Miguel Adrover | Ο τελευταίος ελεύθερος σχεδιαστής
Πριν η ανακύκλωση γίνει λέξη-κλειδί, προτού η μόδα αρχίσει να μιλά ασταμάτητα για ταυτότητα, φύλο, πολιτική και βιωσιμότητα, ο Miguel Adrover τα είχε ήδη βάλει όλα πάνω στην πασαρέλα. Σήμερα επιστρέφει με ένα βιβλίο αυτοπορτρέτων και την ίδια ακριβώς διάθεση. Να μην χαριστεί σε κανέναν.
Ο Miguel Adrover δεν σταματά να μας ξαφνιάζει ακόμη και σήμερα. Ο Μαγιορκινός σχεδιαστής έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1991, αυτοδίδακτος και χωρίς το κλασικό βιογραφικό της μόδας, και μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να γίνει ένα από τα πιο ανατρεπτικά ονόματα της διεθνούς avant-garde.
Διαβάστε ακόμη: Το πρώτο βιβλίο της πριγκίπισσας Charlotte Casiraghi δεν είναι παραμύθι
Το 1999 παρουσίασε το Manaos-Chiapas – NYC, την πρώτη του συλλογή, και ακολούθησαν τα Midtown, The Bank, Meet East, Utopia, Citizen of the World, Surreal Real World, The Americans, Hiding the Nature και, το 2012, το Out of My Mind. Δεν ήταν απλώς συλλογές αλλά πολιτικές δηλώσεις, κοινωνικά σχόλια και προσωπικά μανιφέστο μεταφρασμένα σε ρούχα.

Miguel Adrover
Ο διάσημος σχεδιαστής μόδας δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το πώς «πρέπει» να μοιάζει ένα πολυτελές ρούχο αλλά για το τι μπορεί να πει ένα ρούχο.
Πριν από την τάση
Σήμερα μιλάμε για upcycling σαν να πρόκειται για μία από τις πιο αυτονόητες κατευθύνσεις της μόδας. Ο Miguel Adrover το έκανε πολύ πριν αποκτήσει εμπορική αξία. Μεταχειρισμένα ρούχα, παλιά υφάσματα, αντικείμενα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν άχρηστα. Όλα μπορούσαν να αποκτήσουν δεύτερη ζωή στα χέρια του. Η επαναχρησιμοποίηση δεν ήταν για εκείνον μια στρατηγική βιωσιμότητας, ούτε ένα κόλπο του marketing. Αποτελούσε μέρος της ίδιας της δημιουργικής του γλώσσας.
Το Mosaic Coat, που παρουσιάστηκε αργότερα και στο Μουσείο Reina Sofía της Μαδρίτης, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πρακτικής που σήμερα αποτελεί ολόκληρη κατηγορία της μόδας. Ο δημιουργός είχε καταλάβει κάτι που η βιομηχανία χρειάστηκε δεκαετίες για να παραδεχτεί: ότι ένα ρούχο δεν αποκτά αξία επειδή είναι καινούργιο.

ΜΟΔΑ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ
Στις συλλογές του υπήρχε πάντα κάτι περισσότερο από τη σιλουέτα. Το Citizen of the World μιλούσε για μετακίνηση, σύνορα και ταυτότητα. Το The Americans έπαιζε με τα σύμβολα της αμερικανικής κουλτούρας. Το Surreal Real World έμοιαζε να σχολιάζει έναν κόσμο που είχε ήδη αρχίσει να γίνεται πιο παράλογος από τη μόδα.
Σχεδίαζε πάντα για να ενοχλήσει λίγο. Και αυτό εξηγεί γιατί το έργο του δεν έμεινε μόνο στην πασαρέλα. Το 2000 βρέθηκε στο Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης με το I Love N.Y.. Ακολούθησαν το Bellevue Museum στην Ουάσιγκτον, το Reina Sofía στη Μαδρίτη και το Victoria & Albert Museum στο Λονδίνο.
Το 2000 κέρδισε το πρώτο CFDA Perry Ellis Award for Best New Designer of the Year, ενώ ήταν υποψήφιος και για το βραβείο avant-garde designer στα Vogue Fashion Awards. Το 2018 τιμήθηκε με το National Fashion Design Award της Ισπανίας και το 2019 με το Medalla d’Or de la Vila του Santanyí.
Και μετά ήρθε η βιομηχανία
Το ενδιαφέρον με τον Μιγκέλ Αντρόβερ είναι και η σχέση του με τη μόδα που ακολούθησε.

Σήμερα η βιομηχανία μιλά για inclusivity, gender fluidity, προσωπική έκφραση και την ανάγκη να καταρρεύσουν οι παλιοί κανόνες. Ο Miguel Adrover είχε δουλέψει πάνω σε αυτά όταν ακόμη δεν υπήρχε το κατάλληλο λεξιλόγιο για να τα περιγράψει. Και τώρα κοιτάζει τη σημερινή μόδα με μια δόση απογοήτευσης. Η φράση του είναι χαρακτηριστική: «Φαίνεται ότι όλος ο αγώνας μας χρησίμευσε μόνο για να βάφουν τα νύχια τους οι νέες γενιές».
Δεν είναι επίθεση στο βερνίκι νυχιών. Είναι μια πολύ πιο βαθιά παρατήρηση για το τι συμβαίνει όταν η επανάσταση γίνεται αισθητική. Όταν αυτό που κάποτε ήταν ρήξη μετατρέπεται σε trend, καμπάνια, προϊόν και περιεχόμενο για social media, η μόδα μπορεί να κρατά την εικόνα της εξέγερσης και να χάνει το περιεχόμενό της.
Ο Adrover δεν χαρίζεται ούτε στη σημερινή βιομηχανία. Τη χαρακτηρίζει σκληρά, μιλά για μια μόδα που «πατάει πάνω σε πτώματα» και δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ακόμη και τον εαυτό του «τοξικό άνθρωπο για αυτή τη βιομηχανία».

Galliano, η εποχή των ελεύθερων πολιορκημένων
Στην ίδια συζήτηση εμφανίζεται και ο John Galliano, ένας ακόμη σχεδιαστής που αντιμετώπισε τη μόδα σαν θέατρο, αφήγηση και προσωπικό σύμπαν και όχι απλώς σαν παραγωγή προϊόντων. Ο Adrover έχει τη δική του, αιχμηρή άποψη για την πορεία του Galliano και για το οικονομικό τέλος που περιμένει έναν από τους πιο επιδραστικούς δημιουργούς της εποχής του. Η αναφορά του στον σχεδιαστή θυμίζει μια ολόκληρη γενιά δημιουργών που μπορούσαν να γίνουν παγκόσμιοι σταρ ακριβώς επειδή η προσωπική τους φωνή ήταν μεγαλύτερη από το brand. Σήμερα αυτό μοιάζει σχεδόν εξωτικό. Η βιομηχανία θέλει designers που μπορούν να σχεδιάσουν, να επικοινωνήσουν, να συνεργαστούν, να πουλήσουν, να εμφανιστούν, να δημιουργήσουν περιεχόμενο και να λειτουργήσουν μέσα σε ένα τεράστιο σύστημα. Ο Adrover μοιάζει να προέρχεται από μια εποχή στην οποία ο σχεδιαστής μπορούσε ακόμη να είναι δύσκολος.
Το ρούχο ως μνήμη
Ίσως γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον και η σημερινή επιστροφή του όχι με μια ακόμη συλλογή, αλλά με ένα βιβλίο αυτοπορτρέτων. Ο Adrover μετακινείται από το ρούχο στην εικόνα, από την πασαρέλα στο προσωπικό αρχείο, από το fashion system στον εαυτό του. Δεν είναι περίεργο. Σε όλη του την πορεία χρησιμοποίησε τη μόδα για να μιλήσει για την κοινωνία, την πολιτική, την κατανάλωση και την ταυτότητα. Τώρα χρησιμοποιεί τον εαυτό του ως υλικό. Και το αποτέλεσμα έχει κάτι από ημερολόγιο, κάτι από performance και κάτι από προσωπική αρχαιολογία. Από τη Νέα Υόρκη του ’90 μέχρι τη σημερινή Μαγιόρκα, η διαδρομή του μοιάζει με μια παράλληλη ιστορία της μόδας. Η εποχή των ανεξάρτητων δημιουργών, η έκρηξη της avant-garde, η γιγάντωση των luxury ομίλων, η εμπορευματοποίηση της διαφορετικότητας και, τελικά, η επιστροφή στην ανάγκη για κάτι πιο προσωπικό.
Ο τελευταίος ελεύθερος;
Ο τίτλος «ο τελευταίος ελεύθερος σχεδιαστής» είναι μεγάλος. Ίσως υπερβολικός. Αλλά στην περίπτωση του Miguel Adrover έχει λόγο ύπαρξης.

Γιατί η ελευθερία του δεν βρίσκεται στο ότι έκανε ό,τι ήθελε. Βρίσκεται στο ότι δεν περίμενε από τη μόδα να του επιτρέψει να το κάνει. Μίλησε για κοινωνικά ζητήματα όταν η μόδα προτιμούσε να μιλά για glamour. Αμφισβήτησε την κατανάλωση μέσα από ένα σύστημα που βασίζεται στην κατανάλωση. Και απομακρύνθηκε όταν το σύστημα άρχισε να ζητά από εκείνον να γίνει κάτι που δεν ήταν. Γι’ αυτό και η φωνή του ακούγεται σήμερα τόσο επίκαιρη. Το ερώτημα δεν είναι αν οι νέες γενιές βάφουν τα νύχια τους αλλά τι έχουν να πουν αφού τα βάψουν. Και αυτό, τελικά, είναι ένα πολύ καλό τεστ για τη σύγχρονη μόδα. Όχι πόσο καινούργια δείχνει, αλλά πόσο ελεύθερη είναι πραγματικά.

Πηνελόπη Παπανικολάου