Ο Γιούκιο Μισίμα ανήκει στο παράξενο και περίτεχνο ιαπωνικό μυθιστόρημα, το οποίο γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλές στον δυτικό κόσμο, έχει πολυδιάσπαρτες και εν μέρει ακαθόριστες καταβολές που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Η αρχική του διαμόρφωση, πάντως, βασίζεται σε ιστορίες και θρύλους που εντοπίζονται σε παλαιότατα κείμενα, ενώ ένα μέρος αυτού του υλικού κληροδοτήθηκε από γενιά σε γενιά, με ένα περιεχόμενο ποικίλο, προερχόμενο συχνά από θρησκευτικά θέματα.

Διαβάστε ακόμη: Leonardo Sciascia: Στον καθένα αυτό που του αξίζει

Η καταγωγή του ιαπωνικού μυθιστορήματος

Η άλλη σημαντική πηγή που συνέβαλε στην μετεξέλιξη του μυθιστορήματος στη «Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου» είναι η ποίηση και τα σκοτεινά νοήματα των παραδοσιακών στίχων με την αλλόκοτα σαγηνευτική τους δύναμη. Ενα πρώιμο έργο που αναδεικνύει ευκρινώς την πολυδαίδαλη καταγωγή του ιαπωνικού μυθιστορήματος είναι το «Κοίλο Δέντρο», μία σύνθεση του δεκάτου αιώνα που βασίζεται τόσο στις παράξενες αφηγήσεις όσο και στις ποιητικές ιστορίες.

Διαβάστε ακόμη: Στα ρηχά του Benjamin Wood

Το πρώτο μέρος αφηγείται τις περιπέτειες ενός μουσικού που ταξιδεύει σε μακρινές χώρες αναζητώντας κάποιο μαγικό ξύλο για να κατασκευάζει αυλούς. Έπειτα από πολλά απρόσμενα περιστατικά, βρίσκει το ξύλο, αλλά το φρουρούν τέρατα. Μόνο με τη βοήθεια υπερφυσικών παρεμβάσεων καταφέρνει τελικά να το μεταφέρει στην Ιαπωνία και να κατασκευάσει τα αξιοθαύμαστα μουσικά όργανα. Το δεύτερο, όμως, μέρος του μυθιστορήματος αναφέρεται σε μια πριγκίπισσα και τους μνηστήρες της με έναν τρόπο αρκετά πιο ρεαλιστικό. Το έργο αυτό αποτελεί το σύμμεικτο είδος που έπρεπε να προϋπάρξει του σπουδαιότερου -για πολλούς- μυθιστορήματος της χώρας αυτής.

Ο λόγος για το «Γκέντζι» (στα ελληνικά κυκλοφορεί σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Νύμφη, σε εξαιρετική μετάφραση του Νίκου Πιτσινού) που γράφτηκε γύρω στο 1000 μ.Χ.. Η δομή του έργου δεν εναρμονίζεται με τις αντιλήψεις των δυτικών μυθιστορημάτων, αλλά θυμίζει περισσότερο τους περίφημους οριζόντιους κυλίνδρους της ιαπωνικής ζωγραφικής: Οι συνθέσεις των κυλίνδρων αυτών αρχίζουν συχνά με λίγα μόνο πρόσωπα, αναπτύσσονται βαθμιαία σε σκηνές περίπλοκες και συναρπαστικές για να επιστρέψουν πάλι σε ένα μικρό αριθμό ατόμων, σε ένα άλογο και τέλος, κάπου μέσα στην ομίχλη, στη μοναχική μορφή ενός στρατιώτη.

Σαν μια μουσική συμφωνία

Η εντύπωση που προκαλεί το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι μία γενικευμένη αίσθηση θλίψης που προέρχεται -ως επί το πλείστον- από την εμμονή του στην αδυσώπητη ροή του χρόνου. Το μόνο δυτικό μυθιστόρημα που μοιάζει με αυτό το αρχετυπικό ιαπωνικό έργο είναι η «Αναζήτηση του χαμένου χρόνου» του Μαρσέλ Προυστ: Υπάρχουν εκπληκτικές αναλογίες τεχνικής ανάμεσα στα δύο έργα, όπως η συμπτωματική αναφορά σε πρόσωπα και γεγονότα των οποίων η σημασία ολοκληρώνεται αργότερα, σαν μία μουσική συμφωνία.

Η καταιγιστική επίδραση της ιδιότυπης τεχνικής της «Ιστορίας του Γκέντζι» φαίνεται στα περισσότερα από τα κομψοτεχνήματα του Τανιζάκι (1886-1965), του σημαντικότερου -για πολλούς- σύγχρονου Ιάπωνα συγγραφέα. Ο Τζουνιτσίρο Τανιζάκι είναι κυρίως γνωστός ως μυθιστοριογράφος ενός προκλητικού αισθησιασμού. Στον «Τροχό της τύχης» (1928), για παράδειγμα, ο συγγραφέας εστιάζει στη σεξουαλική υποδούλωση: μια νέα παντρεμένη γυναίκα αποκτά, μετά από μια παρεξήγηση, σχέσεις με μιαν άλλη γυναίκα, διεφθαρμένη και διαβολική, η οποία κατακτά το σύζυγό της και παρασύρει και τους τρεις στο θάνατο.

Εδώ, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην πρόκληση της διαστροφής των αισθήσεων, αλλά στο εξυπονοούμενο εσωτερικό κενό. Το εσωτερικό χάσμα είναι και το «κλειδί» για την προσέγγιση του έργου του, στο οποίο ανιχνεύονται δυτικές επιρροές: ο άνθρωπος, στραμμένος και κλεισμένος στον εαυτό του είναι καταδικασμένος στη δυστυχία και το θάνατο. Αυτό που εντυπωσιάζει στον Τανιζάκι είναι ότι θυσιάζει συνειδητά όλες τις δραματικές δυνατότητες επιλέγοντας μία φωτογραφική και -ως εκ τούτου- απόλυτη «οπτική» προσέγγιση.

Πάντως, μία από τις πιο εκρηκτικές και αντιφατικές μορφές της ιαπωνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, καθώς και ο αδιαφιλονίκητος σούπερ σταρ της, ήταν ο Γιούκιο Μισίμα (1925-1970). Συγγραφέας, δραματουργός, δοκιμιογράφος και δημόσιο πρόσωπο με τεράστια επιρροή, κατάφερε μέσα σε λίγες δεκαετίες να αποκτήσει διεθνή φήμη και να θεωρηθεί ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες συγγραφείς μετά τον πόλεμο. Η ζωή του, ωστόσο, ήταν σχεδόν τόσο δραματική όσο και τα έργα του. Ο συνδυασμός αισθητισμού, εμμονής με την τιμή και την πειθαρχία, καθώς και οι ακραίες πολιτικές του πεποιθήσεις, δημιούργησαν γύρω του έναν μύθο που κορυφώθηκε το 1970 με την θεαματική αυτοκτονία του.

«Εξομολογήσεις μιας μάσκας»

Γεννημένος το 1925 στο Τόκιο με το όνομα Κιμιτάκε Χιραόκα, ο Μισίμα μεγάλωσε σε ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον και άρχισε να γράφει από πολύ νεαρή ηλικία. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε σχετικά νωρίς με το μυθιστόρημα «Εξομολογήσεις μιας μάσκας» (1949), ένα έργο που θεωρείται μέχρι σήμερα από τα πιο σημαντικά της μεταπολεμικής ιαπωνικής λογοτεχνίας.

Σε αυτό, ο συγγραφέας εξερευνά την έννοια της ταυτότητας, της κοινωνικής μάσκας και της εσωτερικής σύγκρουσης του ατόμου. Το βιβλίο, αποκαλύπτει έναν αφηγητή που κρύβει τις επιθυμίες και τις έντονες ομοφυλοφιλικές φαντασιώσεις του πίσω από μια προσεκτικά κατασκευασμένη προσωπικότητα. Η θεματική αυτή, η αντίθεση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό πρόσωπο, θα απασχολήσει τον Μισίμα σε πολλά από τα έργα του, όπως στην αριστουργηματική τετραλογία του με τίτλο «Θάλασσα της γονιμότητας».

Αποτελούμενη από τέσσερα εκπληκτικής εκφραστικής δύναμης μυθιστορήματα, το έργο αυτό αντιπροσωπεύει την μεγαλοφυία του Μισίμα. Το «Ανοιξιάτικο χιόνι» είναι μια ευγενική και συγκινητική ιστορία αγάπης. Στα «Αφηνιασμένα άλογα», την αιματηρή συνέχειά του, πρωταγωνιστεί ένας ακροδεξιός τρομοκράτης.

Στο «Ναό της αυγής», μια Ταϊλανδή πριγκίπισσα συνδέεται μυστικιστικά με τους ήρωες των προηγούμενων έργων. Ο δε «Εκπεσών άγγελος» είναι ένα έργο εξίσου συναρπαστικό και ερωτικό με τα προηγούμενα, αλλά διαπνέεται από μια αποχαιρετιστήρια θλίψη.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1970 ο Γιούκιο Μισίμα, στην ακμή της λαμπρής λογοτεχνικής σταδιοδρομίας του, ξάφνιασε τον κόσμο με την τελετουργική αυτοκτονία του. Ο Μισίμα στα έργα του αναφέρεται συχνά στα θέματα της αυτοκτονίας και του πρόωρου θανάτου, ενώ εξέφρασε πολλές φορές την επιθυμία να πεθάνει νέος. Μάλιστα, ολοκλήρωσε αυτή την τετραλογία, το τελευταίο έργο του, το πρωί της ημέρας του θανάτου του.

Μια προφητική ιστορία

Η νουβέλα «Σταρ» αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και συχνά υποτιμημένα έργα του. Σε αυτήν, ο συγγραφέας στρέφει το βλέμμα του στον κόσμο του κινηματογράφου και της φήμης, παρουσιάζοντας έναν νεαρό ηθοποιό που ζει παγιδευμένος μέσα στην ίδια του την εικόνα. Ο πρωταγωνιστής, παρά την επιτυχία και την αναγνώριση, βιώνει μια βαθιά αποξένωση. Η ζωή του καθορίζεται από το βλέμμα των άλλων, από τη διαρκή ανάγκη να ανταποκριθεί στον ρόλο που του έχει επιβάλει η δημοσιότητα. Ο Μισίμα χρησιμοποιεί τον χαρακτήρα αυτό για να εξετάσει την έννοια της διασημότητας ως μορφή θεάτρου, όπου η προσωπικότητα μετατρέπεται σε σκηνοθετημένο προϊόν. Η ιστορία αποκτά έτσι μια σχεδόν προφητική διάσταση, για τη σύγχρονη κουλτούρα των μέσων και της εικόνας.

Η προβληματική αυτή συνδέεται βαθιά με τη δική του εμπειρία. Ο Μισίμα δεν ήταν απλώς συγγραφέας αλλά και δημόσιο πρόσωπο που καλλιεργούσε συνειδητά την εικόνα του. Στη δεκαετία του 1960 ασχολήθηκε με το bodybuilding, εμφανιζόταν συχνά στα μέσα ενημέρωσης και πρωταγωνίστησε ακόμη και σε ταινίες. Για τον ίδιο, το σώμα, η αισθητική και η πειθαρχία αποτελούσαν προεκτάσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτή η εμμονή με την εικόνα και τη μορφή αντανακλάται και στη νουβέλα με τίτλο «Σταρ», όπου ο πρωταγωνιστής μοιάζει να ζει μέσα σε έναν καθρέφτη που έδειχνε ότι δεν μπορούσε να σπάσει.

Σε αυτήν την αριστοτεχνική νουβέλα του Γιούκιο Μισίμα, όπως και στο προγενέστερο και διασημότερο «Εξομολογήσεις μιας μάσκας», η ταύτιση του ανθρώπου με την εικόνα του σταδιακά μετατρέπεται σε μια λεπτή αλλά αδυσώπητη μορφή σκλαβιάς. Ο ήρωας δεν είναι πια ελεύθερος να υπάρξει ξεχωριστά από τη δημόσια περσόνα του. Και όσο περισσότερο θαυμάζεται από τους άλλους για αυτήν, τόσο λιγότερο ο ίδιος ανήκει στον εαυτό του…

Μετάφραση: Μαρία Αρώνη & Kyoko Shibayama
Εκδόσεις: Άγρα
Σελίδες: 98