Ρούχα κρεμασμένα σαν μνήμες. Installations. Προβολές. Ένα ongoing σύμπαν. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε υφάσματα, φώτα και ανθρώπους που έμοιαζαν περισσότερο με πιστούς παρά με δημοσιογράφους, ένα masterclass, μία περφόρμανς, μια ζωντανή έκθεση, προβολές, εμφανίστηκε η Tilda Swinton. Με ασπρόμαυρο σύνολο και τα πιο περιζήτητα παπούτσια της σεζόν, τα μαύρα Chanel του Matthieu Blazy, άρχισε να μιλάει σαν να μην έδινε συνέντευξη αλλά σαν να άνοιγε ένα ημερολόγιο μπροστά μας. Όχι με αρχή, μέση και τέλος. Αλλά σαν μονόλογο.
Σαν κουβέντα κουζίνας που κράτησε σαράντα χρόνια. Και κάπου ανάμεσα στον Derek Jarman, τον Pedro Almodóvar, τη μόδα, τα διαμερίσματα της νιότης της, την ψυχική υγεία των νέων καλλιτεχνών και τη μυρωδιά ενός παλιού χαλιού, κατάλαβες πως η Tilda Swinton δεν μιλάει ποτέ απλώς για σινεμά. Μιλάει για το πώς να ζεις.

Tilda Swinton On Going

«Δεν ήθελα μια αναδρομική έκθεση. Δεν είχα τελειώσει ακόμα.»

Η Swinton ξεκίνησε εξηγώντας γιατί αρχικά αρνήθηκε την πρόταση του Eye Film Museum στο Άμστερνταμ. Το μόνο που μπορούσε να φανταστεί τότε ήταν «παλιά clips, παλιά κοστούμια, παλιές αφίσες, παλιές φωτογραφίες». Και αυτό την τρόμαζε. Γιατί έμοιαζε σαν κάποιος να της ζητούσε να κλείσει την ιστορία της ενώ εκείνη ένιωθε πως είχε ακόμη δρόμους να διασχίσει.

«Δουλεύω τριάντα πέντε χρόνια, αλλά ήξερα ότι έχω ακόμη πολλά μονοπάτια να εξερευνήσω. Δεν ήμουν έτοιμη να κλείσω την αφήγηση.»

Η ζωή όμως, όπως είπε η ίδια, συνέβη. Και τότε άρχισε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο ως ambassador της Chanel, συναντώντας νέους καλλιτέχνες από την Ταϊπέι μέχρι τη Σαγκάη και από το Σίδνεϊ μέχρι την Μπανγκόκ. Περίμενε να την ρωτούν για παραγωγές, χρηματοδοτήσεις και casting. Αλλά όλοι τη ρωτούσαν το ίδιο πράγμα.

«Οι νέοι καλλιτέχνες φοβούνται ότι δεν θα αντέξουν ψυχικά»

«Πίστευα ότι θα με ρωτούσαν για στρατηγικές χρηματοδότησης ή για το πώς στήνεται μια ταινία. Αντί γι’ αυτό, παντού άκουγα για κοινωνικό άγχος και ψυχική υγεία.» Η φράση έπεσε στην αίθουσα βαριά. Η Tilda Swinton μιλούσε χωρίς καμία απόσταση. Σαν να προσπαθούσε πραγματικά να βρει μια απάντηση. Και κάπου εκεί κατάλαβε ποιος ήταν ο ρόλος της.

Όχι να εξηγήσει πώς «πετυχαίνεις». Αλλά να δείξει ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να υπάρξεις ως καλλιτέχνης. Ένας τρόπος συλλογικός.

«Μεγάλωσα δουλεύοντας μέσα σε κολεκτίβες. Με ανθρώπους που πίστευαν ότι η διαδικασία προηγείται του προϊόντος.» Και τότε άρχισε να μιλάει για κάτι που επανερχόταν ξανά και ξανά σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας: τη συζήτηση.

«Η σχέση είναι ο κορμός. Το έργο είναι απλώς το φύλλο.»

Για την Swinton, οι ταινίες δεν είναι το σημαντικότερο κομμάτι της δημιουργίας. Οι άνθρωποι είναι. «Η σχέση είναι ο κορμός του δέντρου. Η συζήτηση που γεννιέται μέσα από αυτήν είναι τα κλαδιά. Η ταινία, η παράσταση, το άρθρο. Αυτά είναι απλώς τα φύλλα.»

Και ξαφνικά όλα έβγαζαν νόημα. Ο τρόπος που μιλούσε για τον Derek Jarman. Για τη Joanna Hogg. Για τον Luca Guadagnino.
Για τον Pedro Almodóvar. Για τον Apichatpong Weerasethakul. Όχι σαν συνεργάτες. Σαν οικογένεια.

«Ο Derek Jarman μας έκανε όλους κινηματογραφιστές»

Όταν άρχισε να μιλάει για τον Derek Jarman, η ενέργεια στο δωμάτιο άλλαξε. Η φωνή της μαλάκωσε. Θυμήθηκε τα γυρίσματα του Caravaggio, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που έκανε ποτέ. Ήταν 24 χρονών. Δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ σε κινηματογραφικό πλατό. Και αυτό που τη σημάδεψε ήταν ότι ο Jarman φερόταν σε όλους σαν συνδημιουργούς. «Ένας ηλεκτρολόγος κοίταξε μια σκηνή και είπε “νομίζω ότι το φως στο χέρι είναι λάθος”. Και όλοι απάντησαν “τέλεια, ευχαριστούμε”.» Για εκείνη, αυτό ήταν η τέχνη. Καμία σχέση με εξουσία και ιεραρχία.
Η συμμετοχή. «Ο Derek μας έκανε όλους κινηματογραφιστές.»

«Να πηγαίνετε στο πλατό σαν να πηγαίνετε σε πάρτι»

Η αγαπημένη συμβουλή του Derek Jarman ήταν και η πιο αποκαλυπτική. «Πηγαίνετε στο πλατό σαν να πηγαίνετε σε πάρτι.» Η Swinton χαμογέλασε όταν το είπε. Γιατί για εκείνη, μια καλή ταινία λειτουργεί ακριβώς όπως ένα καλό πάρτι. Κανείς δεν περιμένει από έναν άνθρωπο να κρατήσει μόνος του την ενέργεια του χώρου. «Κάποιος βάζει μουσική. Κάποιος φέρνει φαγητό. Κάποιος σερβίρει ποτά.» Η ευθύνη μοιράζεται. Η τέχνη επίσης.

«Δεν ψάχνω ρόλους. Ψάχνω ανθρώπους.»

Η Swinton είπε κάτι που εξηγεί ίσως όλη τη φιλμογραφία της. «Δεν ψάχνω ρόλους. Πηγαίνω προς τους ανθρώπους.» Δεν σκέφτεται χαρακτήρες. Δεν κυνηγά projects. Κάθε δουλειά ξεκινά από μια συζήτηση σε ένα τραπέζι κουζίνας. Κάποιες φορές χρειάζονται δώδεκα χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί. Άλλες δεκαεπτά. Και αυτό δεν τη φοβίζει καθόλου.

«Δεν υπάρχει Marvel εδώ μέσα»

Κάπου εκεί ήρθε και η πιο αιχμηρή στιγμή της ημέρας. Η Swinton γέλασε όταν παραδέχτηκε ότι ο περισσότερος κόσμος τη γνωρίζει από ταινίες που η ίδια θεωρεί «περιθωριακές» για τη ζωή και το έργο της. «Δεν υπάρχει Marvel εδώ μέσα. Δεν υπάρχει Narnia εδώ μέσα. Αυτό είναι το πραγματικό έργο της ζωής μου.» Δεν το είπε υποτιμητικά. Το είπε σχεδόν σαν υπενθύμιση προς τον εαυτό της.

«Κερδίστε χρήματα με το αριστερό χέρι. Κάντε τέχνη με το δεξί.»

Η συμβουλή της προς τους νέους καλλιτέχνες ήρθε χωρίς ίχνος ρομαντισμού. «Στη δεκαετία του ’80 κανείς μας δεν είχε χρήματα και κανείς δεν περίμενε να αποκτήσει. Αυτό μας έκανε ελεύθερους.» Και μετά είπε την πιο δυνατή ατάκα της ημέρας: «Κερδίστε χρήματα με το αριστερό χέρι. Κάντε τέχνη με το δεξί.»

«Το πρώτο σου διαμέρισμα είναι μια χρυσαλλίδα»

Η πιο τρυφερή στιγμή της κουβέντας ήρθε όταν μίλησε για το διαμέρισμα της νιότης της που ανακατασκευάστηκε μέσα στην έκθεση. Ένα σπίτι στο οποίο μπήκε μόλις είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο και από το οποίο έφυγε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα ως μητέρα διδύμων. «Δεν είναι σκηνικό. Είναι χρονική στρέβλωση.» Θυμήθηκε το χαλί.
Τους θορύβους από τον δρόμο. Τη βρωμιά γύρω από τους διακόπτες.
Τη μυρωδιά του χώρου. Και τότε είπε κάτι που έκανε όλη την αίθουσα να σωπάσει:

«Το πρώτο σπίτι που έχεις μόνος σου είναι η πρώτη φορά που γνωρίζεις πραγματικά τον εαυτό σου.»

«Οι καλλιτέχνες δεν μας αφήνουν ποτέ πραγματικά»

Μιλώντας για τον Bela Tarr, η Swinton συγκινήθηκε βαθιά. Όχι μόνο για το έργο του αλλά και για τον τρόπο που έζησε. «Οι καλλιτέχνες δεν χάνονται ποτέ πραγματικά γιατί μας αφήνουν όχι μόνο το έργο τους, αλλά και το παράδειγμα της ζωής τους.» Και μετά είπε κάτι που έμοιαζε σχεδόν με παρηγοριά: «Δεν είσαι μόνος σου. Υπάρχει πάντα κάποιος καλλιτέχνης που σκέφτηκε αυτό που σκέφτεσαι κι εσύ».

«Ο μόνος λόγος που σωπαίνουμε είναι ο φόβος»

Η τελευταία μεγάλη στιγμή της συζήτησης ήρθε όταν μίλησε για την εποχή που ζούμε. Για τη σιωπή, την καταπίεση, για τον φόβο. «Γιατί να μη μιλήσεις όταν νιώθεις ότι πρέπει; Ο μόνος λόγος είναι ο φόβος.» Και μετά χαμογέλασε ξανά. «Ο φόβος είναι επικίνδυνο παιχνίδι. Αλλά δεν χρειάζονται πολλά για να αρχίσει να λιώνει».

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ρούχα, φώτα, κάμερες και αναμνήσεις σαράντα χρόνων, κατάλαβες ότι η Tilda Swinton δεν ήρθε στην Αθήνα για να μιλήσει για σινεμά. Για μόδα. Για θέατρο. Ήρθε για να μιλήσει για ελευθερία. Και μια ζωή χωρίς μακιγιάζ. Αισθητικές επεμβάσεις. Ψέμα. Μόνο ελευθερία. Στην κουζίνα (και τη σκηνή) με παπούτσια από την τελευταία συλλογή Chanel.

Photos Credits: Stegi