Η αρχιτεκτονική των απροσμέτρητων λαβυρίνθων, τα σκοτεινά κανάλια, οι μυστικές στοές, οι μισοσκότεινες αυλές, οι μικρές γέφυρες, οι έντονες φωτοσκιάσεις, οι αντιθέσεις, ο μύθος, η ιστορία – όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της Βενετίας, αποτελούν το αξεπέραστο σκηνικό μιας επιπλέουσας σκηνής θεάτρου που φιλοξενεί τις πιο απρόσμενες καταστάσεις χαρακτήρων.

Διαβάστε ακόμα: Gaston Leroux: Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου 

Αυτοί -με τη σειρά τους- βιώνουν τα προσωπικά τους πάθη μέσα σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο χώρο μνήμης και πλάνης, παρατεταμένης φθοράς και αριστοκρατικής κομψότητας. Πρόκειται για μία πόλη-μουσείο, μια πόλη την οποία ο χρόνος φαίνεται πως την εγκατέλειψε κάπου εκεί στα χρόνια της Αναγέννησης. Αυτή η ιδιαίτερη πόλη που βρίσκεται πάνω σε πολυάριθμα μικρά νησιά δημιουργήθηκε από την απελπισία των κατοίκων της Βόρειας Ιταλίας οι οποίοι από τις αλλεπάλληλες επιδρομές, των Γότθων αρχικά και των Ούνων στη συνέχεια, έψαχναν κάποιο καταφύγιο σε δυσπρόσιτα μέρη.

Αρκετοί, λοιπόν, από αυτούς κατέφυγαν στις νησίδες με τα αβαθή νερά. Κάπως έτσι αναπτύχθηκε η θαλασσοκράτειρα Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, μια μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, αλλά και μία πραγματικά ασυνήθιστη πόλη που -στο πέρασμα των χρόνων- θα ενέπνεε ποικιλοτρόπως.

Βενετσιάνικο Παραμύθι

Υπάρχει ένα εξαιρετικό έργο του Ούγκο Πραττ με τίτλο «Βενετσιάνικο Παραμύθι» το οποίο αποθεώνει την τέχνη των κόμικς. Εδώ, ο Κόρτο Μαλτέζε, ο τυχοδιώκτης ναυτικός και alter ego του δημιουργού του, ταξιδεύει στη Βενετία των αρχών του εικοστού αιώνα αναζητώντας το «κλειδοκόκκαλο του Σολομώντα», ένα σπάνιο και πανέμορφο σμαράγδι.

Σύντομα, ωστόσο, μπλέκεται σε μια αλλόκοτη και επικίνδυνη ιστορία, ένα συναρπαστικό ταξίδι όπου η πραγματικότητα αναμιγνύεται με το όνειρο, την περιπέτεια, τη φαντασία, τις ιστορικές και μυθολογικές αναφορές με τον Πραττ να αναδεικνύει μία μυστηριώδη και υποβλητική -σχεδόν μυστικιστική- Βενετία μέσα από εξιδανικευμένες αναμνήσεις και περιστατικά που αποπνέουν μία αίσθηση νοσταλγίας. Αλλά και μια μελαγχολία, μία λεπτή διαπεραστική θλίψη για έναν κόσμο που έχει χάσει την παλιά του αίγλη.

Απ’ την άλλη, ο «Έμπορος της Βενετίας», ένα από τα πιο γνωστά έργα του Σαίξπηρ (που γράφτηκε μεταξύ 1594 και 1597) έγινε κυρίως γνωστό για τις δραματικές του σκηνές -όπως εκείνη στο βενετσιάνικο δικαστήριο- αλλά και για τη σκιαγράφηση του Εβραίου τοκογλύφου Σάυλοκ που θέτει ερωτήματα για τον αντισημιτισμό και τα ήθη της εποχής με φόντο πάντα την Βενετία της Αναγέννησης.

Και, βέβαια, ο Ιτάλο Καλβίνο με τις «Αόρατες πόλεις» (1972), μετατρέπει τη Βενετία σε αρχέτυπο. Παρότι δεν κατονομάζεται πάντα άμεσα, αποτελεί το κρυφό πρότυπο όλων των φανταστικών πόλεων του έργου: μια πόλη-ιδέα, φτιαγμένη από μνήμες, ιστορία, λογοτεχνία και συλλογικές επιθυμίες, η οποία υπάρχει περισσότερο στο μυαλό παρά στον χάρτη.

Δραματική κορύφωση

Η δε νουβέλα του Ιαν Μακ Γιούαν «Ξένοι στη Βενετία» (1981) αξιοποιεί υποδειγματικά την κλειστοφοβία της πόλης για να αναδείξει μία από τις πιο δαιδαλώδεις και μελαγχολικές ιστορίες μέσα -πάντα- από μια ατμόσφαιρα υπαινικτική και μια αναζήτηση έντονα εσωτερική: Η πόλη με τη μυστηριακή της όψη, τις σκιές και τους όγκους των παλιών της κτιρίων, πνίγει τις αθώες υπάρξεις σε μία υδάτινη σιωπή, μοιάζει να τις καταδικάζει σε μια φαινομενική ακινησία.

Εδώ ένα ζευγάρι Βρετανών, στη διάρκεια των διακοπών, παρασύρεται από κάποιους σε ανεξέλεγκτες και αλλοπρόσαλλες καταστάσεις, ενώ το φως και οι σκιές θα επιτείνουν τη δραματική κορύφωση. Μία τέτοια ονειρική πόλη -με τόσες αδιευκρίνιστες πτυχές – χρειάζεται μια προσεκτική διερεύνηση για να γίνει κατανοητή μέσα από τις ιδιαιτερότητές της.

Όσο για τον Τόμας Μαν, επέλεξε την πόλη αυτή ως το απόλυτο σκηνικό φθοράς και παραίτησης για την περίφημη νουβέλα «Ο θάνατος στη Βενετία» (1912) – ένα έργο ασύλληπτης δεξιοτεχνίας. Ο συγγραφέας αναλύει και καταγράφει με ακρίβεια τις αγωνίες της ωρίμανσης και το δέος του θανάτου που περισσότερο βιώνει και αισθάνεται ο καλλιτέχνης, με τον κεντρικό χαρακτήρα να μην διστάζει να βαδίσει προς τον καταστροφικό έρωτα και τον θάνατο, προκειμένου να διαχωρίσει -τελικά- την αλήθεια από το ψέμα στη ζωή του. Και όλα αυτά μπροστά στην σκοτεινή θάλασσα, στον ξεπεσμό και την θλίψη μιας πόλης που φθίνει, με τη Βενετία να γίνεται το ιδανικό σκηνικό για αυτό το απόλυτο χρονικό της κατάρρευσης.

Κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας μεσήλικας, ο Γουστάβο φον Άσσενμπαχ, που αποφασίζει να ταξιδέψει παρακινούμενος από μία βαθύτερη εσωτερική αναζήτηση, από μια ανάγκη για προσωπική ολοκλήρωση. Κάπως έτσι θα βρεθεί στη Βενετία. Εκεί, όμως, του συμβαίνει κάτι εντελώς απρόσμενο. Κάποια από τις ημέρες της παραμονής του στο ξενοδοχείο, αντικρίζει ένα όμορφο νεαρό αγόρι, που θα του αναστατώσει την καθημερινότητα.

Μία πόλη αισθησιακή και θανάσιμη

Το αγόρι, ο Τάτζιο, γόνος πολωνικής οικογενείας, αποτελεί τον ανεξέλεγκτο πόθο του Άσσενμπαχ ο οποίος δυσκολεύεται να διαχειριστεί την ερωτική του διάθεση – που ξεπερνάει κατά πολύ τη λογική του. Σταδιακά, συντελείται ο προσωπικός του ξεπεσμός, με σκηνικό τη Βενετία η οποία εδώ παρουσιάζεται ως μία πόλη σε παρακμή, αισθησιακή και θανάσιμη.

Σε αυτή την κλασική, πια, νουβέλα, οι ιδέες, οι εικόνες και τα συναισθήματα συναιρούνται θαυμαστά, με έναν τρόπο μαγικό, με μια εκπληκτική δεξιοτεχνία, μία χαρακτηριστική τεχνική που δανείζεται από τη μουσική το ρεφρέν: επαναλαμβανόμενα φραστικά σχήματα, που δημιουργούν νοήματα σε πολλαπλές διαστάσεις.

Οι εποχές ήταν και τότε δυσοίωνες. Ο Τόμας Μαν, σε όλα τα έργα του, μπροστά στην προοπτική κατάρρευσης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, προσπάθησε να επαναβεβαιώσει τις αξίες της τέχνης και της ζωής. Και, βέβαια, η συγγραφική αξία του έγκειται στην ικανότητά του να συλλαμβάνει -με αιχμηρή ειρωνεία- τις αντικρουόμενες δυνάμεις της σκέψης και της συμπεριφοράς που δίνουν στη ζωή το πλήρες νόημά της και -ταυτόχρονα- συνιστούν τον πλέον τρομακτικό κίνδυνο. Πρόκειται για μία απαράμιλλη ελεγεία της παρακμής, όπου κυριαρχεί η αποσύνθεση και η κατάρρευση, με την απόλυτη φθορά να είναι αναπόδραστη – όπως ακριβώς και η επικείμενη καταστροφή…

Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 172