Είναι ο συγγραφέας που κατάφερε να αναδείξει τις ατέλειες των πιο βασικών αρχών της αμερικανικής κοσμοαντίληψης, με τους ήρωές του να είναι άλλοτε αδικημένοι και καταθλιπτικοί και άλλοτε εξεγερμένοι και αυτοκαταστροφικοί. Οι περισσότεροι από αυτούς κινούνται –σχεδόν πάντα- από μία βαθύτερη εσωτερική παρόρμηση που τους κάνει να αναμετρώνται με την κοινωνία, με τη φύση και με τις κάθε λογής επιβολές. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Χέρμαν Μέλβιλ είναι ο κατεξοχήν σύγχρονος κλασικός συγγραφέας που ιχνηλάτησε -με θαυμαστή δεινότητα- την τραγική και αναπόδραστη μοίρα του ανθρώπου.

Η ιστορία ενός χαρισματικού ναυτικού
Στο «Μπίλυ Μπαντ» (1891) -για παράδειγμα- εστιάζει σε αυτό το θέμα για να αφηγηθεί την ιστορία ενός χαρισματικού ναυτικού που υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στο πλήρωμα του πλοίου του. Κάποια στιγμή, ωστόσο, έπαψε να ανταποκρίνεται στα στερεότυπα που είχαν κατασκευάσει γι’ αυτόν, με συνέπεια η μικρή οικογένεια του πλοίου να τον αντιμετωπίζει πλέον με μία απροκάλυπτα εχθρική διάθεση. Στο τέλος, ο Μπίλυ Μπαντ καταλήγει να εκτελεστεί για έναν φόνο που διέπραξε κατά λάθος. «Δεν μιλάμε για δικαιοσύνη, μιλάμε για την εφαρμογή του νόμου», αναφέρει το στρατοδικείο στην εξοντωτική του απόφαση. Εδώ ο Μέλβιλ διατείνεται ότι ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να βάλλεται και συχνά να αποβάλλεται ως ξένο σώμα- είτε από τον μηχανισμό της φύσης, είτε από τον κοινωνικό του περίγυρο.
Αλλά εάν υπάρχει μία νουβέλα του η οποία απεικονίζει λεπτομερειακά την αρχετυπική συμπεριφορά ενός ανθρώπου που μοιάζει να μην ανήκει πουθενά, έρμαιο μιας απόκοσμης και αδυσώπητης μοίρας, αυτή δεν είναι άλλη από το «Μπάρτλμπυ, ο γραφέας – μια ιστορία της Ουώλλ Στρητ». Ο Μπάρτλμπυ είναι, πράγματι, ένας γραφέας της Ουώλλ Στρητ που δουλεύει σε ένα δικηγορικό γραφείο και αρνείται, με πείσμα, να εκτελέσει οποιαδήποτε δουλειά του αναθέτουν, δίνοντας σταθερά την αδιανόητη απάντηση: «Θα προτιμούσα να μην το κάνω».
Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό κείμενο που προαναγγέλλει το εφιαλτικό σύμπαν του Kάφκα: ένας μοναχικός υπάλληλος που έχει κυριολεκτικά μετατρέψει το γραφείο του σε σπίτι, κοιμάται και ξυπνά μέσα σ’ αυτό, αλλά αρνείται να κάνει οτιδήποτε! Εκείνο, όμως, που -πρωτίστως- επιτυγχάνει ο Μέλβιλ είναι η εντυπωσιακή σκιαγράφηση του ακραίου και μοναχικού χαρακτήρα, του κωμικοτραγικού -σχεδόν καφκικού- εκείνου ανθρώπου, του οποίου η στάση διακηρύσσει μια βαθιά άρνηση του κόσμου. Αντιστρόφως, ο συγγραφέας διατυπώνει ένα εύστοχο και αιχμηρό σχόλιο που παραμένει ενοχλητικά επίκαιρο: το εκάστοτε κοινωνικό σύνολο τείνει να συνθλίψει το διαφορετικό.

Το κολοσσιαίο έργο «Μόμπι Ντικ»
Και, βέβαια, είναι με το κολοσσιαίο έργο του «Μόμπι Ντικ», αυτό το μνημειώδες μυθιστόρημα που αποτελεί -μαζί με την «Οδύσσεια» και τον «Δον Κιχώτη- ένα οριακό έπος στην ιστορία της λογοτεχνίας, που ο Χέρμαν Μέλβιλ (1819-1891) κατόρθωσε -μέσα από μία χαοτική, σκοτεινή πρόζα και με πολλαπλούς μεταφορικούς συνειρμούς- να δώσει μια συναρπαστική ναυτική περιπέτεια, αλλά και ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για τη φύση του καλού και του κακού, τον άνθρωπο και την αναπόδραστη μοίρα του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1851 και έμελλε ναπεράσει αρχικά απαρατήρητο. Έπρεπε να έρθει η δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα για να ανακαλυφθεί η πολυεδρική δράση του μαζί με τις ηθικές, φιλοσοφικές και ηθογραφικές πτυχές της ανυπέρβλητης γραφής του Μέλβιλ που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη.
Με αφηγητή το ναύτη Ισμαήλ, παρακολουθούμε το ταξίδι ενός διαταραγμένου καπετάνιου ονόματι Αχαάβ, που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ανακαλύψει και να σκοτώσει μία θηριώδη λευκή φάλαινα με το όνομα Μόμπι Ντικ, η οποία -σε ένα προηγούμενο ταξίδι- τού είχε κόψει το πόδι σε μια μονομαχία τους στη θάλασσα. Ο Μέλβιλ, που είχε δουλέψει χρόνια ως ναυτικός, περιγράφει την επικών διαστάσεων σύγκρουση του Αχαάβ με τον Μόμπι Ντικ, η οποία είναι, κατ’ επέκταση, μια ακραία και άνευ όρων αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις της φύσης και τον άνθρωπο. Σε κάθε περίπτωση, ο Μέλβιλ ελέγχει απολύτως το αλληλοσυγκρουόμενο και εκτενές υλικό του δημιουργώντας μια στέρεη θαλασσινή περιπέτεια, η οποία εναλλάσσει ρυθμικά την ιστορία με το μεταφυσικό δοκίμιο, ενώ στοιχεία αγωνίας με αιφνίδιες κλιμακώσεις δημιουργούν ένα συγκλονιστικό κλίμα προσμονής της τελικής και ανελέητης σύγκρουσης.
Στην πραγματικότητα, ο Αχαάβ έβλεπε την άσπρη φάλαινα ως μία ενσάρκωση της θεϊκής δύναμης, η οποία είναι -κατά κανόνα- καταστροφική: Ο Θεός ηδονίζεται να βασανίζει τον άνθρωπο, λέει ο Μέλβιλ, με τον Αχαάβ να θεωρεί το Θεό σαδιστή και δολοφόνο. Αυτή η εξαιρετικά βλάσφημη θέση έρχεται να ανατρέψει τα ήθη τις εποχής της και να εξωθήσει τον Αχαάβ με το πλήρωμα του στα άκρα: σε μια καταδικασμένη αποστολή, μία υπερβατική -θα έλεγε κανείς- επιχείρηση αυτοκτονίας. Απ’ την άλλη, ο καπετάνιος δεν παρακινείται μόνο από την ηδονή της αντιπαλότητας, η οποία καταργεί τα μεγέθη και τον οδηγεί στη συντριβή. Είναι η οργή απέναντι στον αφερέγγυο Δημιουργό που τον οπλίζει με την απαραίτητη αποφασιστικότητα για να προχωρήσει σε μια συμβολική -έστω- απόπειρα εναντίον του: Όταν προηγείται μία μάχη μέχρι εσχάτων απέναντι στο αδυσώπητο πεπρωμένο, η επερχόμενη ήττα δεν έχει, πια, καμία σημασία.

Ένα τοπίο μεταξύ πραγματικότητας και συμβολισμού
Ένα από τα πιο ιδιόμορφα και συναρπαστικά έργα της ώριμης συγγραφικής του περιόδου του Χέρμαν Μέλβιλ είναι «Τα μαγεμένα νησιά». Αν και δεν είναι μυθιστόρημα με τη συμβατική έννοια αλλά μια σειρά από δέκα «σκίτσα» και αφηγήσεις εμπνευσμένες από τα Γκαλαπάγκος, το έργο συντίθεται σε ένα ενιαίο, σκοτεινό και βαθιά στοχαστικό σύνολο. Ο Μέλβιλ προσεγγίζει τα νησιά ως έναν τόπο σχεδόν μυθικό, παγιδευμένο μεταξύ πραγματικότητας και συμβολισμού, όπου η φύση και η ανθρώπινη εμπειρία συναντιούνται σε ένα τοπίο άγριο, αφιλόξενο, σχεδόν μεταφυσικό.

Η γραφή του συνδυάζει περιγραφική ακρίβεια και ποιητικό υπαινιγμό.
Τα νησιά παρουσιάζονται ως «εξόριστοι τόποι», γεμάτοι λάβα, ξεραΐλα και παράξενη σιωπή – μια γεωγραφία που παραπέμπει σε ένα ψυχικό τοπίο της ανθρώπινης μοναξιάς και της υπαρξιακής αναζήτησης. Άλλωστε, στο έργο δεσπόζει η έννοια της απομόνωσης: είτε πρόκειται για ναυαγούς, φυγάδες, είτε για πλάσματα της φύσης, οι μορφές αυτές λειτουργούν ως παραβολές για τον αγώνα του ανθρώπου να βρει νόημα μέσα σε έναν κόσμο αδιάφορο και ξένο.
Παράλληλα, ο Μέλβιλ πειραματίζεται με το είδος της αφήγησης: Συνδυάζει ιστορικά στοιχεία, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, μυθοπλασία και ηθικούς στοχασμούς σε ένα υβριδικό κείμενο που θυμίζει λιγότερο κλασικό διήγημα και περισσότερο λογοτεχνική «χαρτογράφηση». Και, βέβαια, τα νησιά δεν αποτελούν απλώς ένα εκπληκτικό –από κάθε άποψη- σκηνικό. Αλλά, μετατρέπονται σε καθρέφτη της ανθρώπινης φύσης, αποκαλύπτοντας -ανατριχιαστικά- τις σκοτεινές πλευρές της: την απληστία, τη βία και την αλαζονεία του πολιτισμού…

Χέρμαν Μέλβιλ
Τα μαγεμένα νησιά
Μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής
Εκδόσεις: Αργοναύτης
Σελίδες: 140