«Μαμά, μπορείς να μου φέρεις το κινητό; Είναι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας». Τη στιγμή που το πιάνω στα χέρια μου, σκάει μια ειδοποίηση από ομαδική συνομιλία με τίτλο «Πάρτι Νίκου» και, δίπλα σε χαμόγελα και emojis, το μήνυμα: «Θα πέσει και ξύλο». Για λίγα δευτερόλεπτα όλα κινούνται πιο αργά. Η ειδοποίηση σβήνει, αλλά η φράση μένει. Δεν θυμάμαι αν αναπνέω. Θυμάμαι μόνο να φωνάζω, μουδιασμένη: «Δεν θα πάτε στο πάρτι». Ένα «γιατί;» από τον γιο μου, άλλο ένα «γιατί;» από την κόρη μου, καμία απάντηση κι ύστερα ένα τελεσίδικο, ανέκαθεν μισητό «γιατί έτσι» που πάντα ορκιζόμουν πως ποτέ δεν θα προφέρω.

Διαβάστε ακόμη: Ποιος είναι ο άτυχος αριθμός σας, σύμφωνα με το ζώδιό σας; Αποφύγετέ τον το 2026

Μένω καθισμένη στην ίδια θέση, με τον κόσμο μέσα μου τούμπα γιατί αυτό το «θα πέσει και ξύλο» δεν γράφτηκε σαν απειλή. Γράφτηκε σαν υπόσχεση. Σαν ανακοίνωση. Σαν πρόσκληση. Σαν πλάκα. Σαν μέρος του προγράμματος. Σαν αξεσουάρ της διασκέδασης. Σαν αγαπημένο κομμάτι στη λίστα των soundtracks, σαν αναψυκτικό που μπαίνει στην κατάψυξη από βραδύς. Κάτι αναλώσιμο. Κάτι δεδομένο. Κάτι κανονικό. Σαν να μην έχει βάρος. Σαν να μην ενέχει κίνδυνο. Σαν να μην αφήνει σημάδια. «Έλα ρε μαμά, ένας βλάκας το έγραψε που θέλει να το παίζει μάγκας». Όχι. Δεν είναι ένας βλάκας. Είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που νοσεί βαθιά και βαριά, παρακολουθώντας τα παιδιά της να νταραβερίζονται με μαχαίρια, πεταλούδες, σουγιάδες, εκβιασμούς, ναρκωτικά, ξύλο, αίμα και νεκρούς.

Διαβάστε ακόμη: Σε αυτές τις 4 ημερομηνίες γεννιούνται οι πιο πιστοί

Πόσα; Τόσα όσα δεν αντέχουμε να αγνοούμε. Κάθε χρόνο, περίπου 3.000 ανήλικοι, ακόμη και μαθητές δημοτικού, τραυματίζονται σοβαρά από περιστατικά νεανικής βίας και καταλήγουν στα νοσοκομεία. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025, 433 ανήλικοι συνελήφθησαν για υποθέσεις βίας, ενώ πάνω από 3.300 κατηγορήθηκαν για σωματικές βλάβες.

Και μετά; Μετά θρήνος και οδυρμός. Για τον 17χρονο στις Σέρρες που γρονθοπήθηκε μέχρι θανάτου από έναν 16χρονο, για τη 14χρονη στην Κυψέλη που τραυματίστηκε στα χέρια και στην κοιλιά από την «πεταλούδα» συμμαθήτριάς της, για τον ξυλοδαρμό 15χρονου στο προαύλιο του σχολείου του από εξωσχολικούς νταήδες στον Άλιμο, για τη 16χρονη που ξυλοκοπήθηκε και εξευτελίστηκε στη Γλυφάδα από συνομήλικές της, για τα αμέτρητα περιστατικά εκβιασμών, τραυματισμών και τραμπουκισμών που κατακλύζουν καθημερινά τους δρόμους, τις πλατείες και τα σχολεία, ξεπερνώντας κάθε όριο και λογική.

Και πιο μετά, αναλύσεις επί αναλύσεων σε πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά στασίδια. Για την εφηβεία που «ξέφυγε», για την οικονομική κρίση που άφησε πίσω της θυμό, για το διαδίκτυο που διαχέει αφιλτράριστη την πληροφορία, για τους ακατάλληλους εκπαιδευτικούς, για τις μουσικές που ουρλιάζουν όπλα, ναρκωτικά και μαγκιά, για τα βιντεοπαιχνίδια με πρωταγωνιστή τον θάνατο, για την κάνναβη που αντιμετωπίζεται σαν ακίνδυνη συνήθεια. Να τα λέμε, να τα ξαναλέμε, να τα αναλύουμε, να τους αλλάζουμε το στανιό στο ζύγισμα και στην ερμηνεία κι ύστερα να αλλάζουμε σελίδα, κανάλι και πλευρό, περιμένοντας σχεδόν μοιρολατρικά το επόμενο περιστατικό. Και στο midway; Ω, στο midway αμπαρώνουμε τα παιδιά μας στο σπίτι, κλειδαμπαρώνουμε πόρτες και συνειδήσεις, κατεβάζουμε ρολά, ακυρώνουμε εξόδους, διαδρομές και γειτονιές και σπρώχνουμε με την παντόφλα το πρόβλημα, σαν σκόνη, κάτω από το χαλί, ενώ εκεί έξω το σκουπιδαριό οργιάζει. Μπορούμε να κάνουμε αλλιώς; Ναι, μπορούμε.

Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ευθύνη, τότε πρέπει να πάψει να είναι αόρατη. Να τους πιάσουν, λοιπόν. Όχι τα παιδιά. Τους γονείς.

Ίσως ήρθε η ώρα να ξεκουραστεί λίγο το τσιτάτο «κανένα παιδί δεν γεννιέται εγκληματίας». Το έχουμε πει, το έχουμε γράψει, το έχουμε επαναλάβει σαν ξόρκι. Μα το κακό δεν ξορκίζεται έτσι. Κάποιος το ανέθρεψε. Κάποιος το ανέχτηκε. Κάποιος μπέρδεψε την αγάπη με την ασυδοσία, την εγκατάλειψη με την «ελευθερία» και την πλήρη απουσία ορίων με τη «σύγχρονη ανατροφή». Κι αυτός ο κάποιος έχει όνομα, επίθετο και τη λανθάνουσα ιδιότητα του γονιού. Εκείνου που όφειλε να βλέπει, να ακούει, να παρεμβαίνει και δεν το έκανε. Που ήξερε για ξύλο, για απειλές, για εκβιασμούς και υποδυόταν τον ανήξερο. Που στην πρώτη μεγάλη στραβή είπε «ε, μικρό παιδί είναι». Και που εκ των υστέρων στάθηκε μπροστά στις κάμερες σαν να έπεσε στο κεφάλι του κεραμίδα από τον ουρανό. Όχι. Δεν έπεσε. Στο σπίτι του μεγάλωνε.

Και συγγνώμη κιόλας, αλλά δεν μπορεί ο τσαμπουκάς των δικών τους παιδιών να τρομοκρατεί εσαεί τα παιδιά των άλλων. Δεν είναι φυσιολογικό οι ήσυχοι, οι άτυχοι, οι «σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή» να αλλάζουν δρόμους, να κλείνονται στα σπίτια τους, να φοβούνται, να κατουριούνται, επειδή κάποιοι γονείς δεν είχαν χρόνο, διάθεση ή κουράγιο να τραβήξουν χειρόφρενο στα δικά τους παιδιά. Δεν είναι λύση να κλειδώνουμε κάθε φορά τα παιδιά μας μέσα και να λέμε «εντάξει, τη γλιτώσαμε», όσο έξω το πρόβλημα σουλατσάρει ανενόχλητο. Δεν γίνεται η βία του ενός να επιβάλλεται ως ποινή στον αθώο.

Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ευθύνη, τότε πρέπει να πάψει να είναι αόρατη. Να τους πιάσουν, λοιπόν. Όχι τα παιδιά. Τους γονείς. Να λογοδοτήσουν. Να τιμωρηθούν. Και να φυλακιστούν για τόσα χρόνια όσα ακριβώς τους πήρε για να πλάσουν αυτά τα τέρατα που έχουν, έστω και αργά, το δικαίωμα να ξαναγίνουν παιδιά. Και άνθρωποι…

Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος, σκηνή από την ταινία The Party