Sébastien Japrisot: Το βαγόνι των δολοφόνων
Με «Το βαγόνι των δολοφόνων» ο Sébastien Japrisot εξετάζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων υπό πίεση, οδηγώντας το μυστήριο κλειστού χώρου σε μία κορύφωση που καταπλήσσει τον αναγνώστη, ανάγοντας τον φόνο στο τρένο σε υψηλή Τέχνη…
Η ιστορία των τρένων ως χώρος δράσης των κάθε λογής ιστοριών μυστηρίου και εγκλήματος στη λογοτεχνία, είναι μακρά και ποικιλόμορφη – ιδίως εάν αναλογισθεί κανείς ότι η ιδιαιτερότητά τους έγκειται στο ότι συνδυάζουν τον περιορισμό ενός κλειστού χώρου, με τη διαρκή κίνηση προς έναν προορισμό. Αυτή η συνθήκη δημιουργεί ένα περιβάλλον έντασης όπου οι χαρακτήρες είναι αναγκασμένοι να συνυπάρχουν, ενώ ταυτόχρονα η πλοκή προχωρά ασταμάτητα, όπως και το ίδιο το τρένο!
Διαβάστε ακόμα: Nick Kyme | Σέρλοκ Χολμς: Φόνος στο μπαλέτο
«Μυστήριο κλειδωμένου δωματίου»
Κορυφαίο παράδειγμα συναφούς αστυνομικού μυθιστορήματος παραμένει το «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές» (1934) της Άγκαθα Κρίστι. Το μυθιστόρημα αυτό καθιέρωσε σχεδόν οριστικά το τρένο ως ιδανικό σκηνικό για το λεγόμενο «μυστήριο κλειδωμένου δωματίου». Ένα πολυτελές διεθνές τρένο, μετατρέπεται σε απομονωμένο μικρόκοσμο όπου όλοι οι επιβάτες είναι πιθανοί ένοχοι. Ο διάσημος Bέλγος ντετέκτιβ Hρακλής Πουαρό -με την ιριδίζουσα σκέψη και το αστείο μουστάκι- καλείται να αποκαλύψει έναν δολοφόνο μέσα από αντιφάσεις, μισόλογα και καλά κρυμμένα μυστικά. Η επιτυχία του έργου οφείλεται ακριβώς στη δραματουργική αξιοποίηση του τρένου ως χώρου εγκλωβισμού και κοινωνικής συνύπαρξης.
Η ίδια συγγραφέας μερικά χρόνια νωρίτερα είχε εκδώσει «Το μυστήριο του Μπλε Τρένου» (1928), όπου ένα έγκλημα που σχετίζεται με πολύτιμα κοσμήματα λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια ενός πολυτελούς ταξιδιού. Και εδώ, η κλειστή κοινότητα των επιβατών και η αδυναμία διαφυγής δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η έρευνα βασίζεται αποκλειστικά στις σχέσεις και τις μαρτυρίες των παρόντων. Το τρένο, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην κλασική αστυνομική φόρμα. Με «Το τρένο της Κωνσταντινούπολης» (1932) ο Γκράχαμ Γκριν, χρησιμοποιεί το ταξίδι με τρένο ως πεδίο διασταύρωσης διαφορετικών ιστοριών, όπου συνυπάρχουν η ίντριγκα, η κατασκοπεία και, φυσικά, το έγκλημα. Οι χαρακτήρες, προερχόμενοι από διαφορετικά κοινωνικά και εθνικά περιβάλλοντα, αποκαλύπτουν σταδιακά τις προθέσεις και τα μυστικά του καθενός από αυτούς, καθώς το τρένο κινείται προς την Ανατολή.
Ένας κλειστοφοβικός μικρόκοσμος
Όσο για το μυθιστόρημα «Η εξαφάνιση της κυρίας» (1936) της Έθελ Λίνα Γουάιτ αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα δείγματα αστυνομικής λογοτεχνίας που εκτυλίσσονται σε τρένο. Η ιστορία επικεντρώνεται στην Άιρις, μια νεαρή γυναίκα που ταξιδεύει από τα Βαλκάνια προς την Αγγλία. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρία Φρόι, εξαφανίζεται μυστηριωδώς από το κουπέ, ενώ όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες αρνούνται πεισματικά ότι την είδαν ποτέ. Το τρένο λειτουργεί και πάλι ως ένας κλειστοφοβικός, απομονωμένος μικρόκοσμος. Η κίνηση των τροχών και ο περιορισμένος χώρος των βαγονιών εντείνουν την αίσθηση της αγωνίας και του κινδύνου, καθώς η ηρωίδα παγιδεύεται σε μια συνωμοσία όπου η αλήθεια μοιάζει να χάνεται μέσα στον θόρυβο της κίνησης πάνω στις ράγες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το έργο «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν» (1938) του Ζωρζ Σιμενόν. Εδώ, το τρένο δεν είναι μόνο σκηνικό αλλά και σύμβολο φυγής και υπαρξιακής κρίσης. Η πλοκή ακολουθεί έναν ευυπόληπτο οικογενειάρχη και υπάλληλο στην Ολλανδία, ο οποίος, όταν η εταιρεία του χρεοκοπεί, αποφασίζει να εγκαταλείψει την τακτοποιημένη ζωή του. Μετατρέπεται σε έναν «ελεύθερο» άνθρωπο, ταξιδεύει στο Παρίσι και σταδιακά βυθίζεται στο έγκλημα και την παράνοια. Και, κάπως έτσι, ο πρωταγωνιστής, Κέες Πόπινγκα, παρασύρεται σε μια εγκληματική πορεία, με τα τρένα να λειτουργούν ως μοτίβο μετάβασης, από την κανονικότητα στην παρανομία.
Αντίστοιχα, στο «Ξένοι στο τρένο» (1950) της Πατρίτσια Χάισμιθ, η ίδια η συνάντηση μέσα στο τρένο γίνεται η αφετηρία του εγκλήματος. Η ιδέα πίσω από την πλοκή υπήρξε καινοφανής: Δύο άγνωστοι άντρες που συνταξιδεύουν στο ίδιο βαγόνι, αποφασίζουν να ανταλλάξουν φόνους, ώστε το κίνητρο του ενός να έχει ως συνέπεια το φόνο που θα διαπράξει ο άλλος και έτσι η αστυνομία να αδυνατεί να προχωρήσει στους κατάλληλους συσχετισμούς.
Το μυθιστόρημα αυτό προκάλεσε, μέσα από αυτήν την ανατριχιαστική πρωτοτυπία: Καταδεικνύει με ιδιαίτερη αληθοφάνεια ότι ο καθένας είναι ικανός να παγιδευτεί σε μία αλυσίδα από φαινομενικά τυχαία και ανεξέλεγκτα περιστατικά και υπό το βάρος των περιστάσεων να διαπράξει το χειρότερο κακό. Η ανωνυμία και η προσωρινότητα της συνύπαρξης δύο ξένων στο ίδιο τρένο, δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας εγκληματικής συμφωνίας – πάντα μέσα από ρεαλιστικές κλιμακώσεις γεμάτες αγωνία για την τελική έκβαση.
Απ’ την άλλη, στο κλασικό διήγημα «Το τρένο των Τρεις και Δέκα για τη Γιούμα» (1953) του Έλμορ Λέοναρντ, το τρένο αποκτά έναν διαφορετικό ρόλο: Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από την προσπάθεια μεταφοράς ενός εγκληματία σε ένα τρένο που θα τον οδηγήσει στη δικαιοσύνη. Η ίδια η αναμονή της αναχώρησης δημιουργεί ένταση, ενώ το τρένο συμβολίζει την οργάνωση, την τάξη και την επιβαλλόμενη από το σύστημα τιμωρία που πλησιάζει.
Έγκλημα στο νυχτερινό τρένο
Σε αυτήν την ιδιότυπη λογοτεχνική παράδοση εντάσσεται και το μυθιστόρημα «Το βαγόνι των δολοφόνων» του Sébastien Japrisot – ένα από τα πλέον αριστοτεχνικά δείγματα του είδους. Έξι άγνωστοι μεταξύ τους επιβάτες ταξιδεύουν στο ίδιο κουπέ με το νυχτερινό τρένο από τη Μασσαλία για το Παρίσι. Όταν το τρένο φτάνει στον προορισμό του, μια όμορφη νεαρή γυναίκα παραμένει ξαπλωμένη στην κουκέτα της: είναι νεκρή. Και οι συνεπιβάτες της, εξαφανισμένοι.
Το έργο της αναζήτησης του δολοφόνου ανατίθεται σε έναν κουρασμένο από το έγκλημα αστυνομικό επιθεωρητή ονόματι Αντουάν Πιερ Εμίλ Γκρατσιανό. Η αστυνομία αναζητά τους υπόλοιπους επιβάτες του κουπέ, οι οποίοι ωστόσο αρχίζουν να δολοφονούνται ο ένας μετά τον άλλον.
Ο συγγραφέας καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέσα από τις συνεχείς ανατροπές και την έξυπνα δομημένη πλοκή. Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται με πολυπλοκότητα και βάθος, γεγονός που ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από τα κίνητρα και τη συμπεριφορά τους. Κάθε επιβάτης φαίνεται να κρύβει κάποιο μυστικό, κάτι που καθιστά δύσκολη τη διάκριση μεταξύ αθώων και ενόχων. Και, φυσικά, ένα από τα βασικά στοιχεία που ξεχωρίζουν στο έργο είναι η χρήση της αγωνίας. Ο Japrisot δεν περιορίζεται σε μια απλή αστυνομική ίντριγκα, αλλά εξετάζει και τη συμπεριφορά των ανθρώπων υπό πίεση. Το τρένο λειτουργεί ως ένα κλειστό σύστημα, όπου η ένταση αυξάνεται σταδιακά, οδηγώντας σε μια κορύφωση που εκπλήσσει τον αναγνώστη.
Ο φόβος, η καχυποψία και η ανάγκη για επιβίωση οδηγούν τους χαρακτήρες σε πράξεις που αποκαλύπτουν τον πραγματικό τους εαυτό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο συγγραφέας θέτει ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση και τα όρια της ηθικής. Όλοι είναι ικανοί όχι μόνο για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο. Και είναι τότε που πρέπει να τακτοποιηθεί μία οδυνηρή εκκρεμότητα: να αποδειχθεί ποιος είναι ο δολοφόνος…
Μετάφραση: Ανδρέας Παππάς
Εκδόσεις: Πατάκη
Σελίδες: 272

Πηνελόπη Παπανικολάου