Attica Roots Festival: Εννέα συναυλίες, δεκάδες χιλιάδες θεατές, ένας νέος πολιτιστικός χάρτης της Αττικής
Από τις 25 Ιουνίου έως τις 25 Ιουλίου η Αττική έγινε μια μεγάλη, ανοιχτή μουσική σκηνή, στη νέα κοινότητα που δημιουργήθηκε αυτό το καλοκαίρι στην Αττική, το Attica Roots Festival.
Στον φιδοειδή δρόμο που ανεβαίνει προς τον Ναό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο, χιλιάδες Ελληνες και τουρίστες ανέβαιναν τυλιγμένοι στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος προς την κορυφή για τη συναυλία όπου η Δήμητρα Γαλάνη και η Εστουδιαντίνα συνομίλησαν με το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη. Στον απόκοσμο βιομηχανικό χώρο των Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα, λίγα βήματα από το κύμα, μια γιορτή αγάπης και συνύπαρξης αναδύθηκε ακολουθώντας τη φωνή της Ελένης Τσαλιγοπούλου. Στο κατάφωτο Ζάππειο, στο αστικό κέντρο της πόλης, με την Ακρόπολη φωτισμένη σαν θόλο από πάνω, ο θρυλικός Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλέκ σήκωσε ένα πλήθος φωνών: τις φωνές των χιλιάδων θεατών που βρέθηκαν στη συναυλία, τραγούδησαν μαζί του και ενώθηκαν στη νέα κοινότητα που δημιουργήθηκε αυτό το καλοκαίρι στην Αττική, το Attica Roots Festival.

Από τη Ρωμαϊκή Αγορά και το Σούνιο έως την Ελευσίνα, τη Δραπετσώνα, τις ιστορικές πλατείες της Αθήνας και το Ζάππειο, το πρώτο Attica Roots Festival ένωσε μέσα σε έναν μήνα εννέα διαφορετικούς τόπους και δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Η νέα πολιτιστική πρωτοβουλία της Περιφέρειας Αττικής και του περιφερειάρχη Νίκου Χαρδαλιά, με τη στήριξη της ΔΕΗ και της εταιρείας ενέργειας ΗΡΩΝ, έφερε τη μουσική παράδοση σε διάλογο με το σήμερα, μέσα από εννέα συναυλίες με ελεύθερη είσοδο, χαράσσοντας μια νέα πολιτιστική διαδρομή πάνω στον χάρτη της Αττικής.

Από τις 25 Ιουνίου έως τις 25 Ιουλίου η Αττική έγινε μια μεγάλη, ανοιχτή μουσική σκηνή. Αρχαιολογικοί χώροι, τοπόσημα της Αθήνας, τόποι βιομηχανικής και προσφυγικής μνήμης, πλατείες και σημεία καθημερινής συνάντησης άλλαξαν για λίγες ώρες λειτουργία και ρυθμό. Εγιναν μέρος μιας μουσικής αφήγησης που πατούσε στην παράδοση, στις ρίζες, τις οποίες συναντάμε και στον τίτλο του φεστιβάλ, αλλά ανέπνεαν δυνατά μαζί με το παρόν και τη σύγχρονη μουσική δημιουργία.

Αυτό υπήρξε εξαρχής το ουσιαστικό στοίχημα του Attica Roots Festival: όχι μια νοσταλγική επιστροφή σε κάτι αμετάβλητο και οριστικά περασμένο, αλλά η αναζήτηση της στιγμής κατά την οποία οι ρίζες ξαναγίνονται ζωντανό υλικό, αλλάζουν μορφή, συνομιλούν με διαφορετικούς ήχους και δημιουργούν νέες κοινότητες ανθρώπων.
Η αρχή στη Ρωμαϊκή Αγορά

Η αυλαία άνοιξε στις 25 Ιουνίου στη Ρωμαϊκή Αγορά, στην καρδιά της παλιάς Αθήνας, με τους Mode Plagal. Ανάμεσα στις κιονοστοιχίες, κάτω από τον Ιερό Βράχο και δίπλα στο Ωρολόγιο του Κυρρήστου, το συγκρότημα που εδώ και δεκαετίες επεξεργάζεται δημιουργικά τη μουσική παράδοση ένωσε τις ελληνικές κλίμακες και τους δημοτικούς ρυθμούς με την jazz, τη funk, τα blues και το afrobeat.
Ηταν η πρώτη σαφής δήλωση της ταυτότητας του νέου φεστιβάλ, που δεν αντιμετωπίζει την παράδοση ως μουσειακό τεκμήριο. Ακούστηκε ως ένας ήχος ανοιχτός και ζωοδόχος, που περνά από εποχή σε εποχή, δέχεται νέες επιρροές και συνεχίζει να μεταβάλλεται. Η Ρωμαϊκή Αγορά, ένας χώρος συνδεδεμένος επί αιώνες με την κίνηση, το εμπόριο και τη δημόσια ζωή της πόλης, ξαναέγινε τόπος συνάντησης.
Ο Τσιτσάνης κάτω από τον Ναό του Ποσειδώνα

Τρεις ημέρες αργότερα, το φεστιβάλ βρέθηκε στο νοτιότερο άκρο της Αττικής. Στον χώρο του αναψυκτηρίου του αρχαιολογικού χώρου του Σουνίου, με τον Ναό του Ποσειδώνα να δεσπόζει πάνω από τη θάλασσα, η Δήμητρα Γαλάνη, η Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας και η Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία, υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Κωνσταντίνου, παρουσίασαν έργα του Βασίλη Τσιτσάνη.
Το ελληνικό φως, το Αιγαίο, οι εκκλησιαστικοί ύμνοι και τα τραγούδια ενός από τους κορυφαίους δημιουργούς του ελληνικού 20ού αιώνα συνέθεσαν μια βραδιά με σπάνια εσωτερική συνοχή. Το έργο του Τσιτσάνη, τραγούδια έρωτα, ξενιτιάς, απώλειας και αντοχής, βγήκε από τα όρια της ιστορικής του εποχής και ακούστηκε σαν συλλογική μνήμη. Η φωνή της Δήμητρας Γαλάνη και ο πυκνός ήχος της Εστουδιαντίνας ενώθηκαν με το τοπίο, καθώς το τελευταίο φως έπεφτε στο ακρωτήριο και το κοινό παρακολουθούσε σχεδόν τελετουργικά.
Από την Αποστόλου Παύλου στην Ελευσίνα

Στον πεζόδρομο της Αποστόλου Παύλου, κάτω από την Ακρόπολη, οι Barikada μετέφεραν τη διαδρομή σε ένα εντελώς διαφορετικό ηχητικό τοπίο. Το σχήμα του Florian Mikuta ξεκίνησε από το ρεμπέτικο, τη λαϊκή, τη βαλκανική και τη ρομά μουσική και τις πέρασε μέσα από τη ska, την dub, την techno, την electronica και το drum’n’bass. Ο ιστορικός περίπατος της Αθήνας μετατράπηκε σε ένα μεγάλο ανοιχτό dancefloor, αποδεικνύοντας ότι οι ρίζες μπορούν να ηλεκτριστούν χωρίς να χάσουν τη μνήμη τους.
Ακολούθησε η Ελευσίνα, μια πόλη που γνωρίζει όσο λίγες τι σημαίνει μεταμόρφωση: από τόπος των αρχαίων Μυστηρίων σε μία βιομηχανική πόλη και στη συνέχεια σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Στην Πλατεία Αναψυκτηρίου, η Μάρθα Φριντζήλα και το Kubara Project δημιούργησαν μια μουσική περιπέτεια όπου παραδοσιακές μελωδίες, άγνωστα ρεμπέτικα, ελληνικές και διεθνείς συνθέσεις, αυτοσχεδιασμός, χιούμορ και συγκίνηση συνυπήρξαν χωρίς στεγανά.
Τα τραγούδια αντιμετωπίστηκαν ως ζωντανοί οργανισμοί, που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά, αλλάζουν ενορχήστρωση, μπολιάζονται με νέες φωνές και αποκτούν διαφορετικό νόημα κάθε φορά που τραγουδιούνται. Στην Ελευσίνα, αυτή η αδιάκοπη μεταμόρφωση αποτελούσε μέρος της ίδιας της ταυτότητας του τόπου.
Η λαϊκή μνήμη της Δραπετσώνας

Στα Λιπάσματα της Δραπετσώνας, μέσα σε ένα τοπίο όπου τα ίχνη της βιομηχανικής εποχής συναντούν τη θάλασσα, η Ελένη Τσαλιγοπούλου έδωσε μία από τις πιο θερμές συναυλίες του φεστιβάλ. Σε έναν τόπο ταυτισμένο με την εργατική ζωή, την προσφυγική ιστορία του Πειραιά και τις σκληρές αλλαγές της πόλης, η λαϊκή φωνή απέκτησε ιδιαίτερο βάρος.
Η Ελένη Τσαλιγοπούλου πέρασε από τους μουσικούς δρόμους της Μακεδονίας στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, από τη συγκίνηση στη γιορτή και από την προσωπική εξομολόγηση στη συλλογική εμπειρία. Το κοινό τραγούδησε μαζί της, χόρεψε και μετέτρεψε τον άλλοτε κλειστό βιομηχανικό χώρο σε έναν ανοιχτό τόπο συνύπαρξης. Για λίγες ώρες τα παλιά εργοστάσια, οι καμινάδες και το σκοτεινό περίγραμμα του Πειραιά έγιναν το σκηνικό μιας νέας κοινής μνήμης.
Η Ευανθία Ρεμπούτσικα στον κήπο του Μουσείου

Στον προαύλειο χώρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, που ετοιμάζεται για τη νέα του εποχή χάρη στην επέκτασή του με την υπογραφή του Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ, η Ευανθία Ρεμπούτσικα έφερε τις ιστορίες και τα ταξίδια της Ανατολικής Μεσογείου στο κέντρο της Αθήνας. Με το βιολί της να λειτουργεί σαν αφηγητής, οι μελωδίες της πέρασαν από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, από τις γειτονιές της μνήμης στις εικόνες του κινηματογράφου, ενώνοντας διαφορετικές πόλεις, γλώσσες και γενιές.
Ο κήπος του Μουσείου, ένας χώρος καθημερινής διέλευσης μέσα στον πυκνό αστικό ιστό, πλημμύρισε από μουσική και κόσμο. Η μνήμη παρουσιάστηκε ως ένα διαρκές ταξίδι: κάτι που μεταφέρεται από τόπο σε τόπο και επιστρέφει κάθε φορά αλλαγμένο, μέσα από τον ήχο ενός βιολιού, μια μελωδία ή μια εικόνα που αναγνωρίζουμε πριν ακόμη θυμηθούμε από πού.
Από το Κολωνάκι στην Πλατεία Κοτζιά

Στην Πλατεία Δεξαμενής, οι Gadjo Dilo ένωσαν την Αθήνα με το Παρίσι και το ελληνικό τραγούδι των δεκαετιών του 1950 και του 1960 με την gypsy swing παράδοση του Django Reinhardt. Το «Manouche de Grec», το ιδιαίτερο μουσικό τους ιδίωμα, έδωσε στις γνώριμες ελληνικές μελωδίες τη ζωντάνια του τζαζ αυτοσχεδιασμού και την κομψότητα των γαλλικών τραγουδιών του Μεσοπολέμου.
Η Δεξαμενή, με τη δική της λογοτεχνική και αστική μνήμη, μεταμορφώθηκε σε μια μεγάλη υπαίθρια πίστα. Κάτοικοι, επισκέπτες και περαστικοί έγιναν μέρος της συναυλίας, σε μία από εκείνες τις βραδιές κατά τις οποίες η πόλη εγκαταλείπει για λίγο τις συνήθειές της και παραδίδεται στον ρυθμό.
Λίγες ημέρες αργότερα, στην Πλατεία Κοτζιά, μπροστά από το Δημαρχείο της Αθήνας και ανάμεσα στα νεοκλασικά κτίρια και τα ορατά αρχαία ίχνη της πόλης, οι Χαΐνηδες δημιούργησαν τη δική τους συλλογική τελετουργία. Η κρητική μουσική συναντήθηκε με την ποίηση, τον μυστικισμό, τις μουσικές της Ανατολής και τη διονυσιακή ενέργεια που χαρακτηρίζει τις ζωντανές εμφανίσεις τους. Οι Χαΐνηδες ως πράξη ελευθερίας και διαρκούς αναζήτησης.

Η πλατεία γέμισε από τον παλμό ενός μουσικού κόσμου όπου ο μύθος, η φιλοσοφία, η αντίσταση και η γιορτή δεν διαχωρίζονται. Στην καρδιά της διοικητικής Αθήνας το κοινό σχημάτισε ξανά έναν κύκλο γύρω από τη μουσική.
Η μεγάλη συνάντηση στο Ζάππειο

Η αυλαία του πρώτου Attica Roots Festival έπεσε στις 25 Ιουλίου στο Ζάππειο, με τον Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλέκ και τη Μαρία Παπαγεωργίου. Ο σπουδαίος μουσικός, μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες διεθνώς μορφές της μουσικής της Ανατολικής Μεσογείου, έφερε στο κέντρο της Αθήνας τους ήχους, τα πνευστά και τους ρυθμούς ενός κόσμου που δεν αναγνωρίζει τα σύνορα ως αδιαπέραστα.
Δίπλα του, η Μαρία Παπαγεωργίου λειτούργησε ως μια σύγχρονη ελληνική φωνή μέσα σε αυτή τη μεγάλη μουσική συνομιλία. Το Ζάππειο γέμισε από χιλιάδες ανθρώπους, οι οποίοι δεν στάθηκαν απλώς απέναντι από τη σκηνή˙ τραγούδησαν, ανταποκρίθηκαν στους μουσικούς, έγιναν για λίγες ώρες μέρος ενός κοινού σώματος. Ηταν το ιδανικό κλείσιμο για ένα φεστιβάλ που είχε αρχίσει έναν μήνα νωρίτερα με την υπόσχεση να επανασυνδέσει τη μουσική με τον τόπο και τον πολιτισμό με τη συμμετοχή.
Ο πολιτισμός ως δημόσιο αγαθό

Η ελεύθερη είσοδος και στις εννέα συναυλίες αποτέλεσε βασικό στοιχείο της ταυτότητας του φεστιβάλ. Σε μια εποχή κατά την οποία η πρόσβαση στις μεγάλες πολιτιστικές διοργανώσεις δεν είναι αυτονόητη για όλους, η Περιφέρεια Αττικής επέλεξε να ανοίξει τις εκδηλώσεις χωρίς εισιτήριο, φέρνοντας σημαντικούς καλλιτέχνες κοντά σε ένα ευρύ και διαφορετικό κοινό.
«Για εμάς, ο πολιτισμός αποτελεί δημόσιο αγαθό. Είναι κοινωνική συνοχή, είναι ταυτότητα, είναι τρόπος να ξανασυναντηθούμε με τις ρίζες μας και ταυτόχρονα να κοιτάξουμε μπροστά», είχε δηλώσει ο περιφερειάρχης Αττικής, Νίκος Χαρδαλιάς, κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, υπογραμμίζοντας τον στόχο να φτάσει ο πολιτισμός σε κάθε γειτονιά και να παραμείνει ανοιχτός και προσβάσιμος σε κάθε πολίτη.
Οι δεκάδες χιλιάδες θεατές που ακολούθησαν αυτή τη διαδρομή επί έναν μήνα επιβεβαίωσαν ότι υπήρχε χώρος και ανάγκη για μια τέτοια διοργάνωση. Ανθρωποι διαφορετικών ηλικιών, κάτοικοι της Αττικής και επισκέπτες, σταθερό κοινό των καλλιτεχνών, αλλά και περαστικοί, που σταμάτησαν επειδή άκουσαν τη μουσική, συναντήθηκαν σε χώρους που γνώριζαν, αλλά τους είδαν και τους έζησαν με διαφορετικό τρόπο.

Το πρώτο Attica Roots Festival ολοκληρώθηκε αφήνοντας πίσω του κάτι περισσότερο από την ανάμνηση εννέα επιτυχημένων συναυλιών. Αφησε μια νέα διαδρομή πάνω στην Αττική: έναν άξονα που ένωσε την αρχαιότητα, τη βιομηχανική και προσφυγική μνήμη, το λαϊκό τραγούδι, τη Μεσόγειο και τον σύγχρονο αστικό ήχο. Εδειξε ότι οι εμβληματικοί χώροι ενός τόπου μπορούν να γίνουν ξανά ζωντανά πεδία συνάντησης και ότι οι ρίζες έχουν πραγματική δύναμη όταν δεν μας κρατούν ακίνητους, αλλά μας δίνουν το έδαφος για να κινηθούμε προς τα εμπρός.
Το NextStep Media Group και το iefimerida στήριξαν ως χορηγοί επικοινωνίας τη νέα πολιτιστική πρωτοβουλία της Περιφέρειας Αττικής και ακολούθησαν το Attica Roots Festival σε ολόκληρη τη διαδρομή του, μεταφέροντας στα Μέσα του ομίλου τις εικόνες, τις φωνές και την εμπειρία των εννέα συναυλιών. Από τη Ρωμαϊκή Αγορά έως το Ζάππειο γεννήθηκε μέσα σε έναν μήνα μια νέα κοινότητα ακρόασης και συμμετοχής. Και μαζί της ένας θεσμός που έδειξε από την πρώτη του διοργάνωση ότι μπορεί να αποκτήσει διάρκεια, να απλωθεί ακόμα περισσότερο στην Αττική και να επιστρέψει.










Γιωργος Βαϊλακης