο ήρωας πασχίζει απεγνωσμένα να έρθει σε επαφή με τη βαθύτερη φύση του, για να μπορέσει να ξαναβρεί τη χαμένη γνησιότητα των αισθημάτων – ένα χρονικό μιας μοναχικής πορείας προς την λυτρωτικά οδυνηρή αυτογνωσία.
«Ταξίδι μέσα στο δωμάτιό μου»
Σε κάθε περίπτωση, ένας από τους προδρόμους του μυθιστορήματος της ενδοσκόπησης σε συνθήκες απομόνωσης είναι ο Ξαβιέ ντε Μαιστρ με το θαυμαστό «Ταξίδι μέσα στο δωμάτιό μου». Το 1790 η συμμετοχή του νεαρού αξιωματικού Ξαβιέ ντε Μαιστρ (1763-1852) σε μια μονομαχία τού στοίχισε 42 ημέρες σε κατ’ οίκον περιορισμό. Αποφάσισε, λοιπόν, να αξιοποιήσει την υποχρεωτική παραμονή στο δωμάτιό του, μετατρέποντάς την σε ένα εσωτερικό ταξίδι στις αχανείς εκτάσεις τού νου και της φαντασίας, που δοκιμάζει τις δυνατότητες της λογικής. Αυτό το ταξίδι, το πρώτο σε δωμάτιο, γίνεται τελικά ένας ύμνος της μοναξιάς και της περισυλλογής στην κόψη της πραγματικότητας. Ακριβώς εκεί, δηλαδή, όπου η ισορροπία είναι απολύτως οριακή – ανάμεσα στο χάος της αβύσσου και σε μία νέα αρχή.
Με αυτό το είδος αστυνομικών ιστοριών ασχολήθηκαν μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της κλασσικής λογοτεχνίας, όπως ο Γουίλκι Κόλλινς, ο Τζόζεφ Κόνραντ και, ασφαλώς, ο Εντγκαρ Αλλαν Πόε. Μάλιστα, στον Πόε χρωστάμε την περίφημη ιστορία με τίτλο «Τα εγκλήματα της οδού Μοργκ», η οποία θεωρείται το πρώτο αστυνομικό και, συγχρόνως, το πρώτο «μυστήριο δωματίου».
Tο μυστήριο κλειστού δωματίου
Αλλά και η αστυνομική λογοτεχνία γενικότερα έχει αξιοποιήσει -ουκ ολίγες φορές- το δωμάτιο ως θέατρο δράσης και μυστηρίου όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Το «Μυστήριο του κίτρινου δωματίου» του Gaston Leroux, για παράδειγμα, είναι ένα πρωτοποριακό για το είδος και την εποχή του μυθιστόρημα που γράφτηκε, το 1907, στη Γαλλία. Και είναι, πάνω απ’ όλα, αντιπροσωπευτικό δείγμα του υποείδους που είναι γνωστό ως «μυστήριο κλειστού δωματίου» («locked room mystery») το οποίο έμελλε να διαδραματίσει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του αστυνομικού μυθιστορήματος.
Η υπόθεση είναι ιδιοφυής μες στην φαινομενική απλότητά της: Επειτα από μία κοπιαστική ημέρα, η δεσποινίς Στάνγκερσον είχε μόλις αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Ξαφνικά, άρχισαν να ακούγονται από μέσα ήχοι πάλης, αγωνιώδεις κραυγές, εκκλήσεις για βοήθεια και πυροβολισμοί. Όταν η κλειδωμένη της πόρτα υποχωρεί στα χτυπήματα του πατέρα της και ενός υπηρέτη, εκείνη βρίσκεται πεσμένη στο πάτωμα, σοβαρά τραυματισμένη και γεμάτη αίματα. Κανείς άλλος δεν βρίσκεται στο δωμάτιο. Δεν υπάρχει απολύτως καμία άλλη έξοδος, και το μοναδικό παράθυρο του κίτρινου δωματίου είναι ασφαλισμένο από μέσα. Πώς είναι δυνατόν να απέδρασε από εκεί ο δράστης; Η απάντηση κάθε άλλο παρά προφανής είναι.
Ο κεντρικός ήρωας, Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, είναι ένας νεαρός δημοσιογράφος με εξαιρετική παρατηρητικότητα, οξύ πνεύμα και λογική σκέψη, που θυμίζει τον Σέρλοκ Χολμς του Κόναν Ντόιλ. Αλλά, πέρα από το αστυνομικό ενδιαφέρον, το έργο σχολιάζει και την ανθρώπινη ψυχολογία, την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και τη δύναμη της λογικής απέναντι στο φαινομενικά υπερφυσικό.
Κατά τα άλλα, με την επινοητικότητα της υπόθεσης και την πρωτοτυπία της σκέψης του, ο Γάλλος συγγραφέας συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού αστυνομικού μυθιστορήματος. Και, βέβαια, το «Μυστήριο του κίτρινου δωματίου» παραμένει ένα διαχρονικό κλασικό έργο του είδους που γοητεύει με την ένταση, τη διανοητική του πρόκληση και την ιδιοφυή λύση του. Ο Leroux δεν βασίζεται στην τύχη ή στη δράση, αλλά στη διανοητική πρόκληση, προσκαλώντας τον αναγνώστη να γίνει συμμέτοχος στη διαδικασία επίλυσης. Και εκείνος καλείται, με τη σειρά του, να συμμετάσχει στην εξιχνίαση ενός μυστηρίου, που μοιάζει να αψηφά κάθε πιθανή λογική εξήγηση…

Πηνελόπη Παπανικολάου