Η συγγραφέας Yrsa Sigurdardottir αξιοποιεί το άγριο ισλανδικό τοπίο ως ενεργό στοιχείο της αφήγησης.

Υπάρχουν κάποιες βασανιστικές εμμονές που συναντάει κανείς στις χώρες της Σκανδιναβίας και οι οποίες απεικονίζονται τρομακτικά, σχεδόν παραισθητικά, ήδη από την εποχή του Ίψεν, του Στρίνμπεργκ, αλλά και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν μέσα σε κορυφαία έργα – εμμονές που περιλαμβάνουν το σεξ, τον ζόφο της ανθρώπινης ψυχής, τη βία και την παράνοια. Πάντως, όλα αυτά δεν έκαναν την εμφάνισή τους ξαφνικά και απροσδόκητα.

Διαβάστε επίσης: Eric Chacour: Όσα ξέρω για σένα

Είναι καθοριστική η παρουσία της βίας στη σκανδιναβική μυθολογία, καθώς και η αποκάλυψη σκοτεινών και επικίνδυνων μυστικών στα πλέον σημαντικά έργα του 19ου και του εικοστού αιώνα στη λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Μάλιστα, η βία και τα ζοφερά μυστικά βρίσκονται στον πυρήνα αυτού του ιδιαίτερου λογοτεχνικού είδους: στη σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία. Και, βέβαια, το ψυχρό κλίμα, οι κλειστές πόρτες, το βαρύ ποτό, οι μεγάλες νύχτες και τα καταπιεσμένα συναισθήματα, συνθέτουν το τέλειο σκηνικό για μια ικανή αστυνομική ιστορία.

Διαβάστε επίσης: Το «Κυνηγόσκυλο» του Don DeLillo είναι ένα πολυφωνικό και σκοτεινό θρίλερ

Το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα

Αλλά πέρα από τα μυστικά, τα εγκλήματα και την όποια διαλεύκανσή τους, το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα χαρακτηρίστηκε εξαρχής και από μία επιπλέον παράμετρο: την επανεξέταση του ιστορικού παρελθόντος και την αποκάλυψη συμβάντων που έχουν αποσιωπηθεί από την επίσημη Ιστορία. Πράγματι, οι Σκανδιναβοί συγγραφείς -στο πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης περί ιστορίας που ξεκίνησε έπειτα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου- ανασυνθέτουν δημιουργικά τους εθνικούς τους μύθους για τον πόλεμο – συχνά, αποδομώντας την Ιστορία!

Στον «Κοκκινολαίμη», για παράδειγμα, ο Τζο Νέσμπο αναδεικνύει την υπόθεση της αντίστασης στη Νορβηγία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ο Αρναλδουρ Ινδρίδασον μιλάει για την ισλανδική εκδοχή του ίδιου πολέμου στη «Σιωπή του Τάφου». Όσο για τον Στιγκ Λάρσον, ήταν ο πρώτος που με την περίφημη τριλογία του -«Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά», «Το κορίτσι με το τατουάζ» και «Το κορίτσι στη φωλιά της σφήγκας»- θα μετέθετε τη στενά αστυνομική θεματολογία σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο.

Εάν αναρωτηθεί κανείς για την προέλευση αυτών των ιδιαιτεροτήτων, θα πρέπει να εστιάσει σε αυτό καθ’ αυτό το σκανδιναβικό μοντέλο το οποίο εμπεριέχει μία πληθώρα από θετικά και αρνητικά στερεότυπα και από… ετερώνυμα που έλκονται: ένα θαυμαστό κοινωνικό κράτος μαζί με έναν ακραίο κρατικό παρεμβατισμό, έναν παράδεισο σεξουαλικής ανεκτικότητας αλλά και μία κόλαση αποπνικτικής κοινωνικής ομοιομορφίας, εξαιρετικά επίπεδα διαβίωσης και υψηλά ποσοστά αυτοκτονιών!

Βαθιά κρυμμένα μυστικά

Αλλά η εισαγωγή κοινωνικών θεμάτων στις ιστορίες είναι, ίσως, το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους: Η ξενοφοβία, η μετανάστευση, η έλλειψη αποδοχής και οι ταξικές διαφορές παρουσιάζονται είτε μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων είτε στο γενικότερο πλαίσιο του μυθιστορήματος. Απ’ τη μία, εκφράζουν τις απόψεις του συγγραφέα, απ’ την άλλη όμως αναδεικνύουν εν μέρει άγνωστες κοινωνικές πτυχές και -ταυτόχρονα- μας οδηγούν σε βαθιά κρυμμένα μυστικά της ευημερούσας και οργανωμένης κοινωνίας των αναπτυγμένων σκανδιναβικών χωρών.

Ήταν, πάντως, η δολοφονία του Σουηδού πρωθυπουργού Όλαφ Πάλμε τον Φεβρουάριο του 1986 που προκάλεσε ένα τεράστιο σοκ, ένα βαθύ τραύμα στο σώμα της Σουηδίας, αλλά και ένα κύμα εκδόσεων αστυνομικών μυθιστορημάτων, για να προκύψουν έτσι τα βιβλία του Στιγκ Λάρσον που δημιούργησαν μία πλημμυρίδα έκδοσης παρόμοιων έργων – μία σχολή. Σε αυτά τα μυθιστορήματα διαβάζουμε για κατά συρροήν δολοφόνους, θρησκευτικές σέχτες, παλιούς και νέους ναζί, πόρνες και σωματέμπορους, ψυχοπαθείς που εμπλέκονται σε τρομαχτικές ιστορίες φόνων, ακρωτηριασμών, βιασμών, ακόμα και σε κακοποιήσεις παιδιών.

Η αποσιωπημένη συλλογική ευθύνη

Με όχημα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, εξετάζονται σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά θέματα. Την ίδια στιγμή, υπάρχει συνήθως ένας ντετέκτιβ που πασχίζει να καταλάβει τα κίνητρα που οδήγησαν στο έγκλημα και να γνωρίσει όλες τις πτυχές του μυστηρίου, τις μύχιες σκέψεις του ενόχου, τον πόνο τον οικογενειών, την αποσιωπημένη συλλογική ευθύνη. Και στο τέλος, δεν μένει τίποτα κρυφό: όχι μόνο εντοπίζεται ο ένοχος, αλλά και όλες οι οδυνηρές ενοχές μιας ολόκληρης κοινωνίας που ζούσε μέσα στην υποκρισία.

Τα μυθιστορήματα της Ισλανδής συγγραφέως Yrsa Sigurdardottir (Ίρσα Σιγκουρδαρντότιρ) κάνουν αυτό ακριβώς, ενώ την ίδια στιγμή καταφέρνουν και διακρίνονται για τη σύνθετη δομή τους, τις συνεχείς ανατροπές, την έντονη δράση, τις απρόβλεπτες αποκαλύψεις και τις έντονες κοινωνικές προεκτάσεις. Το τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο «Δεν μπορείς να κρυφτείς» όχι μόνο δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά πηγαίνει ακόμη πιο μακριά, με την -ενίοτε ανατριχιαστική- ευρηματικότητά της.

Η ιστορία ξεκινά με μια φαινομενικά απλή υπόθεση: μια γυναίκα βρίσκεται άγρια δολοφονημένη σε ένα απομονωμένο σπίτι στην Ισλανδία. Σύντομα, όμως, γίνεται σαφές ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η έρευνα φέρνει στο φως μυστικά που συνδέονται με το παρελθόν του σπιτιού και των ανθρώπων που το κατοίκησαν, ενώ οι πρωταγωνιστές καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τον δολοφόνο, αλλά και τις προσωπικές τους σκιές.

Παράλληλα με την αστυνομική πλοκή, η συγγραφέας ξεδιπλώνει μια δεύτερη ιστορία που αφορά μια οικογένεια η οποία μετακομίζει σε ένα απομονωμένο φιόρδ, αναζητώντας μια νέα αρχή. Ωστόσο, η απομόνωση, οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και μια σειρά από ανεξήγητα γεγονότα δημιουργούν ένα κλίμα ασφυκτικής αγωνίας. Οι δύο αφηγηματικές γραμμές εξελίσσονται παράλληλα, μέχρι που τελικά συγκλίνουν με τρόπο ανατρεπτικό.

«Κλείσε, κλείσε και κλείδωσε»

Η γραφή είναι λιτή αλλά έντονη, εστιάζοντας στην ψυχολογία των χαρακτήρων και στις λεπτές αποχρώσεις του φόβου. Ο πρωτότυπος ισλανδικός τίτλος του βιβλίου είναι αναφορά στον πρώτο στίχο ενός γνωστού ισλανδικού παιδικού τραγουδιού: «Lok, lok og laes» δηλαδή «κλείσε, κλείσε και κλείδωσε».

Η Yrsa Sigurdardottir αξιοποιεί το άγριο ισλανδικό τοπίο ως ενεργό στοιχείο της αφήγησης, ενισχύοντας την αίσθηση κινδύνου και μοναξιάς, με την πλοκή να αξιοποιεί θέματα όπως η ενοχή, η μνήμη και οι συνέπειες των πράξεων, αναδεικνύοντας με μαεστρία κάτι που δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει: το πώς το παρελθόν, μπορεί να στοιχειώνει και να προδιαγράφει το παρόν, σαν να πρόκειται για ένα εφιαλτικό, προσεκτικά καταρτισμένο σχέδιο, από το είναι αδύνατον να αποδράσεις.

Κατά τα άλλα, συγγραφέας κινεί τα νήματα της ιστορίας της ως βιρτουόζος, όπου όλα συνθέτουν μια εξαιρετική παρτιτούρα με απρόβλεπτες παραμέτρους που σχετίζονται με την ανάγκη για επιβίωση και, εν τέλει, για δικαιοσύνη και για κάθαρση, όλα κομμάτια παρμένα από μία τραγωδία, με απρόβλεπτο τέλος…

Μετάφραση: Κώστας Κηλύμης
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 488