Δυναμικές και λαμπερές, αθώες και αμαρτωλές, φαινομενικά ευάλωτες και αδίστακτες, αλλά και επικίνδυνα σαγηνευτικές μέσα από την μυστηριώδη και γεμάτη υπαινιγμούς ομορφιά τους. Οι μοιραίες γυναίκες έμελλε -ήδη από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του εικοστού αιώνα- να γίνουν μία εμμονή στη λογοτεχνία, στις εικαστικές τέχνες, στο θέατρο και, φυσικά, στον κινηματογράφο που θα τις αποθέωνε δημιουργώντας σκοτεινές ερωτικές μυθοπλασίες μαγικής αισθητικής λεπτότητας.

Διαβάστε ακόμα: Sebastian Fitzek: Το κορίτσι του ημερολογίου

Ερωτικά πάθη

Σταδιακά, η femme fatale ως μοντέρνα μούσα στα πρότυπα της Σαλώμης, της Πανδώρας, της Ιουδήθ, της ίδιας της Εύας, θα ενσάρκωνε τον πόθο, το δέος και τον θαυμασμό που προκαλούσαν οι νέες γυναίκες της εποχής, οι οποίες με την προσωπικότητα, το ντύσιμο, την αυτοπεποίθηση και την εμφάνισή τους ξυπνούσαν έντονα ερωτικά πάθη.  H ένταση αυτής της έλξης, της καθηλωτικής γοητείας που ασκούσε η σύγχρονη μοιραία γυναίκα -όπως αποτυπωνόταν στη λογοτεχνία και στις υπόλοιπες τέχνες- ήταν σχεδόν πάντα ικανή να μετατρέψει τον άντρα από θαυμαστή της, σε ακόλουθο και -εν τέλει- σε υποχείριό της που θα μπορούσε να κάνει τα πάντα για εκείνην.

Σε κάθε περίπτωση, ο ερωτισμός υπήρξε μία από τις σημαντικότερες κινητήριες δυνάμεις της μυθοπλαστικής ανάπτυξης εξαιρετικών έργων. Αλλά είναι σε κάποια κλασικά φιλμ νουάρ του αμερικάνικου κινηματογράφου που θα αποθεωθούν οι μοιραίες γυναίκες, οι μυστηριώδεις και συχνά διπρόσωπες -όπως η Pίτα Xέιγουορθ στην «Kυρία της Σανγκάης» και η Άβα Γκάρντνερ στους «Δολοφόνους»- με το γυναικείο κορμί να αποκαλύπτει τις κρυφές αλήθειες τις ερωτικής επιθυμίας.

Η σαγήνη των μοιραίων γυναικών

Όσο για τον υπόγειο ερωτισμό των πρωταγωνιστριών, εκδηλώνεται στα βλέμματα και στις πόζες τους, στην επιτήδευση των ρούχων που τις περιβάλλουν, στις ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις που παίζουν με την ομορφιά τους και την υπογραμμίζουν. Παράλληλα, ο μαγνητισμός της λαγνείας των μοιραίων γυναικών και η σαγήνη της θηλυκότητάς τους συμβαδίζουν με το κακό, παρασέρνοντας σε επικίνδυνους δρόμους τους άντρες που τις ακολουθούν. Εξάλλου, η femme fatale είναι μια γυναίκα η οποία χρησιμοποιεί την έντονη γοητεία της ως μέσο για να φτάσει στον στόχο της – χωρίς να δείχνει ίχνος συναισθήματος ή μετάνοιας για τις πράξεις της.

Η λογοτεχνία του Ζωρζ Σιμενόν (1903-1989) είναι πλούσια σε τέτοιες γυναικείες μορφές. Αλλά ενώ στην αγγλοσαξονική λογοτεχνία η μοιραία γυναίκα είναι συχνά μια υπολογιστική «αράχνη» που παγιδεύει τον άντρα για οικονομικό όφελος, στον κόσμο του Σιμενόν η επικινδυνότητά της πηγάζει από μια εσωτερική, σχεδόν ενστικτώδη ανάγκη για επιβίωση ή απόλυτη ελευθερία.

Πράγματι, στα «σκληρά μυθιστορήματα» του Σιμενόν, οι γυναίκες αυτές δεν είναι απαραίτητα εκθαμβωτικές καλλονές: φέρουν, όμως, μια εσωτερική ένταση ικανή να διαλύσει τη συμβατική ζωή του άντρα-θύματος. Όσο για τον άντρα, δεν παρασύρεται μόνο από τη λίμπιντο, αλλά και από την επιθυμία του να δραπετεύσει από τη δική του ανιαρή πραγματικότητα μέσω αυτής της γυναίκας.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μυθιστόρημα «Γράμμα στον δικαστή μου». Εδώ, μοιραία γυναίκα είναι η νεαρή Μαρτίν με ταπεινή καταγωγή και σκοτεινό παρελθόν. Η παρουσία της ωθεί τον (κατά πολύ μεγαλύτερό της) ευυπόληπτο γιατρό Σαρλ Αλαβουάν να εγκαταλείψει την οικογένειά του και την κοινωνική του θέση για εκείνην. Και η Μαρτίν λειτουργεί ως ο καταλύτης που φέρνει στην επιφάνεια τα καταπιεσμένα ένστικτα του πρωταγωνιστή, οδηγώντας τον τελικά στο έγκλημα.

Όταν η ερωτική φαντασίωση γίνεται εφιάλτης

Ένα άλλο παρεμφερές μυθιστόρημα του Σιμενόν, είναι το περίφημο «Το Γαλάζιο Δωμάτιο», με την πρωταγωνίστρια, Αντρέ, να γίνεται η προσωποποίηση της εμμονικής επιθυμίας. Μέσα από τις κρυφές συναντήσεις σε ένα ξενοδοχείο, η Αντρέ υφαίνει έναν ιστό από λέξεις και υποσχέσεις που ο εραστής της, ο Τόνι, παρερμηνεύει. Η μοιραία γυναίκα εδώ δεν χρησιμοποιεί όπλα, αλλά την αμφισημία της γλώσσας. Ο Τόνι παγιδεύεται σε ένα έγκλημα που ίσως δεν θέλησε ποτέ συνειδητά, αποδεικνύοντας ότι στον Σιμενόν, η femme fatale είναι ικανή να μετατρέπει την ερωτική φαντασίωση σε έναν εφιάλτη νομικής και ηθικής ευθύνης.

Και, βέβαια, το «Σε περίπτωση ατυχήματος», αποτελεί μία εκπληκτική –από κάθε άποψη- νουάρ αισθησιακή ιστορία, καθώς και ένα λεπτομερές ψυχογράφημα μιας αινιγματικής πρωταγωνίστριας, ικανής για όλα! Πράγματι, αυτή η επιτομή της femme fatale, συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, οδηγώντας τα όμως σε μια ακραία κοινωνική και ηθική σύγκρουση. Εδώ, η Υβέτ δεν είναι απλώς ένας πειρασμός, αλλά ο καταλύτης που αποδομεί το οικοδόμημα της αστικής επιτυχίας του δικηγόρου Λυσιέν Γκομπιγιό.

Η σχέση τους ξεκινά ως μια κυνική συναλλαγή: εκείνη προσφέρει το σώμα της με αντάλλαγμα την υπεράσπισή της. Η Υβέτ ενσαρκώνει τη «μοιραία γυναίκα» στην πιο ωμή, ζωώδη εκδοχή της: μια νεαρή γυναίκα του περιθωρίου που δεν διαθέτει την εκλέπτυνση των σαλονιών, αλλά μια ακατανίκητη, έμφυτη γοητεία που ο Γκομπιγιό, εγκλωβισμένος σε έναν γάμο συμφέροντος, δεν μπορεί να της αντισταθεί . Όπως και στο «Γράμμα», ο πρωταγωνιστής είναι ένας καταξιωμένος επαγγελματίας που πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει το πάθος του, για να διαπιστώσει τελικά ότι η Υβέτ είναι μια δύναμη που τον τιθασεύει, τον καθιστά έρμαιό της, τον υποτάσσει.

Ο Γκομπιγιό καταγράφει την πτώση του εν είδει ημερολογίου, σαν να συντάσσει έναν δικηγορικό φάκελο για την ίδια του την καταστροφή. Αυτή η ψυχρή, αναλυτική ματιά πάνω στην ίδια του την εμμονή δημιουργεί μια συγκλονιστική αντίθεση με την άναρχη, επιθετική φύση της Υβέτ. Η γυναίκα εδώ δεν είναι το «κακό» με την ηθική έννοια, αλλά το «ατύχημα» (όπως υποδηλώνει ο τίτλος) που συμβαίνει όταν η τάξη συναντά το πάθος.

Σύμβολο ανυπότακτης θηλυκότητας

Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, το 1958, με την Μπριζίτ Μπαρντό και τον Ζαν Γκαμπέν, έδωσε σάρκα και οστά σε αυτή τη σχέση. Η Μπαρντό, στο απόγειο της σεξουαλικότητάς της, μετέτρεψε την Υβέτ σε ένα σύμβολο ανυπότακτης θηλυκότητας που προκαλεί το αστικό κατεστημένο (τον Γκαμπέν). Η περίφημη σκηνή με την Μπριζίτ Μπαρντό να ανασηκώνει τη φούστα της μπροστά στο γεμάτο πόθο βλέμμα του Ζαν Γκαμπέν, δεν είναι απλώς μια πράξη αποπλάνησης, είναι μια πράξη εξουσίας: η νεαρή κοπέλα δείχνει στον ισχυρό κοινωνικά άνδρα ότι η δική του δύναμη είναι ανίσχυρη μπροστά στη δική της αναπόδραστη γοητεία.

Εδώ, ο μετρ της αστυνομικής λογοτεχνίας, Σιμενόν, αποδεικνύει και πάλι τις ικανότητές του ως ανατόμου της γυναικείας ψυχής, παραμένοντας σταθερά γενναιόδωρος με τις ηρωίδες του, τις οποίες φιλοτεχνεί με ξεχωριστή φροντίδα. Παράλληλα, καταφέρνει και αποτυπώνει τον αστικό καθωσπρεπισμό και την υποκρισία της καλής πλην διεφθαρμένης κοινωνίας με απαράμιλλο στιλ, θαυμαστή οξυδέρκεια και υψηλή αισθητική. Και όλα αυτά, με τη γοητεία της μοιραίας πρωταγωνίστριας να διαποτίζει και να διαπερνάει υπνωτιστικά την αφήγηση, από άκρη σε άκρη – μέχρι την τελευταία σελίδα…