Εργαστηριακή μελέτη ελληνικών πανεπιστημίων διερεύνησε τις βιολογικές επιδράσεις τεσσάρων γνωστών ελληνικών ποικιλιών κρασιού, Ξινόμαυρου, Αγιωργίτικου, Ασύρτικου και Μαλαγουζιάς, εστιάζοντας στη δράση των εκχυλισμάτων τους πάνω σε μηχανισμούς που σχετίζονται με το οξειδωτικό στρες σε ανθρώπινα κύτταρα.

Διαβάστε ακόμα: Το πορτοκαλί κρασί είναι το νέο ροζέ

Η έρευνα υλοποιήθηκε από επιστήμονες του Τμήματος Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας και του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, σε συνεργασία με το Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Journal of Functional Foods.

Τι εξέτασαν οι ερευνητές

Κεντρικός στόχος της μελέτης ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο τα εκχυλίσματα των συγκεκριμένων κρασιών, τα οποία περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις πολυφαινολών και άλλων βιοδραστικών ενώσεων, μπορούν να επηρεάσουν θετικά την ισορροπία μεταξύ οξειδωτικών και αντιοξειδωτικών διεργασιών στα κύτταρα.

Διαβάστε ακόμα: Τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία για το κρασί του 2025

Το οξειδωτικό στρες αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς που συνδέονται με κυτταρικές βλάβες σε λιπίδια, πρωτεΐνες και DNA και έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση και εξέλιξη πολλών χρόνιων παθήσεων.

Εργαστηριακή προσέγγιση, όχι κατανάλωση κρασιού

Οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι η έρευνα δεν αφορούσε την κατανάλωση κρασιού από ανθρώπους. Τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά σε εργαστηριακές συνθήκες, χρησιμοποιώντας καλλιέργειες ανθρώπινων κυττάρων. Συγκεκριμένα, μελετήθηκαν τρεις διαφορετικές κυτταρικές σειρές:

  • ηπατικά καρκινικά κύτταρα (HepG2),
  • ενδοθηλιακά κύτταρα που σχετίζονται με τη λειτουργία των αγγείων (EA.hy926),
  • γαστρικά καρκινικά κύτταρα (MKN45).

Οι συγκεκριμένες σειρές επιλέχθηκαν λόγω της ευρείας χρήσης τους στη μελέτη του μεταβολισμού, της καρδιαγγειακής λειτουργίας και της γαστρεντερικής φυσιολογίας.

Πώς παρασκευάστηκαν τα εκχυλίσματα;

Τα κρασιά υποβλήθηκαν αρχικά σε διαδικασία αποαλκοολοποίησης. Στη συνέχεια παρασκευάστηκαν συμπυκνωμένα εκχυλίσματα, τα οποία καθαρίστηκαν ώστε να απομονωθούν τα βιοδραστικά τους συστατικά. Τα εκχυλίσματα προστέθηκαν στα κύτταρα σε διαφορετικές συγκεντρώσεις και για προκαθορισμένο χρόνο.

Πριν την κύρια αξιολόγηση, εξετάστηκε ποιες συγκεντρώσεις δεν προκαλούσαν κυτταρική τοξικότητα. Με βάση αυτές, οι ερευνητές ανέλυσαν δείκτες που σχετίζονται με:

  • τη συνολική αντιοξειδωτική ικανότητα,
  • τα επίπεδα γλουταθειόνης,
  • την παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου,
  • την οξειδωτική βλάβη σε λιπίδια και πρωτεΐνες,
  • καθώς και την έκφραση γονιδίων που συμμετέχουν στη ρύθμιση της οξειδοαναγωγικής ισορροπίας.

Τι έδειξαν τα αποτελέσματα

Σύμφωνα με τα ευρήματα, όλα τα εκχυλίσματα επηρέασαν σε κάποιο βαθμό το οξειδοαναγωγικό προφίλ των κυττάρων. Γενικά, τα εκχυλίσματα από τα ερυθρά κρασιά εμφάνισαν ισχυρότερη βιολογική δράση, κάτι που αποδίδεται στη μεγαλύτερη περιεκτικότητά τους σε πολυφαινόλες.

Το Ξινόμαυρο φάνηκε να ενισχύει την αντιοξειδωτική άμυνα και να μειώνει δείκτες οξειδωτικής φθοράς σε περισσότερους από έναν τύπους κυττάρων.

Το Αγιωργίτικο συνδέθηκε με αυξημένη συνολική αντιοξειδωτική ικανότητα και μείωση οξειδωτικών παραμέτρων, ανάλογα με την κυτταρική σειρά.

Τα εκχυλίσματα του Ασύρτικου και της Μαλαγουζιάς παρουσίασαν κυρίως δράση που σχετίζεται με τον περιορισμό της οξειδωτικής βλάβης, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον τύπο των κυττάρων.

Σε επίπεδο γονιδιακής έκφρασης, οι αλλαγές ήταν περιορισμένες στους περισσότερους δείκτες που εξετάστηκαν. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν συγκεκριμένες μεταβολές στα ενδοθηλιακά κύτταρα μετά από έκθεση σε εκχυλίσματα Αγιωργίτικου και Μαλαγουζιάς. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα εκχυλίσματα κρασιού φαίνεται να δρουν μέσω πολλαπλών μηχανισμών και όχι μέσω ενός μοναδικού μοριακού μονοπατιού.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα;

Η μελέτη εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο έρευνας για τα λειτουργικά τρόφιμα και τα βιοδραστικά συστατικά φυσικής προέλευσης. Όπως επισημαίνεται, τα αποτελέσματα περιορίζονται σε κυτταρικά μοντέλα και δεν επιτρέπουν συμπεράσματα για τις επιδράσεις της κατανάλωσης κρασιού στον άνθρωπο.

Παράλληλα, τονίζεται ότι η περιορισμένη βιοδιαθεσιμότητα των πολυφαινολών στον ανθρώπινο οργανισμό αποτελεί σημαντικό παράγοντα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε μελλοντικές μελέτες και πιθανές εφαρμογές.

Photo credit: iStock