Πού πήγαν οι κακοντυμένες;
Το ερώτημα είναι από πότε θεωρείται ντεμοντέ να είσαι αυστηρός με τη μόδα. Πότε αποφασίσαμε ότι δεν επιτρέπεται πια να πούμε πως ένα φόρεμα είναι κιτς...
Aλλά και πως απέτυχε το styling ή πως μια εμφάνιση απλώς δεν λειτούργησε. Υπήρχε μια εποχή που το να βρεθείς στη λίστα των πιο κακοντυμένων της χρονιάς δεν ήταν απλώς μια κακή στιγμή αλλά γεγονός. Ένα λάθος φόρεμα μπορούσε να αποκτήσει τη δική του ζωή, μια αποτυχημένη επιλογή παπουτσιών να γίνει αντικείμενο συζήτησης και μια «αποτυχημένη» εμφάνιση στο κόκκινο χαλί να στοιχειώνει μια σταρ για χρόνια.
Το σκεφτόμουν με αφορμή το πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Οι λίστες με τις «καλοντυμένες» εξακολουθούν να υπάρχουν, φυσικά. Είναι λαμπερές, ασφαλείς και γεμάτες ονόματα που δύσκολα θα δημιουργήσουν πρόβλημα. Έχουμε καιρό όμως να δούμε διεθνή τίτλο να δημοσιεύσει τις σταρ που δεν πέτυχαν τον στόχο τους, κι ας έφταιγε ο στιλίστας τους.

Η Joan Rivers για χρόνια έκανε την κακεντρέχεια σχεδόν τέχνη, σχολιάζοντας τις εμφανίσεις στο κόκκινο χαλί με μια ελευθερία που σήμερα θα θεωρείτε επικίνδυνη. Δεν ενδιαφερόταν να προστατεύσει το εγώ κανενός. Αν ένα φόρεμα ήταν αποτυχημένο, θα το έλεγε. Αν κάτι ήταν υπερβολικό, θα το σχολίαζε. Αν μια εμφάνιση ήταν ακατανόητη, ακόμη καλύτερα. Οι λίστες των «κακοντυμένων» υπήρχαν στις σελίδες των περιοδικών, από το Vanity Fair μέχρι τις εφημερίδες και τις τηλεοπτικές εκπομπές, πολύ πριν μεταφερθούν στα sites και στα social media.
Ήταν σκληρό; Φυσικά. Ήταν πάντα δίκαιο; Όχι. Αποτελούσε όμως μέρος της μόδας. Γιατί η μόδα χωρίς κριτική είναι απλώς ένα παιχνίδι δημοσίων σχέσεων. Η παράδοση, άλλωστε, δεν είναι καινούργια. Οι περίφημες λίστες των «χειρότερα ντυμένων» έγιναν θεσμός ήδη από το 1960, όταν ο Αμερικανός κριτικός μόδας Richard Blackwell άρχισε να δημοσιεύει την ετήσια λίστα του. Έξι και πλέον δεκαετίες αργότερα, η ιδέα επιβιώνει, απλώς έχει αλλάξει πλατφόρμα. Από τις εφημερίδες και τα περιοδικά πέρασε στην οθόνη του κινητού μας.
Κάθε αρνητικό σχόλιο γίνεται screenshot. Κάθε κριτική μπορεί να επιστρέψει στον ίδιο τον σχολιαστή. Κάθε σταρ διαθέτει πλέον μια στρατιά από ακόλουθους έτοιμη να υπερασπιστεί το ρούχο της. Το χτένισμα. Το μανικιούρ. Το κόσμημα. Το χρώμα στο κραγιόν. Ο στιλίστας έχει γίνει διασημότητα, το brand συνώνυμο στάτους και το κόκκινο χαλί-πασαρέλα. Όλοι πρέπει να δηλώνουν ενθουσιασμένοι.
Κι όμως, αυτή δεν είναι η δουλειά της μόδας; Να ξεχωρίζει το ενδιαφέρον από το αδιάφορο, το τολμηρό από το προβλέψιμο, το καινούργιο από το απλώς ακριβό. Δεν είναι όλα τα couture φορέματα αριστουργήματα. Η τιμή μιας δημιουργίας δεν της χαρίζει αυτόματα αισθητική αξία. Και ένα ρούχο μπορεί να είναι αποτυχημένο χωρίς να είναι αποτυχημένος ο άνθρωπος που το φοράει.

Γιατί είναι άλλο η αισθητική κριτική και άλλο η προσωπική επίθεση. Ένα φόρεμα μπορεί να είναι λάθος χωρίς να είναι λάθος το σώμα που το φοράει. Μπορείς να μιλήσεις για την αναλογία, το styling, το χρώμα, ακόμη και για το αν η επιλογή του σχεδιαστή υπηρετεί τη γυναίκα που το φορά. Μπορείς να πεις ότι μια εμφάνιση είναι υπερβολική, άβολη, προβλέψιμη ή απλώς αδιάφορη. Αυτό είναι κριτική μόδας. Το να σχολιάζεις το βάρος, την ηλικία ή την εμφάνιση μιας γυναίκας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το όριο έχει ξεπεραστεί. Η παλιά «αστυνομία μόδας» είναι παντού. Στα σχόλια, στα posts, στα stories. Κάθε εμφάνιση μπορεί να εξελιχτεί σε δημόσια δίκη μέσα σε λίγα λεπτά. Δεν χρειαζόμαστε πια μία λίστα για να απαξιώσουμε μια γυναίκα. Έχουμε ολόκληρο το Ιnternet.
Αλλά ποιος αποφασίζει τελικά τι θεωρείται καλοντυμένο και τι όχι; Ο σχεδιαστής; Oι ακόλουθοι; Ο αλγόριθμος; Ή απλώς κάποιος που δεν του αρέσει το συγκεκριμένο χρώμα; Δεν υπάρχει αντικειμενική επιστήμη του «κακοντυμένου». Υπάρχουν αισθητικές απόψεις, τάσεις, αναφορές, προσωπικό γούστο, αναλογίες, μόδα, timing. Αυτό που κάποιος αποκαλεί «λάθος» μπορεί να είναι ακριβώς η πιο ενδιαφέρουσα επιλογή της βραδιάς.
Η αλήθεια είναι ότι οι πραγματικά αδιάφορες εμφανίσεις σπάνια προκαλούν συζήτηση. Εκείνες που θυμόμαστε είναι συνήθως οι εμφανίσεις που μας έκαναν να αναρωτηθούμε τι ακριβώς βλέπουμε. Πολύ απλά γιατί η μόδα χρειάζεται το ρίσκο, την υπερβολή, το παράξενο, το δύσκολο, ακόμη και το λάθος.
Οι άνδρες μπορούν να εμφανιστούν σε σχεδόν πανομοιότυπα μαύρα σμόκιν και να θεωρηθούν αψεγάδιαστοι. Μια γυναίκα, αντίθετα, μπορεί να κριθεί για το ντεκολτέ της, το μήκος του φορέματος, αν δείχνει μεγαλύτερη ή μικρότερη, πιο βαριά ή πιο αδύνατη, πιο sexy ή πιο εκκεντρική από όσο κάποιος αποφάσισε ότι επιτρέπεται.
Κάπου εκεί το φόρεμα παύει να είναι το θέμα. Το θέμα γίνεται η ίδια η γυναίκα. Ίσως λοιπόν να μην έχουμε ανάγκη από περισσότερες λίστες με τις «χειρότερα ντυμένες». Γιατί, πολύ συχνά, στις λίστες των «κακοντυμένων» δεν βρίσκονταν οι πραγματικά αδιάφορες εμφανίσεις. Βρίσκονταν εκείνες που τόλμησαν κάτι διαφορετικό. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα για το επόμενο κόκκινο χαλί. Όχι ποια ήταν η χειρότερη. Αλλά ποια είχε το θάρρος να ρισκάρει;






Πηνελόπη Παπανικολάου