Νέα χρονιά, νέα μαμά…
Ένα παλιό σημείωμα με τη φράση «είσαι ένα μάτσο δουλειά», ένα βλέμμα μηχανικό, χαμένο σε υποχρεώσεις που ποτέ δεν τελειώνουν, και μια ζεστή σοκολάτα με έκαναν να καταλάβω πως το πιο δύσκολο δεν είναι να μεγαλώνεις παιδιά, αλλά να μικραίνεις μαζί τους…
Αρχές της νέας χρονιάς άνοιξα αργά τα μάτια. Έξω, σκοτάδι παγωμένου χαράματος· μέσα, το ρολόι στον τοίχο: 3.50 τα ξημερώματα. Ακούω ψιθύρους. Σηκώνομαι απαλά και, πατώντας στις μύτες των ποδιών, κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Και τότε τους βλέπω. Την κόρη μου και τον γιο μου. Καθισμένους πλάι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, όχι πια να αναρωτιούνται, όπως άλλοτε, πώς ο Άγιος Βασίλης μπαίνει από την καμινάδα χωρίς να λερωθεί, γιατί δεν έχει δικά του παιδιά ή πώς προλαβαίνει να πηγαίνει σε όλα τα σπίτια μέσα σε μία νύχτα, αλλά να ανταλλάσσουν σκέψεις και ανησυχίες. Για το χθες, για το σήμερα, για το αύριο· κυρίως για εκείνο το αύριο που, στα μάτια των σημερινών εφήβων, μοιάζει πιο πελώριο, πιο άγριο, πιο επιτακτικό απ’ ό,τι στο άγουρο βλέμμα της δικής μας εποχής.
Διαβάστε ακόμη: Να τα πούμε;
«Τι κάθεσαι και σκας με αυτό το θέμα; Ρώτα τη μαμά», λέει ο γιος μου. «Και να τη ρωτήσω, τι θα γίνει; Όλο δουλειά έχει. Πάντα κάτι κάνει». Ο νους μου τρέχει σε ένα κομμάτι χαρτί, ακόμη το έχω φυλαγμένο, πάνω στο οποίο η κόρη μου, όταν ήταν στην πρώτη δημοτικού, μου είχε γράψει «είσαι ένα μάτσο δουλειά», και ένα δυνατό ρίγος, σαν ηλεκτροσόκ, διαπερνά ολόκληρο το κορμί μου. Τρέχει και στη στιχομυθία που επαναλαμβάνεται συχνά με τον γιο μου «Τι με ρώτησες αγόρι μου;» «Δηλαδή, κάπου έλεος ρε μαμά. Με ρωτάς μετά από πέντε λεπτά τι σε ρώτησα; Ούτε εγώ δεν θυμάμαι πια τι σε ρώτησα…». Τρέχει κατοστάρια και μαραθώνιους μαζί, αγκομαχάει, σκοντάφτει, τρώει τα μούτρα του και θρυμματίζεται σε στιγμές του παρελθόντος που δεν ήμουν εκεί ή, ακόμη χειρότερα, που ενώ ήμουν εκεί, ήμουν αλλού. Βυθισμένη στη δουλειά που έπρεπε να παραδώσω χθες, απορροφημένη στα προβλήματα που όφειλα να λύσω σήμερα, καταπλακωμένη κάτω από όσα είχα ήδη φορτώσει για αύριο.
Διαβάστε ακόμη: Αλλαγή χρόνου
Όχι, δεν είχα χρόνο. Είχα αγωνίες. Αν θα φάνε σωστά, αν θα ντυθούν όπως πρέπει, αν θα κοιμηθούν στην ώρα τους, αν θα κάνουν τα καθήκοντα για το σχολείο, αν θα φτάσουν τα λεφτά για τα ιδιαίτερα. Όχι, δεν είχα χρόνο. Είχα «κουτάκια». Αν βρίσκονται στην κατάλληλη ηλικία για να επιστρέφουν αργά, αν τα πήγαν καλά στις εξετάσεις, αν μαθαίνουν όσα προστάζει η ηλικία τους να μάθουν, αν είναι πολύ νωρίς ή πολύ αργά για να ξεκινήσουν κάτι καινούριο. Όχι, δεν είχα χρόνο. Είχα χρονοδιάγραμμα. Για τις διακοπές μας, για το παιχνίδι μας, για τα γέλια μας, για τις βόλτες μας, για τις αγκαλιές μας. Όχι. Δεν ήμουν καλή μαμά. Δεν διαπραγματευόμουν την ώρα του ύπνου, δεν έλυνα όλες τους τις απορίες που η ηλικία τους επιτάσσει, δεν έκανα σκόντο στο διάβασμα, λάσκα στις κοπάνες, πλάκα στην παιδικότητα, πλάτες στην αταξία. Δεν έκλεινα τα μάτια στην ακαταστασία, ούτε τα αυτιά στις αντιρρήσεις τους, ούτε το στόμα στις παρατηρήσεις. Κι ώρες-ώρες είχα κι εκείνο το σιχαμερό βλέμμα του «Σε κοιτάζω αλλά το μυαλό μου είναι αλλού. Γιατί, όλα τα ξέρω για εσάς, πριν από εσάς».
Σηκώνω απ’ τα κρεβάτια τα παπλώματα και τρέχω στο σαλόνι. «Τι κάνεις εδώ ρε μαμά; Είναι ακόμη βράδυ. Πάμε για ύπνο. Για λίγο κάτσαμε, έτσι… όπως τότε που ήμασταν μικρά». Ρίχνω μαξιλάρες δίπλα από το δέντρο, τους αγκαλιάζω σφιχτά. «Ποιος θέλει ζεστή σοκολάτα; Σήμερα, λέω, να καθίσουμε εδώ. Όχι για λίγο. Για πολύ. Μέχρι να ξημερώσει. Θέλετε;» Θέλουν. Τους κοιτάζω και προσπαθώ να θυμηθώ πότε ακριβώς μεγάλωσαν. Δεν ήταν μια νύχτα, δεν ήταν ένα καλοκαίρι, δεν ήταν μια σχολική χρονιά, δεν ήταν καν γενέθλια. Ήταν όλες εκείνες οι φορές που ήμουν στο ίδιο δωμάτιο αλλά σε άλλο κόσμο. Με το μυαλό στη δουλειά που απαιτούσε, στις υποχρεώσεις που σωρεύονταν, σε όσα έπρεπε να γίνουν, σε όσα δεν γινόταν να ξεχαστούν. Συχνά παρακολουθούσα χωρίς να ακούω. Απαντούσα χωρίς να ρωτάω. Αποφάσιζα χωρίς να διαπραγματεύομαι. Όλα τα πρέπει μου στον αυτόματο να πετάνε με ταχύτητα ιλιγγιώδη και τα θέλω τους να περιμένουν σε αίθουσα αναμονής. Όχι επειδή δεν είχαν σημασία, αλλά επειδή πάντα κάτι στις καθημερινές μας πτήσεις προηγούνταν. Κάτι πιο επείγον, κάτι πιο σοβαρό, κάτι που δεν μπορούσε να περιμένει.
Τώρα καταλαβαίνω πως το πιο δύσκολο δεν είναι να μεγαλώνεις παιδιά, αλλά να μικραίνεις μαζί τους. Να αφήνεις χώρο εκεί που είχες μάθει να καταλαμβάνεις. Να μην προσφέρεις λύσεις πριν ειπωθεί το πρόβλημα. Να μην απαντάς πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση. Να αντέχεις να μη σε χρειάζονται όπως πριν. Να αποδέχεσαι ότι δεν είσαι πια το κέντρο του κόσμου τους, αλλά μια κουκίδα στο πλάι του χάρτη. Να μαθαίνεις να υποχωρείς χωρίς να εναντιώνεσαι. Να διαπραγματεύεσαι χωρίς να επιβάλλεσαι. Και κυρίως, να σταματάς να μετράς την αγάπη με όσα κάνεις και να αρχίζεις να τη μετράς με όσα αφήνεις να γίνουν χωρίς εσένα. Γιατί οι έφηβοι δεν θέλουν οδηγητές. Θέλουν μάρτυρες. Δεν θέλουν ηγέτες. Θέλουν συμπαραστάτες. Κάποιον να είναι εκεί όταν δοκιμάζουν να γίνουν άλλοι. «Για πείτε», λέω γελαστά. «Θα ακούσεις;», απαντούν με μια φωνή. Ξημερώνει, κι ακόμη μιλάνε. Κι εγώ εκεί. Όχι τέλεια. Αλλά σίγουρα παρούσα…
Παύλος Παπαφράγκος
Σάντυ Τσαντάκη