Μια νύχτα με τον Julien MacDonald στην Αθήνα
Από το Saint-Tropez στην Αθηναϊκή Ριβιέρα και την Ίμπιζα, ο σχεδιαστής που έντυσε τη Beyoncé και την Taylor Swift εγκαταλείπει το παραδοσιακό catwalk και επανασυστήνει το glamour σε μια νέα γενιά ταξιδιωτών της μόδας.
Η παραλιακή, λίγο πριν από τις οκτώ το βράδυ του Σαββάτου, είχε περισσότερη κίνηση από ό,τι συνήθως τέτοια ώρα. Όσο πλησίαζες τις στροφές στα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης, τα αυτοκίνητα άλλαζαν ρυθμό αναζητώντας μια θέση στάθμευσης κοντά στο σημείο συνάντησης. Δεν έρχεται κάθε μέρα στην Αθήνα ένας σχεδιαστής που έχει συνδέσει το όνομα του με τη λάμψη, το prêt-à-porter και την υψηλή ραπτική.
Ο Julien MacDonald, ο άνθρωπος που η διεθνής μόδα έχει βαφτίσει «King of Glamour», παρουσίασε τη νέα καλοκαιρινή του συλλογή στο Private House του Island, στήνοντας μια επίδειξη που έμοιαζε περισσότερο με ένα αποκλειστικό πάρτι δίπλα στη θάλασσα παρά με ένα παραδοσιακό fashion show. Δεν είναι τυχαίο. Ο Ουαλός σχεδιαστής βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη μέση ενός νέου εγχειρήματος που τον οδηγεί από το Saint-Tropez στην Αθήνα και από εκεί στην Ίμπιζα, μεταφέροντας τις δημιουργίες του απευθείας στον «global traveller», τη γυναίκα που ταξιδεύει, καταναλώνει μόδα ψηφιακά και αναζητά εμπειρίες περισσότερο από επιδείξεις.
Κορίτσια και αγόρια περπατούσαν στην πασαρέλα με την ανεπιτήδευτη αυτοπεποίθηση ανθρώπων που πηγαίνουν σε ένα καλοκαιρινό κάλεσμα από το οποίο κανείς δεν θέλει να λείπει. Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το νέο μοντέλο του MacDonald: λιγότερο catwalk, περισσότερος τρόπος ζωής.

Julien MacDonald
Ο σχεδιαστής που έχει ντύσει τη Beyoncé, την Taylor Swift, την Eva Longoria, τις Kardashian-Jenners και τον Lewis Hamilton, που έμαθε τι σημαίνει Chanel δίπλα στον Karl Lagerfeld και που διαδέχθηκε τον Alexander McQueen στον Givenchy — και μάλιστα στην υψηλή ραπτική — ξέρει καλύτερα από πολλούς τι θέλει να φορέσει η γυναίκα που βγαίνει, ταξιδεύει και φωτογραφίζεται. Ξέρει επίσης πώς να μετατρέπει ένα φόρεμα σε γεγονός.
Τι κι αν η πρόσκληση έγραφε 20.00; Όπως ήταν αναμενόμενο, το show ξεκίνησε περίπου στις 21.30. Το κοινό ήταν όσο ετερόκλητο θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο γεγονός: τραγουδιστές, επιχειρηματίες, σχεδιαστές, στιλίστες, δημοσιογράφοι, διευθυντές περιοδικών, TikTok creators και φίλοι της μόδας.
Το dress code ήταν ελεύθερο προς ερμηνεία. Άνδρες με λινά πουκάμισα, καλοραμμένα κοστούμια και σουέντ loafers. Γυναίκες κάθε ηλικίας με μάξι φορέματα, σούπερ μίνι, ολόσωμες φόρμες, εξώπλατα και αποκαλυπτικά κοψίματα. Η αίσθηση ήταν περισσότερο Μεσόγειος παρά μητρόπολη. Περισσότερο Saint-Tropez παρά Λονδίνο.
Και η επίδειξη; Ο Julien MacDonald δεν είναι απλώς σχεδιαστής. Είναι σκηνοθέτης και performer. Με ένα έντονα χορευτικό soundtrack γεμάτο επιτυχίες της δεκαετίας του ’80, της εποχής που ο ίδιος θεωρεί τη χρυσή περίοδο της μόδας, με τις υπερβολές του Dynasty, την Joan Collins, τη Versace αισθητική, τα έντονα αρώματα και τις χαρακτηριστικές βάτες, ηλιοκαμένα μοντέλα περπάτησαν με φόρα στην αυτοσχέδια πασαρέλα, παράλληλα με τη θάλασσα, μεταφέροντας το κοινό σε μια εποχή όπου η πολυτέλεια δεν ψιθύριζε. Φώναζε.

Julien MacDonald
Ολοκέντητα bodysuits, μίνι φορέματα με ή χωρίς κουκούλες, δημιουργίες γεμάτες κίνηση, μεταλλικές αποχρώσεις και μια αισθητική που έφερνε στο μυαλό κάτι ανάμεσα στον Paco Rabanne των ένδοξων χρόνων του και έναν σύγχρονο couturier. Αποκαλυπτικές σιλουέτες, γυμνό δέρμα και φορέματα σχεδιασμένα για γυναίκες που δεν χρειάζονται κοσμήματα για να τραβήξουν τα βλέμματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο MacDonald επιλέγει πλέον να παρουσιάζει τις συλλογές του σε προορισμούς όπως η Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια απομακρύνεται από το παραδοσιακό μοντέλο των επιδείξεων σε εμβληματικά λονδρέζικα σημεία, όπως το The Shard ή η Royal Opera House, αναζητώντας σκηνικά που μοιάζουν περισσότερο με τον κόσμο στον οποίο ζουν οι πελάτισσες του. Σε μια βραδιά στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, τα ρούχα κινούνται ανάμεσα σε κοκτέιλ, πισίνες και καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα, εκεί όπου είναι σχεδιασμένα να φορεθούν.
Παράλληλα, ο σχεδιαστής επαναπροσδιορίζει και το κοινό του. Τα νέα βραδινά φορέματα της συλλογής ξεκινούν από περίπου 1.000 λίρες, μια τιμή που ο ίδιος χαρακτηρίζει προσιτή για τα δεδομένα της designer μόδας. Η κίνηση μοιάζει να απευθύνεται σε μια νεότερη, περισσότερο ψηφιακή γενιά πελατών, η οποία ανακαλύπτει τις συλλογές μέσα από το Instagram, ταξιδεύει συχνά και αγοράζει με γνώμονα την εμπειρία όσο και το προϊόν.
Όσο για την αισθητική του; Ο Julien MacDonald δεν υπήρξε ποτέ απολογητικός. Πολύ πριν η λέξη «sexy» γίνει mainstream στη μόδα, εκείνος σχεδίαζε φορέματα που αγκάλιαζαν το σώμα χωρίς φόβο. Οι αναφορές του παραμένουν οι ίδιες: η Marilyn Monroe για τον αισθησιασμό και την πρόκληση, ο Liberace για την αγάπη του στα κρύσταλλα και την υπερβολή.
Λίγο πριν καταλαγιάσουν τα πυροτεχνήματα, μία σκέψη έμενε στον αέρα. Σε μια εποχή όπου η μόδα συχνά επιλέγει τη διακριτικότητα, ο Julien MacDonald εξακολουθεί να πιστεύει στη δύναμη της υπερβολής. Και στην Αθήνα, για μία καλοκαιρινή νύχτα, απέδειξε ότι το glamour εξακολουθεί να έχει κοινό.
Photo credits: Sandy Tsantaki



Πηνελόπη Παπανικολάου