Στη Λόρα…
Ελπίζω, τώρα που σου γράφω αυτά τα λόγια, να μη χρειάζεται πια να κρύβεσαι. Να έχεις βγει στον ήλιο με τους δικούς σου όρους. Κι αν όχι, να ξέρεις πως φτάνει να τον πιστέψεις για να ανατείλει…
Δεν θα ξεκινήσω με το τετριμμένο «θα μπορούσες να είσαι παιδί μου». Γιατί δεν είσαι παιδί μου. Ξέρεις όμως, σε καταλαβαίνω, γιατί κατά έναν περίεργο, άχρονο τρόπο, εμείς οι δύο συγγενεύουμε όπως συγγενεύεις με χιλιάδες άλλους ανθρώπους που υπήρξαν κάποτε παιδιά. Μια φράση μας έδενε, μια φράση μας δένει, μια φράση πάντα θα μας δένει. Ειπωμένη στο πατρικό, κατάκοπη από συγκρούσεις, μπαϊλντισμένη από πιέσεις, ποτέ ζυγισμένη αλλά παντοδύναμη: «Θα φύγω από το σπίτι». Βάδισμα στην άκρη του γκρεμού, σίγουρο και επισφαλές, σταθερό και αβέβαιο, αθόρυβο και απειλητικό, αθώο και επικίνδυνο, λουσμένο την ίδια στιγμή στο φως και στο σκοτάδι, με προορισμό όχι το πού θα φτάναμε αλλά από τι θα ξεφεύγαμε. Καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο έχουμε υπάρξει όλοι μας παιδιά με τραυματισμένα γόνατα και με το χέρι στο πόμολο της πόρτας.
Διαβάστε ακόμη: Δεν θα πας στο πάρτι…
Ξέρω. Το ζητούμενο δεν ήταν να εξαφανιστείς. Ήταν να αποδράσεις. Από τον νόμο του δυνατού. Από την ακινησία του αδύναμου. Από την επιβολή του παραλογισμού. Από τη δοκιμασία της προσαρμογής. Από το βουητό της μοναξιάς. Από την απόγνωση για λίγη επαφή. Από την ικεσία για μια συντροφιά. Από εκείνο το πεζούλι, όπου καθόσουν μόνη κάθε πρωί, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι. Και να πετάξεις, χωρίς να αφήσεις πίσω σου ίχνη.
Διαβάστε ακόμη: Τα κλισέ που μας βολεύουν
Μακάρι αυτό το πέταγμα να μη λυγίσει τα φτερά που χρόνια τώρα, σαν αετός, φρόντιζες για ν’ αντέξουν. Σταμάτα όμως να τρέχεις σαν φυγάς, γιατί οι δρόμοι δεν είναι ουρανός. Έχουν παγίδες που δεν μπορείς να υπολογίσεις, κινδύνους που δεν μπορείς να αξιολογήσεις, σκιές που είσαι ακόμη πολύ μικρή για να διαλύσεις, σιωπές που δεν ξέρεις πώς να διαβάσεις, πρόσωπα που δεν δείχνουν αυτό που είναι, αγκαλιές που ζητούν αντάλλαγμα και λάθη που δεν διορθώνονται με συγγνώμες. Δεν χρειάζεται να συνεχίσεις να τρέχεις για να αλλάξεις τη ζωή σου. Το πέταγμά σου ήταν αρκετό για να ταρακουνήσει, να ξυπνήσει, να αφυπνίσει και να τιμωρήσει.
Ξέρεις, είμαι βέβαιη πως από κάπου μας βλέπεις και μας ακούς. Πως παρακολουθείς όλο αυτό το τηλεοπτικό πανηγύρι που εκτυλίσσεται γύρω από εσένα, για εσένα, χωρίς εσένα, και το πανέξυπνο μυαλό σου σκέφτεται πόσο άτσαλα, πόσο άδικα, πόσο ηλίθια μπορεί να γίνει μια κοινωνία απέναντι σε ένα παιδί. Ρεπορτάζ επί ρεπορτάζ, κουτσομπολιό επί κουτσομπολιού, κιτρινίλα πάνω στο μαύρο μιας ψυχής. Της δικής σου ψυχής. Μην πιστεύεις το ενδιαφέρον τους. Προσποιητό είναι. Προσποιητή και η λύπη τους. Όσο δεν σε βρίσκουν, κάποιοι χαίρονται. Είσαι, βλέπεις, για αυτούς το τέλειο θυματόθεμα για τα τέλεια νούμερα, με το παρελθόν σου να μυρικάζεται ξανά και ξανά. Όχι.
Δεν είναι μόνοι τους. Ξωπίσω τους «λαγοί» τρέχουν πανικόβλητοι, φωνάζοντας ότι σε ξέρουν. Ο Τρελοκαπελάς επιμένει ότι σε είδε στη λαϊκή, χωρίς… καπέλο και χωρίς καμία αμφιβολία. Μια Κάμπια σε κοιτά αφ’ υψηλού, δείχνοντας σε με το δάχτυλο να ξεκλειδώνεις την πόρτα μιας πολυκατοικίας. Και μια σαλεμένη Βασίλισσα της Κούπας διακηρύσσει πως βρίσκεται μαζί σου, πως είσαι καλά και δεν χρειάζεται να σε ψάξει κανείς. Ένα τρελό τσάι από υποθέσεις που δεν τελειώνει ποτέ και δεν οδηγεί πουθενά. Κι εσύ, ως άλλη Αλίκη στη χώρα των θεαμάτων, να περνάς από παραμορφωτικούς καθρέφτες, να μικραίνεις και να μεγαλώνεις, να χάνεις το περίγραμμά σου, σε έναν κόσμο χωρίς μέτρο. Μην τους αφήσεις να σου κάνουν κι άλλο κακό. Με τα λόγια τους, με τις ιστορίες τους, με τις φαντασιώσεις τους, με τη ζωή σου φύλλο και φτερό.
Ξέρω. Ο πόνος μπορεί να μας κάνει θεριά ανήμερα. Να μας ισοπεδώσει. Να μας εξαφανίσει. Μέσα μας κι έξω μας. Το δεύτερο, καμιά φορά, διορθώνεται εύκολα. Το πρώτο θέλει δουλειά. Πολλή δουλειά. Κι αυτή η δουλειά δεν παίζεται με κρυφτό και δεν κερδίζεται με κυνηγητό. Δεν βγαίνει με φυγές ούτε με ταχύτητα, γιατί όσο κι αν κρύβεσαι, όσο κι αν τρέχεις, ο πόνος πάντα θα σε προλαβαίνει. Θέλει στάση. Και όσο κι αν πονάει, θέλει επιστροφή στην αφετηρία, κορίτσι μου πανέμορφο. Θέλει να κοιτάξεις κατάματα τα αγκαθάκια που έχεις μέσα σου, να καταλάβεις ποιος και γιατί τα έβαλε εκεί, και ύστερα να τα πιάσεις ένα ένα και να τα τραβήξεις, χειρουργικά, με τσιμπιδάκι. Αυτό όμως δεν μπορείς να το κάνεις μόνη σου. Χρειάζεσαι κάποιον που να κρατάει το τσιμπιδάκι σταθερό. Κάποιον που να ξέρει πως η επούλωση είναι κουβέντα, υπομονή και παρουσία. Κάποιον που δεν θα σου πει «προχώρα», αλλά «είμαι εδώ». Γιατί κάποια τραύματα απαιτούν γνώση για να μη γίνουν βαθύτερα και φροντίδα για να κλείσουν σωστά.
Και κάτι ακόμη. Μην αφήσεις ποτέ τον εαυτό σου να πιστέψει πως έφταιξες κάπου. Δεν έφταιξες πουθενά. Κανένα παιδί δεν φταίει για την αγάπη που του δόθηκε με λάθος τρόπο. Ούτε μίσος να κρατήσεις, γιατί κάποτε θα ορθωθεί απέναντί σου και θα σε κατασπαράξει. Πες μόνο: «Τόσοι ήταν. Έτσι έμαθαν να αγαπούν». Και προχώρα. Με το πρόσωπο στον ήλιο…
Φιλια Μητρομαρα