Η Μεγάλη Χίμαιρα αποτελούσε για χρόνια τον μεγάλο ανεκπλήρωτο πόθο καναλιών, σκηνοθετών και ηθοποιών. Κατά καιρούς ακούγαμε για προχωρημένες συζητήσεις και πιθανούς πρωταγωνιστές, όμως πάντα η υλοποίηση συναντούσε εμπόδια και έμενε στα χαρτιά. Τώρα που επιτέλους η σειρά είναι γεγονός και έχουμε δει και τα πρώτα επεισόδια, μπορούμε να ξαναστοχαστούμε λίγο, γύρω από την τηλεόραση σαν ενημερωτικό, ψυχαγωγικό, αλλά κυρίως και σαν πολιτιστικό αγαθό.

Διαβάστε ακόμη: Φωτεινή Πελούζο: Ποια είναι η πρωταγωνίστρια της Μεγάλης Χίμαιρας

Ζούμε χρόνια τώρα το δίπολο ιδιωτική και κρατική τηλεόραση. Τα ιδιωτικά κανάλια έφεραν από την γέννησή τους ένα ανάλαφρο και ανανεωτικό αεράκι να φυσήξει στις οθόνες των σπιτιών μας, με μία διάθεση να βγει το Μέσο out of the box, έξω από το στενό και στυλιζαρισμένο πλαίσιο των τότε μονοπωλιακών κρατικών συχνοτήτων. Τον πρώτο καιρό, ο ενθουσιασμός του καινούργιου ύφους και «ήθους», έφερε διαφορετικές ενημερωτικές εκπομπές, ωραίες σειρές, μεγαλύτερη και πιο τολμηρή διαχείριση της έκφρασης στην επικοινωνία με τον τηλεθεατή, και μια αίσθηση περισσότερης ελευθερίας σε άπαντες τους συντελεστές.

Διαβάστε ακόμη: Υποσχέσεις που δεν θα κρατήσω τη νέα χρονιά

Είδαμε όμως και ακρότητες. Ποιος δεν θυμάται τα ευτελισμένα (για να μην πω εξεφτελιστικά…) δελτία καιρού, όπου μισόγυμνες κοπελίτσες με καθοδηγούμενο σεξιστικό τρόπο, μας έλεγαν τον καιρό υπονοώντας κάτι περισσότερο από τις θερμοκρασίες, τα σύννεφα και τις καταιγίδες; Ή τις εκπομπές όπου η γελοιοποίηση ανθρώπων με ιδιαιτερότητες εκχυδάισαν το Μέσο, μετατρέποντας δυστυχώς την αρχική ανοχή των τηλεθεατών, σε σταδιακή αποδοχή, του τύπου «για να σπάμε πλάκα!». Ακόμα και τα σημερινά «πρωινάδικα», είναι μία επιλογή που από ένα σημείο και μετά, σου βγάζουν στο προσκήνιο μία αντανάκλαση της ελληνικής κοινωνίας όπως ΔΕΝ θα έπρεπε να είναι. Και αν ακόμα, δεν είναι έτσι η κοινωνία μας στην πλειοψηφία της, όμως λέγε-λέγε, γίνεται!

Ναι, η ιδιωτική τηλεόραση έπρεπε να υπάρξει και καλώς ζει και βασιλεύει. Με τα καλά και τα στραβά της, τις όμορφες προσπάθειες και τις αδυναμίες της. Όμως, αν θα θέλαμε να ελπίζουμε σε μία καλύτερη τηλεόραση, τον δρόμο θα πρέπει να τον δείχνει ο κρατικός μας φορέας. Γιατί αυτός από καταβολής του, έχει όχι μόνο ενημερωτικό χαρακτήρα αλλά και επιμορφωτικό. Και σε μια εποχή αποδόμησης ιδεών, εννοιών, συμβόλων και πολιτιστικών αγαθών, η κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση, θα πρέπει με την ιστορία και τον πλούτο της (υποδομές, αρχειακό υλικό κ.λπ.), να στέκεται θεματοφύλακας και ενάντιος στην λογική «αυτό θέλουν, αυτό δίνουμε».

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι εδώ και λίγα χρόνια τα κρατικά κανάλια αποφάσισαν να συντονιστούν με την εποχή και να αντιδράσουν. Έγινε επιτέλους κατανοητό ότι έπρεπε να «ξυπνήσει ο κοιμισμένος γίγαντας» και να αποδώσει ποιοτικό αλλά και σχετικά ανταγωνιστικό πρόγραμμα. Οι ψηφιακές πλατφόρμες που αναδείχτηκαν και γιγαντώθηκαν στα χρόνια του κορονοϊού, ανάγκασαν και τον εθνικό φορέα, να συνειδητοποιήσει ότι οφείλει να αποκτήσει ένα αξιόλογο μερίδιο στην πίτα της τηλεθέασης , χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα αποποιηθεί τον «ποιοτικό» του χαρακτήρα.

Το τηλεκοντρόλ είναι στο χέρι μας. Και πραγματικά δεν είναι καθόλου Μεγάλη Χίμαιρα να ελπίζουμε σε μια καλύτερη τηλεόραση. Είναι απόφαση, είναι επιλογή, είναι ευθύνη. Δική μας.

Το λανσάρισμα της ΕRTFLIX έδειξε από την αρχή του, ότι ήταν μία έξυπνη κίνηση που συγκέντρωσε αμέσως το ενδιαφέρον του κοινού. Με ένα σωστό μείγμα εμπορικών αλλά και πιο ειδικών ταινιών και σειρών, αρχικά ξένων αλλά αργότερα και ελληνικών, η προσπάθεια αυτή εμπλουτίστηκε και πρόκοψε. Στο κομμάτι δε του κανονικού προγράμματος των καναλιών της ΕΡΤ, προβλήθηκαν σειρές και εκπομπές με προσεγμένη παραγωγή, ικανότατους συντελεστές και ανταγωνιστικά ποσοστά τηλεθέασης. Σειρές όπως Η Παραλία, Τα καλύτερά μας χρόνια, η Έρημη Χώρα ακόμα και η Ηλέκτρα, που είναι πιο κοντά στην εμπορική μορφή των αντίστοιχων σειρών της ιδιωτικής τηλεόρασης, είναι «προϊόντα» καλά, και στέκονται αξιοπρεπώς απέναντι στον ανταγωνισμό. Φυσικά πολλές φορές, μια βεβιασμένη προχειρότητα παρατηρείται και κάνει αίσθηση. Παράδειγμα η παραγωγή γύρω από τη ζωή της Μαρίας Κάλλας, που ήταν μια άτυχη στιγμή για την ΕΡΤ και δεν δικαίωσε τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.

Η Μεγάλη Χίμαιρα είναι μια διεθνής υπερπαραγωγή της ΕΡΤ για την οποία μόνο χαρούμενοι πρέπει να είμαστε. Εδώ το αποτέλεσμα δικαιώνει την αναμονή. Δεν θα ασχοληθώ με κριτική της λεπτομέρειας που έχει να κάνει με παρατηρήσεις όπως «κάποιες φορές ήταν αργή η πλοκή» κ.λπ. Δεν είναι όλα τα θεάματα fast food. Ας δούμε επιτέλους το δάσος και όχι το δένδρο. Και ας αφήσουμε την εθνικό μας ελάττωμα στην άκρη (την γκρίνια), αφού πάντα θα βρίσκουμε κάτι που δεν θα μας αρέσει 100%. Ας αποδώσουμε τα εύσημα στον κόπο, την αγάπη και το όραμα κάποιων ανθρώπων που συνέβαλαν να γίνει αυτή η δουλειά, και ας ελπίσουμε σε άλλες ανάλογες παραγωγές. Η ΕΡΤ πλασάρεται σωστά για να διεκδικήσει τη θέση της μαζί και με την κινηματογραφική βιομηχανία. Το ότι πλέον στην χώρα μας γυρίζονται πολλές ξένες ταινίες με γνωστά ονόματα του Χόλλυγουντ και ότι για τη Μεγάλη Χίμαιρα συνεργάστηκαν φορείς και επαγγελματίες από χώρες με μεγάλη παράδοση στον τομέα αυτό, μόνο χαρά πρέπει να μας γεμίζει και να μας «ανοίγει την όρεξη» και για άλλα τέτοια.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν. Θέλουμε να βάλουμε ένα ανάχωμα απέναντι σε κάποια «φτηνά» προϊόντα που μας σερβίρει η ιδιωτική τηλεόραση; Θέλουμε να απαιτήσουμε καλύτερη τηλεόραση συνολικά, τόσο από ιδιωτικούς όσο και από κρατικούς φορείς; Η χώρα μας διαθέτει πολιτισμό, κουλτούρα και φυσικές ομορφιές. Διαθέτει και ανθρώπους με ταλέντο και ήθος. (Ναι, υπάρχουν και δεν είναι λίγοι, απλά δεν προβάλλονται όσο θα έπρεπε). Μπορούμε αυτόν τον συνδυασμό να τον αναδείξουμε στο εσωτερικό και στο εξωτερικό; Το τηλεκοντρόλ είναι στο χέρι μας. Και πραγματικά δεν είναι καθόλου Μεγάλη Χίμαιρα να ελπίζουμε σε μια καλύτερη τηλεόραση. Είναι απόφαση, είναι επιλογή, είναι ευθύνη. Δική μας.

Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος