Ας ξεκινήσουμε με μια ειλικρινή παραδοχή: «κουτσομπολιό» και «γραφείο» είναι λέξεις συνώνυμες και το ότι δεν συνυπάρχουν στα λεξικά είναι απλώς μια τυπικότητα. Δεν υπάρχει γραφείο χωρίς κουτσομπολιό, όπως δεν υπάρχει… επαγγελματικό κουτσομπολιό χωρίς γραφείο. Όλες μας έχουμε υπάρξει ακροάτριες, τελάληδες ή το ίδιο το «θέμα» που συνήθως ξεκινά με ορμητήριο το τρίπτυχο «κουζίνα – τουαλέτα – καφέ» και διαχέεται στους διαδρόμους με ταχύτητα που ούτε το εταιρικό μέιλ δεν πετυχαίνει. Όλες μας είμαστε εξοπλισμένες με φτυάρι. Άλλες μικρότερο και άλλες μεγαλύτερο, έτοιμες να θάψουμε τη «δύσκολη», τη «φιλόδοξη», τη «δήθεν υπεράνω», την «ψυχρή και υπολογίστρια», τη «σιωπηλή αλλά επικίνδυνη», την «αγαπημένη της διεύθυνσης», την «υπερβολικά χαμογελαστή», τη «μονίμως κουρασμένη», την «ελαφρών ηθών», τη «βαρέων βαρών». Η λίστα τελειωμό δεν έχει, πάντα με την απαραίτητη διευκρίνιση: «δεν το λέω από κακία».

Όχι, καλή μου. Από κακία το λες. Μόνο που η κακία, όπως ακριβώς και η βλακεία, έχει διαβαθμίσεις. Έχει ύψη, βάθη και μεγέθη. Έχει στιγμές παρορμητικές και στιγμές απολύτως συνειδητές. Έχει εκείνη τη μικρή, καθημερινή της εκδοχή, ντυμένη με ένα «δεν έχω τι άλλο να κάνω», και εκείνη τη μεθοδική που ξέρει ακριβώς τι ζημιά θα προκαλέσει. Άλλη η κακιούλα της στιγμής και άλλη η κακιάρα της πρόθεσης. Άλλη η τύπισσα που χρησιμοποιεί το κουτσομπολιό ως αθώα εκτόνωση κι άλλη η μέγαιρα που το παίζει στα δάχτυλα ως μηχανισμό εξουσίας.

Η δεύτερη, η μεγαιροκουτσομπόλα, δεν θα μείνει στο πόσο κοντή είναι η φούστα σου, αν σου πηγαίνουν οι ξανθές ανταύγειες ή αν πολύ σου πέφτει ο γκόμενος που γνώρισες στο πάρτι. Αυτά είναι για τις ερασιτέχνιδες. Εκείνη θα πάει αλλού. Θα μιλήσει για την «αξιοπιστία» σου, για τη «σοβαρότητά» σου, για το αν «ταιριάζεις με την κουλτούρα της ομάδας». Θα διαδώσει πως δεν «αντέχεις την πίεση», πως «δεν είσαι ομαδική», πως δεν «επικοινωνείς σωστά». Θα αφήσει να αιωρηθεί ότι «κάτι δεν της κολλάει», ότι «υπάρχει ένα θέμα στη συνεργασία». Και φυσικά, φυσικότερα δεν γίνεται, θα ψιθυρίσει πως «δεν τα έκανες όλα μόνο με την αξία σου», πως «κάτι άλλο άνοιξες για να ανοίξουν οι πόρτες», γιατί «δεν εξηγείται αλλιώς».

Πώς θα την αναγνωρίσεις; Ευκολάκι. Αρχικά, δεν έχει καλή κουβέντα για κανέναν. Ποτέ. Για όλους υπάρχει ένα «ναι μεν, αλλά». Ένα μυστικό. Μια υποσημείωση. Μια παρασπονδία που μόνο εκείνη γνωρίζει. Ένα μικρό αγκάθι που ακυρώνει ολόκληρη την εικόνα. Όταν αναφερθεί σε κάποιον που γνωρίζετε και οι δύο, κάποιον από τον κοινό σας κύκλο, θα το κάνει με ύφος συνωμοτικό. Θα σου εμπιστευτεί «κάτι που δεν λέγεται». Κάτι που «καλό είναι να το ξέρεις». Δεν θα δώσει γεγονός. Θα δώσει σκιά, αφήνοντας μισή πρόταση να αιωρείται και μισή να εννοείται. Και θα σε κοιτάξει κατάματα για να βεβαιωθεί ότι η υποψία ρίζωσε. Δεν μιλά ποτέ για να επικοινωνήσει. Μιλά για να μετρήσει αντιδράσεις. Η κάθε της φράση είναι θερμόμετρο. Παρατηρεί ποιος θα συμφωνήσει, ποιος θα σωπάσει, ποιος θα μεταφέρει παρακάτω τη φράση της. Στο μυαλό της κρατά σημειώσεις και χαρτογραφεί συμμαχίες. Ξεχωρίζει τους πρόθυμους από τους επιφυλακτικούς. Αν δει αντίσταση, μαλακώνει. Αν δει ανταπόκριση, προχωρά. Δεν εκτίθεται ποτέ ολόκληρη. Αφήνει πάντα μια έξοδο διαφυγής, μια φράση που μπορεί να ανασκευάσει, μια πρόθεση που μπορεί να παρεξηγήθηκε. Δεν ρισκάρει την εικόνα της. Ρισκάρει τη δική σου. Και ποτέ μα ποτέ δεν λειτουργεί μόνη της. Πάντα μα πάντα έχει μικρό, επιλεγμένο «συνεργείο». Δυο-τρία τσιράκια που συμπληρώνουν τη φράση της με ένα «ναι, το έχω παρατηρήσει κι εγώ».

Η μεγαιροκουτσομπόλα, δεν θάβει από ιδιοσυγκρασιακή κακία. Θάβει από φόβο. Ο έλεγχος είναι ο τρόπος της να κατευνάζει τη βαθιά της ανασφάλεια, εκείνη τη φωνή που της ψιθυρίζει ότι κάποιος πάντα την απειλεί. Το κουτσομπολιό είναι ο μηχανισμός άμυνάς της, ένα μέσο να μετακινεί την προσοχή από τα δικά της ελλείμματα στις υποτιθέμενες αδυναμίες των άλλων. Αν εσύ αμφισβητείσαι, εκείνη ανακουφίζεται. Αν εσύ μικραίνεις, εκείνη νιώθει ασφαλής. Μέσα της λειτουργεί μια διαρκής σύγκριση, ένα αόρατο ταμπλό που μετρά επιδόσεις, συμπάθειες, επιρροή. Ο φόβος της ανεπάρκειάς της δεν είναι θεωρητικός. Είναι σωματικός. Εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι όταν κάποια άλλη αναγνωρίζεται, όταν κάποια άλλη ξεχωρίζει, όταν κάποια άλλη λάμπει. Το φως των άλλων τη στραβώνει, γιατί έχει μάθει να κινείται στο ημίφως. Σε περιβάλλοντα όπου οι καρέκλες είναι λίγες και οι φιλοδοξίες πολλές, η ταυτότητα δεν είναι σταθερή. Είναι διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Και η μεγαιροκουτσομπόλα δεν εμπιστεύεται ότι η αξία της αρκεί. Γι’ αυτό κατασκευάζει αφηγήματα. Γιατί αν δεν ελέγχει την ιστορία, φοβάται ότι η ίδια θα γίνει παρελθόν.

Καλά όλα αυτά, αλλά πώς τη νικάς; Δεν τη νικάς μέσα στο πηγαδάκι της. Εκεί είναι το γήπεδό της και θα είσαι πάντα οφσάιντ. Δεν τη νικάς με εξηγήσεις, ούτε με αγανάκτηση. Δεν τη νικάς διορθώνοντας κάθε υπονοούμενο. Δεν τη νικάς με αποδείξεις που νομίζεις ότι θα τη συνετίσουν, γιατί η μεγαιροκουτσομπόλα δεν λειτουργεί με αλήθειες. Λειτουργεί με εντυπώσεις. Τη νικάς με συνέπεια που την εξαντλεί περιμένοντας να κάνεις λάθος, με ψυχραιμία που δεν της προσφέρει σκηνή, με όρια που δεν διαπραγματεύονται. Δεν της δίνεις αντίδραση και, κυρίως, δεν της δίνεις φόβο. Τη νικάς όταν η παρουσία σου στον χώρο γίνεται πιο ισχυρή από τα λόγια της, όταν η δουλειά σου μιλά πριν από εκείνη, όταν δεν αντιδράς σπασμωδικά αλλά στρατηγικά. Και κυρίως όταν της αποδώσεις τη διάσταση που της αναλογεί. Την πραγματική. Την αμελητέα.

Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος