Στην προσπάθεια μας να γίνουμε αρεστοί λέμε πράγματα που δεν εννοούμε. “Πολύ σου πάει το φόρεμα”, “αδυνάτισες”, “τριάντα χρόνια ίδια είσαι”. Η γλυκιά κουβέντα που φτιάχνει τη μέρα όλων. Όταν τη λέμε νιώθουμε πως κάναμε μια καλή πράξη. Παίρνουμε ικανοποίηση. Ίσως και λίγο εγωιστική. Νιώθουμε ενδόμυχα πως έχουμε τη δύναμη να επηρεάσουμε τα συναισθήματα των άλλων. Κι όταν την ακούμε χαμογελάμε. Ξέρουμε πως είναι ψέμα. Αλλά μας αρέσει.

Το γλυκό λευκό ψέμα

Ανάλογα με το βαθμό της σκοπιμότητας που κρύβει, το ψέμα αρχίζει λίγο να γαριάζει. Το λευκό ψέμα για τονώσουμε την αυτοπεποίθηση ενός παιδιού ή την ψυχολογία της- πρόσφατα χωρισμένης -φίλης είναι πάλλευκο. Σε μια πελάτισσα για να κερδίσουμε προμήθεια επί των πωλήσεων; Χμμμμμ. Αρχίζει να αχνοφαίνεται το συμφέρον. Στη φίλη που της λέμε ότι το αγόρι που της μιλάει με το ζόρι μια φορά την εβδομάδα σίγουρα τη θέλει πολύ απλά πνίγεται στην δουλειά; Δύο φορές χμμμμμ. Μάλλον δεν έχουμε το θάρρος να της πούμε την αλήθεια. Φοβόμαστε πως θα την πληγώσουμε; Ψέματα. Αφού ξέρουμε πως στο τέλος η πραγματικότητα θα αποκαλυφθεί. Και η προσγείωση θα είναι ακόμα πιο ανώμαλη.

Ο εθισμός στο ψέμα

Η αθώα αυτή πρακτική ενέχει πολλούς κινδύνους. Το να ωραιοποιούμε καταστάσεις μοιάζει σαν τοπική νάρκωση. Ένα προσωρινό μέτρο που δεν λύνει το πρόβλημα. Η αναβολή της αποδοχής μιας κατάστασης που δεν θα αποφύγουμε μας στερεί τη δυνατότητα να λάβουμε τα μέτρα μας όσο είναι ακόμα νωρίς.

Τα λευκά ψέματα σταδιακά δημιουργούν έναν άλλο κόσμο, στον οποίο εγκλωβιζόμαστε γιατί είναι πιο ανώδυνος. Σαν ένα ροζ συννεφάκι. Είναι η εύκολη λύση για να βγούμε από τη δύσκολη θέση. Δεν λέμε ότι αργήσαμε σε μια συνάντηση γιατί δεν βρίσκαμε τα κλειδιά μας στο ακατάστατο γραφείο μας. Ούτε ότι ξεχάσαμε πού είχαμε παρκάρει. Λέμε ότι βρήκαμε κίνηση. Από το αθώο «είχε πολύ κίνηση» ως την άρνηση να δούμε κάτι που μας στεναχωρεί, πόσα τσιγάρα δρόμος;

Η μαύρη τρύπα του λευκού ψέματος

Το ένα ψέμα φέρνει το άλλο. Και έπειτα άλλο ένα. Σαν μια μαύρη τρύπα, η οποία σιγά σιγά μας καταπίνει. Έχοντας συνηθίσει στην ευκολία που μας προσφέρουν αφηνόμαστε στη δίνη τους. Ανήμποροι. Ή βολεμένοι; Ή ανήμποροι στη βολή μας; Θέλει σίγουρα γερό στομάχι για να πούμε σε κάποιον ότι αυτά που φοράει είναι κακόγουστα. Πώς έχει άδικο να επιμένει σε μια λάθος επιλογή από πείσμα. Πρέπει να σκεφτούμε πως σε κάποιους ανθρώπους αξίζει να λέμε την αλήθεια. Ίσως τους στεναχωρήσουμε. Ίσως όμως τους προστατεύσουμε από μια κατάσταση που δεν μπορούν να κρίνουν αντικειμενικά, γιατί είναι συναισθηματικά εμπλεκόμενοι σε αυτήν.

Αν υιοθετήσουμε αυτήν τη νοοτροπία θα πρέπει να το κάνουμε αμφίδρομα. Να δεχτούμε να ακούσουμε την αλήθεια. Να είμαστε ανοιχτοί σε αυτήν. Να εκτιμήσουμε τη φίλη που μας χτυπάει το καμπανάκι. Ή ακόμα και την άγνωστη, προς εμάς, πωλήτρια που διακριτικά μας φέρνει και ένα νούμερο μεγαλύτερο γιατί ξέρει τη δουλειά της καλύτερα από εμάς. Δεν είναι όσο εύκολο ακούγεται. Απαιτεί να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε πως δεν είμαστε τέλειοι ή αλάνθαστοι. Και να είμαστε εντάξει με αυτό.

Ας επιλέξουμε την αλήθεια από το ψέμα. Γιατί όποιο κι αν είναι το χρώμα, λευκό, υπόλευκο ή κίτρινο, το ψέμα είναι πάντα ψέμα. Και πάντα λάθος.