Συνάντησα τον Κωνσταντίνο πριν από λίγα χρόνια, νομίζω ήταν Άνοιξη. Είχαμε δώσει ραντεβού στην Αυλή, την ταβερνούλα στου Ψυρρή, και τον θυμάμαι σαν τώρα να έρχεται προς το μέρος μου γνέφοντας χαμογελαστός. Φορούσε λινά ανοιχτόχρωμα ρούχα, καφέ σανδάλια και κρατούσε το ταγάρι του. Εκείνο το μεσημέρι, μιλήσαμε για τις ζωές μας και για πράγματα που ακουμπούν τις καρδιές μας. Ο Κωνσταντίνος είναι άτομο φωτεινής και λεπτής αύρας, και η φωνή του έχει κρατήσει κάτι από τα παιδικά, τα αθώα μας χρόνια. Είναι πολύ νέος, όμως όπως θα διαπιστώσετε, η ζωή του είναι ζωή εξαιρετικών εμπειριών. Δεν ξέρει το μέλλον γι αυτό αφήνεται στο «τώρα» του παρόντα χρόνου. Την ζωή του λοιπόν μέχρι τώρα, μας διηγείται με τα δικά του λόγια. Κωνσταντίνε σ’ευχαριστώ πολύ-πολύ.

Διαβάστε ακόμα: John Tsagaris: Ο Έλληνας γιατρός που κουράρει την Penélope Cruz και την Sienna Miller 

«Καλημέρα και σ’ευχαριστώ πολύ κι εγώ γι αυτή την ευκαιρία. Λοιπόν όλα ξεκίνησαν στην Αθήνα, όπου και γεννήθηκα το 1990, πριν 36 χρόνια. Είχα την ευκαιρία να πάω σχολείο στην Λεόντειο Νέας Σμύρνης που ίσως ήταν και μία πρώτη επαφή με την εκκλησιαστική καλλιέργεια αλλά και με τα γαλλικά. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με μια μαμά πολύ τρυφερή, έναν μπαμπά πολύ προστατευτικό που δούλευε συνέχεια για να μας υποστηρίξει, κι έναν μεγαλύτερο αδελφό που μου έμαθε πολλά.

Από μικρός είχα πάντα κάποια έλξη στον κόσμο της μόδας αλλά μην έχοντας καθόλου δεξιοτεχνικές ικανότητες, αποφάσισα να σπουδάσω διοίκηση επιχειρήσεων με γαλλικά στο Bath στην Αγγλία, για 3 χρόνια. Εκεί και ήταν και η πρώτη πόρτα στον χώρο της μόδας και της ομορφιάς, καθώς έπειτα από τεράστια προσπάθεια και επιμονή, κατάφερα να μπω στην L’Oreal Paris στα κεντρικά γραφεία στο Παρίσι, στον τομέα του μάρκετινγκ. Στο Παρίσι δε, έζησα για 12 ολόκληρα χρόνια. Θυμάμαι πως η πρώτη μέρα ας ασκούμενος, συνέπεσε και με την πρώτη μέρα του τότε γενικού διευθυντή, που βλέποντας ποσό νέος ήμουν (19 χρόνων για τα γαλλικά δεδομένα είναι ανήκουστο να είσαι ασκούμενος) έγινε γρήγορα μια μορφή μέντορα. Μετά από έναν χρόνο, πριν καν τελειώσω τις σπουδές μου, μου προσέφεραν αμέσως δουλειά στην ομάδα του. Γύρω στο 2014, και καθώς είχα μία εμμονή με το οτιδήποτε νέο και ειδικά στον κόσμο της επικοινωνίας, ανακάλυψα το Instagram και επέμεινα στον τότε διευθυντή Cyril Chapuy να επενδύσει. Μέσα σε λίγες μέρες βρέθηκα να τρέχω παγκοσμίως τα social media της μεγαλύτερης πολυεθνικής καλλυντικών στον κόσμο! Έτσι ξεκίνησε η μύηση μου στον κόσμο των celebrities καθώς περνούσα τον περισσότερο χρόνο μαζί τους. Η συνεργασία μου κάλυπτε τεράστια ονόματα από την Jennifer Lopez, Elle Fanning, Julianne Moore, Jane Fonda, Doutzen Kroes, Liya Kebede, Karlie Kloss κτλ. Μία από τις τότε ambassadors, η Eva Longoria, βλέποντας την δουλειά μου, μου έδωσε μια ιδέα: γιατί δεν κάνεις το ίδιο και για ιδιώτες όπως εμένα; Και έτσι,  βρέθηκα μπροστά από μια καινούργια πόρτα, που ήθελα να διαβώ: αυτήν στον χώρο της μόδας. Και το κλειδί ήταν στα χέρια της τότε πελάτισσας μου και τώρα πλέον οικογενειακής μου φίλης, Natalia Vodianova, μοντέλου, με μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και σύζυγος του Antoine Arnault. Μια γυναίκα από τα πιο φωτεινά, ευαίσθητα, ειλικρινή και αξιόλογα πρόσωπα που γνώρισα ποτέ στην ζωή μου, που με εμπιστεύτηκε και με υποστήριξε σε όλη μου την καριέρα. Έτσι ξεκινήσαμε μαζί ένα ταξίδι επικοινωνίας, ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο, παρακολουθώντας όλες τις εβδομάδες μόδας και τους μεγαλύτερους οίκους, καθώς και πραγματοποιώντας έργα για παιδιά με αυτισμό σε όλο τον κόσμο. Συνεργάστηκα με τις ομάδες των Dior, Balmain, Valentino, Louis Vuitton, Kerastase, Margiela κτλ. Βέβαια το ενδιαφέρον ήταν ότι ήδη πριν αρκετά χρόνια πίσω, η Natalia είχε δει κάτι μέσα μου και επέμενε πως μια μέρα θα την βοηθούσα σε ένα πιο πνευματικό επίπεδο που τότε δεν μπορούσα να κατανοήσω.

Δυστυχώς σε όλο αυτό το ταξίδι της κάποιας εξωτερικής λάμψης, υπήρχε το μεγαλύτερο αστέρι της ζωής μου, η μητέρα μου, που έσβηνε καθώς έπασχε από τερματικό καρκίνο. Και κάπου εκεί ο Γολγοθάς της, φάνηκε να μετατρέπει το οποιοδήποτε επίτευγμα στην επαγγελματική μου ζωή, σε κάτι το επιφανειακό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το μεγαλύτερο χάσμα ζωής τον Μάιο του 2019, όπου η μαμά ήταν στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση και εγώ έπρεπε την επόμενη μέρα να βρίσκομαι στις Κάννες για το φεστιβάλ κινηματογράφου. Κάπου εκεί ήταν σαν ένα μεγάλο χαστούκι που με ταρακούνησε και άρχισε να με κάνει να αναρωτιέμαι πού πραγματικά είναι η θέση, και ποιος ο σκοπός μας σε αυτή την ζωή.

Έτσι, και με τον θάνατο της μαμάς μου άνοιξε και η τρίτη και ίσως πιο σημαντική πόρτα της ζωής μου, αυτή της πνευματικής αναζήτησης. Πέρασα 3 με 4 χρόνια από μια εξωτερική ανάλυση και εμπειρία της ζωής, σε μια πιο εσωτερική. Ξεκίνησα να ταξιδεύω σε μέρη όπου κάτι μέσα μου με καλούσε, να κάνω διαλογισμό ή προσευχή σε βουνά, μέσα στην φύση, σε εκκλησίες. Αυτό το ταξίδι με έφτασε εντός των άλλων μέχρι και την Ινδία στους πρόποδες του Himachal Pradesh.
Εν συντομία, μια μέρα λίγο πριν την εκταφή του σώματος της μητέρας μου, μου ήρθε στο μυαλό ένα τραγούδι που λέγαμε στο σχολείο αφιερωμένο στην Παναγία. Σε ένα από τα πολλά ονόματα που αποδίδεται στην Θεοτόκο – και μάλιστα  η πρώτη αναφορά – ήταν στην Παναγία την Χοζοβιώτισσα. Μην μπορώντας να κατανοήσω την ετοιμολογία της λέξης, βρίσκομαι στο Google search, όπου και βλέπω το μοναστήρι. Σκαλισμένο μέσα σε βράχια, στην μέση του πουθενά, αυτή η πρώτη εντύπωση που έκανε κάτι μέσα μου να θέλω να πάω εκεί για μια εβδομάδα. Βρήκα το τηλέφωνο και ο τότε ηγούμενος απάντησε κατευθείαν αλλά με ενημέρωσε ότι έπρεπε να περιμένω κάποιους μήνες. Τον Νοέμβριο του 2022, συναντιόμαστε στην Αθήνα και ερχόμαστε στο μοναστήρι. Από εκείνη την στιγμή που το αντικρίζω για πρώτη φορά, λέω, αυτό θα είναι το σπίτι μου, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα.

Και κάπως έτσι έγινε για τα τελευταία 3μησι χρόνια, χάρη στην κατανόηση, την αγάπη και τον αλληλοσεβασμό των μοναχών εδώ. Βέβαια γίνανε διαφορά θαύματα – ή σημάδια – τα οποία καθησύχαζαν και καθησυχάζουν την οποιαδήποτε εγκεφαλική μου ένσταση. Το πιο έντονο ήταν ότι η τιμητική ημέρα του μοναστηριού, συμπίπτει με την γενέθλια μέρα και την ονομαστική εορτή της μαμάς μου Μαρούσας, 21 Νοέμβριου στα Εισόδια της Παναγίας.

Νομίζω ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα που έχω λάβει είναι ότι το κάθε μονοπάτι στην ζωή μας, έχει μια αξία για το επόμενο βήμα. Και είναι σημαντικό να έχουμε διάκριση. Να καταλαβαίνουμε πως πάνω από όλα υπάρχει ήδη η απάντηση μέσα στην καρδιά μας. Και όσο αυτό μπορούμε να το εξασκήσουμε, τόσο καλύτερα μπορούμε και να ζούμε την ζωή μας, σε ισορροπία και σε ευθυγράμμιση, με τη θέληση μας και την θέληση Του. Εξού και σε μια από τις προσευχές, υπάρχει η υπέροχη λέξη Καρδιογνώστα…

Σίγουρα η ζωή σε ένα τόσο όμορφο μοναστήρι βουτηγμένο μέσα στο απέραντο γαλάζιο, βοηθάει σε αυτό το ταξίδι πνευματικής και εσωτερικής αναζήτησης, καθώς τα ερεθίσματα είναι περιορισμένα και συνεπώς ξεκινάς να ψάχνεις τις απαντήσεις μέσα σου αντί για γύρω σου. Το πρόγραμμα της προσευχής μας επίσης, σε ωθεί στο να είσαι παρών, στο να μην κοιτάς το ρολόι αλλά να μπορείς να ζεις στο εδώ και τώρα. Και εκεί ακριβώς ίσως είναι που βρίσκεται ο Θεός. Δεν μπορείς να μην είσαι ευγνώμων για την ζωή όταν κάθε πρωί βλέπεις το θαύμα της φύσης, της Ανατολής του Ήλιου, τα χρώματα της θάλασσας, την αθωότητα των ζώων, την πειθαρχία των πουλιών που κάθε μέρα θα τραγουδήσουν για την ζωή.
Ίσως εδώ να έχω καταφέρει να βρω την μητρική αγκαλιά που μου λείπει και πάλι, απλά αυτή την φορά στην προστασία της Παναγίας. Εκεί απευθυνόμαστε, εκεί συνδεόμαστε, εκεί αγαπάμε.

Το μοναστήρι αυτό έχει την χάρη της επισκεψιμότητας, που σε κάνει να συνειδητοποιείς το μεγαλείο της ανθρωπότητας καθώς καταλαβαίνεις το πόσο όμοιοι είμαστε όλοι και παράλληλα, το πόσα διαφορετικά μονοπάτια ζωής υπάρχουν. Και εκεί ίσως έρχεται και πάλι η σημασία της διάκρισης: στο να κατανοήσουμε καρδιακά, ότι ο κάθε άνθρωπος ναι μεν είναι περαστικός, αλλά έχει έρθει για κάποιον σκοπό. Όταν αυτό το βρούμε, είναι σαν ένα κομμάτι παζλ να μπαίνει στην θέση του και όλα γύρω να αρχίζουν σιγά-σιγά να συνδέονται. Αυτό που παρατηρώ ερχόμενος σε επαφή με τόσο κόσμο από όλα τα μέρη της γης, είναι αυτή η δίψα που έχουν όλο και περισσότερο οι άνθρωποι, στο να συνδεθούν καρδιακά και πνευματικά. Ίσως αυτή η γνώση ότι ο Θεός υπάρχει, να είναι και ένας καλός τρόπος ταπεινότητας και περιορισμού του εγωισμού μας. Καθώς είμαστε τίποτα μπροστά στο μεγαλείο αυτού του κόσμου, απλά περαστικοί, ίσως έχουμε και μια ευθύνη στο να ζούμε ειλικρινά, χωρίς να καταστρέφουμε αλλά να προσπαθούμε να κάνουμε αυτόν τον κόσμο που βρήκαμε, κάπως καλύτερο.

Μέχρι πρότινος, στην Villa Salvia της φίλης μου Αριστέας, στην υπέροχη Καρδαμύλη στην Πελοπόννησο, μια φορά τον χρόνο, δημιουργούσα κάποιες ομάδες όπου μαζευόμασταν άτομα από όλο τον κόσμο. Όλοι με μία παρόμοια ανάγκη κατανόησης αλλά και σύνδεσης με τον συνάνθρωπο. Αυτό που έκανα εκεί,ήταν retreats γύρω από το πως το ´Αγαπάτε αλλήλους ως εαυτόν’ γίνεται πράξη στο εδώ και τώρα. Νομίζω υπάρχει τόση παραπληροφόρηση και φασαρία στον κόσμο, που ξεχνάμε την ουσία, το να μπορέσουμε να κάτσουμε μαζί με τον άλλον, και να τον ακούσουμε, να μιλήσουμε. Οπότε σε αυτές τις ομάδες είναι αυτή ακριβώς η σύνδεση που προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε.

Η περίοδος του Πάσχα στο μοναστήρι είναι ιδιαίτερη καθώς οι ακολουθίες αλλάζουν, ακουστικά και ουσιαστικά, όπως και η φύση ξυπνάει μαζί με τα πρώτα λουλούδια, οπότε είναι μια φανταστική εικόνα συμβίωσης και αναγέννησης σε όλα τα επίπεδα. Για μένα είναι πάντα μια στιγμή εξωτερικής παύσης και εσωτερικής ενδοσκόπησης, και κάπως μια παραπάνω ώθηση πνευματικής σύνδεσης. Ίσως η προσευχή να γίνεται λίγο πιο βαθιά και να έχουμε λίγο περισσότερο υπομονή και κατανόηση. Η πιο ιδιαίτερη στιγμή είναι η Μεγάλη Παρασκευή όπου γίνεται και ο στολισμός του Επιταφίου με μεγάλη αγάπη από τους ντόπιους. Όπως και το βράδυ της Αναστάσεως στο μπαλκόνι, κάτω από τα άστρα, μόνο με κεριά. Κάπως εκεί, σε αυτές τις στιγμές, βλέπεις και νιώθεις σαν μέσα από παράθυρο, αυτό το μεγαλείο του Θεού, της φύσης και της καρδιάς.

Ίσως το πιο σημαντικό σε αυτή την ζωή είναι να μάθουμε να είμαστε παραπάνω άνθρωποι με κατανόηση, περισσότερη αγάπη αλλά και με μεγαλύτερη σύνδεση με την καρδιά μας, όπου και βρίσκεται όλη η αλήθεια.

Η αλήθεια επίσης είναι πως η επόμενη πόρτα της ζωής μου δεν ξέρω ποια θα είναι, πώς και πότε. Το μόνο που ξέρω είναι ότι είμαι ευγνώμων στο τώρα και εύχομαι αυτό το συναίσθημα να μπορούμε όλοι οι άνθρωποι να το βιώσουμε κάποια στιγμή της ζωής μας.

Αραιά και που συνεχίζω να κάνω κάποιες συνεδρίες πάνω στο κομμάτι της επικοινωνίας και της συμβουλής για διάφορους κλάδους, εταιρίες και ιδιώτες. Ίσως είναι και ένας τρόπος επαφής με την ζωή εκτός μοναστηριού, που ωθεί και αυτό σε μια ισορροπία μεταξύ δύο κόσμων που ουσιαστικά είναι το ίδιο. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και μπορεί να είναι εξίσου πνευματικός ή στον σωστό δρόμο για την ζωή του, ζώντας εκτός ή εντός μοναστηριού. Φορώντας η μη φορώντας ράσα. Φτιάχνοντας μια οικογένεια ή κάνοντας μια ιεραποστολή. Δημιουργώντας, δουλεύοντας, αγαπώντας, τραγουδώντας… Ποιος ξέρει. Τελικά ίσως το πιο σημαντικό, είναι η ζωή να βιώνεται με ειλικρίνεια και αγάπη. Τότε όλα τα αλλά είναι περιττά, γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από μια καθαρή καρδιά».