Σε μια Αθήνα που ζούσε ακόμη στους ρυθμούς της μόδας, σε μια Vogue διαφορετική, σε μια Ελλάδα που φιλοξενούσε τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς σκηνής σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Και φυσικά στη συνάντησή μας. Μία από εκείνες που δεν ξεχνάς ποτέ.

Η Gisele είχε έρθει για λίγες μόνο ώρες, καλεσμένη της Σίλιας Κριθαριώτη. Αρκούσε όμως η παρουσία της για να αλλάξει τους ρυθμούς της πόλης. Όποιος βρισκόταν σε απόσταση εκατό μέτρων ήθελε να τη δει, να την πλησιάσει, να καταλάβει αν η πιο διάσημη γυναίκα της μόδας ήταν πράγματι τόσο εντυπωσιακή όσο έδειχναν οι φωτογραφίες της. Ήταν. Και ακόμη περισσότερο.

Το ραντεβού μας ήταν στο InterContinental. Την περίμενα όσο ετοιμαζόταν. Με στενό τζιν, ένα απλό T-shirt και σχεδόν καθόλου μακιγιάζ, δεν θύμιζε σε τίποτα το supermodel που πρωταγωνιστούσε στις καμπάνιες των Dolce & Gabbana και στα εξώφυλλα της Vogue. Χαμογελούσε συνέχεια, συστηνόταν σε όλους με ένα αυθόρμητο «Hi, I’m Gisele» και επαναλάμβανε διαρκώς το αγαπημένο της «OK, cool». Ήταν ένα κορίτσι απίστευτα φυσικό, σχεδόν αμήχανο μπροστά στην ίδια του τη διασημότητα. Όταν της έδειξαν τα ελληνικά εξώφυλλα της Vogue με το πρόσωπό της, ενθουσιάστηκε σαν να τα έβλεπε για πρώτη φορά. «Θα τα στείλω στους γονείς μου στη Βραζιλία», μου είπε. «Τα κρατούν όλα».

Και ύστερα άναψαν τα φώτα.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η χαμογελαστή εικοσάχρονη εξαφανίστηκε. Το βλέμμα της άλλαξε, η στάση του σώματος έγινε απόλυτα ελεγχόμενη και κάθε της κίνηση έμοιαζε με χορογραφία. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί δεν ήταν απλώς ένα όμορφο κορίτσι. Ήταν μια επαγγελματίας που ήξερε ακριβώς πώς να μεταμορφώνεται μπροστά στον φακό. Η μετάβαση ήταν σχεδόν κινηματογραφική.

Εκείνες τις ημέρες όλοι συζητούσαν τις φήμες. Ότι αποχωρεί από την πασαρέλα. Ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί. Ότι επιλέγει πλέον μόνο ελάχιστες εμφανίσεις. Τη ρώτησα ευθέως. «Δεν είναι αλήθεια», μου απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Αγαπώ τη δουλειά μου. Κάποια στιγμή θα σταματήσω, αλλά όχι τώρα». Ήταν ήδη στην κορυφή και το γνώριζε, χωρίς όμως να δείχνει ίχνος αλαζονείας. Αντίθετα, μιλούσε περισσότερο για την ποιότητα της ζωής της παρά για την επιτυχία της. Είχε κουραστεί από τα ατελείωτα ταξίδια, τα τηλέφωνα, τα σεσουάρ, την αίσθηση ότι κάποιος αποφάσιζε συνεχώς για τον χρόνο της. «Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει ζωή μετά την πασαρέλα», μου είπε.

Αυτό που δεν περίμενα ήταν η παιδική πλευρά της. Κάποια στιγμή άναψε τσιγάρο, αλλά σχεδόν αμέσως ζήτησε από τον φωτογράφο να μη βγάλει φωτογραφίες όσο κάπνιζε. «Θα τις δει η μαμά μου και θα στενοχωρηθεί», είπε χαμογελώντας. Ήταν ίσως η πιο ανθρώπινη στιγμή όλης της συνάντησης. Η γυναίκα που το Forbes και το GQ αποθέωναν παρέμενε, κατά βάθος, ένα κορίτσι που δεν ήθελε να απογοητεύσει τους γονείς του.

Κι όμως, εκείνη την εποχή η Gisele ήταν ήδη κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα μοντέλο. Ήταν το πρόσωπο μιας ολόκληρης εποχής. Είχε φωτογραφηθεί με τον George Clooney, τον Robbie Williams, είχε γνωρίσει τον Bill Clinton, βρισκόταν στις λίστες του Forbes και αμειβόταν με ποσά που τότε έμοιαζαν εξωπραγματικά. Τη ρώτησα πώς είναι να συναναστρέφεσαι τόσο ισχυρούς ανθρώπους. «Δεν τους βλέπω σαν διασημότητες», μου απάντησε. «Είναι απλώς άνθρωποι».

Ίσως αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη δύναμή της. Παρέμενε προσγειωμένη σε μια βιομηχανία που ζει από την υπερβολή. Δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει κάποια άλλη. Μου εξήγησε ότι ένα μοντέλο πρέπει να μεταμορφώνεται, αλλά όχι να χάνει τον εαυτό του. Δεν θα έκοβε ποτέ τα μαλλιά της μόνο και μόνο για να ακολουθήσει μια τάση. Δεν την ενδιέφερε να σοκάρει. Την ενδιέφερε να εξελίσσεται.

Πριν αποχαιρετιστούμε, της ζήτησα να δώσει έναν τίτλο στον εαυτό της. Χωρίς να το σκεφτεί ούτε δευτερόλεπτο απάντησε: «Ένα πολύ απλό κορίτσι».

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Η Gisele έγινε μητέρα, επιχειρηματίας, αποχώρησε από την πασαρέλα όταν το αποφάσισε η ίδια και όχι όταν το επέβαλε η μόδα. Κοιτάζοντας πίσω, δεν θυμάμαι τόσο τα χρήματα, τα εξώφυλλα ή τη φήμη της.

Θυμάμαι εκείνη τη μεταμόρφωση. Το κορίτσι με το τζιν που γελούσε με όλους πριν ανοίξει η πόρτα του δωματίου και τη γυναίκα που, μόλις άναψαν τα φώτα, έγινε η Gisele Bündchen που έμελλε να αλλάξει για πάντα την ιστορία του σύγχρονου modelling.

Και θυμάμαι, φεύγοντας, να μου λέει χαμογελώντας: «See you in Rio de Janeiro». Δεν τα καταφέραμε ποτέ. Αλλά κάθε φορά που βλέπω μια φωτογραφία της, επιστρέφω για λίγο σε εκείνη τη σουίτα του InterContinental, σε μια Αθήνα που πίστευε ακόμη ότι όλα ήταν δυνατά.

Photo credits: Gisele Bundchen, Sandy Tsantaki