Αγαπητέ γονιέ, δεν σου μιλάω πια…
Το να κόβεις επαφή με τον έναν, τον άλλον ή και τους δύο γονείς δεν είναι μόδα της εποχής. Είναι η τελευταία άμυνα εκείνων που στο όνομα της οικογένειας πόνεσαν περισσότερο απ’ όσο άντεχαν. Κι όσο κι αν σοκάρει, η μόνη πράξη φροντίδας που απέμεινε για τον εαυτό τους…
Δεν θυμάσαι πότε ακριβώς ξεκίνησε, ούτε την πρώτη φορά που ένιωσες τις λέξεις του, την ειρωνεία του, την απαξίωσή του, το σε άπειρες παραλλαγές επαναλαμβανόμενο «δεν έχεις ιδέα, εγώ ξέρω καλύτερα», να καρφώνονται μέσα σου σαν μαχαίρι. Ήσουν παιδί και ήσουν πάντα λίγη, όσο κι αν μεγάλωνες. Ήσουν εσύ και ήσουν πάντα λάθος, όσο κι αν προσπαθούσες. Ήσουν αίμα του. Και ποτέ δεν θα μπορούσες να το αρνηθείς. Κάποιες φορές ευχόσουν να είχε γίνει κάποιο λάθος. Στο μαιευτήριο, τη στιγμή που μπέρδεψαν τα βραχιολάκια, εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα πριν σε κρατήσει στην αγκαλιά του. Ίσως και στα χαρτιά. Στο επώνυμό σου, την ώρα που γραφόταν κάτω από το δικό του στο ληξιαρχείο. Κι άλλοτε, ακόμη βαθύτερα. Στο DNA. Σε ένα γονίδιο λιγότερο. Σε κάτι που δεν πέρασε ποτέ από εκείνον σε εσένα.
Μεγάλωνες και κάθε φορά που προσπαθούσες να του εξηγήσεις ότι σε πληγώνει με τη στάση του, σε διαλύει με τη συμπεριφορά του, σε ακυρώνει με τις παρατηρήσεις του, σε μικραίνει με τις συγκρίσεις του, σε εξαντλεί με τις απαιτήσεις του και σε νεκρώνει με την απολυτότητά του: “ήσουν αχάριστη”. Ύπουλη λέξη, ταγμένη να υπηρετεί την πλευρά του γονιού που σε γέννησε, σε ανέθρεψε, σε έντυσε, σε τάισε, σε χαρτζιλίκωσε, σε σπούδασε, σε πάντρεψε και σε νοιάστηκε, όπως φυσικά εκείνος αντιλαμβανόταν το νοιάξιμο.
Κατά καιρούς, ιδίως μετά τις μικρές, τις μεγάλες ή τις μεγαλύτερες μάχες σας, έψαχνες να βρεις πού έφταιξες. Το λάθος, το φάουλ, η ανοησία, δεδομένα δικά σου. Ψέλλισες συγγνώμες, έδωσες ευκαιρίες, λύγισες μπροστά στα «έτσι είμαι εγώ», κι όταν είδες πως τίποτα δεν αλλάζει έβαλες πανοπλία ώστε τίποτα να μη σ’ αγγίζει, τίποτα να μη σε διαπερνά. Μα από κάτω το τραύμα παρέμενε να σε φαγουρίζει σε κάθε σας συνάντηση, να σε πονάει σαν σπασμένο κόκαλο όταν αλλάζει ο καιρός σε κάθε τηλεφώνημα, να σε καταπίνει σε κάθε σας επικοινωνία, μέχρι που άρπαξες το σωσίβιο του «μακριά κι αγαπημένοι», βύθισες σε άπατα νερά κάτι που έμοιαζε με αγάπη και βγήκες στη στεριά του «μακριά». Ένα «μακριά» που δεν ήταν αναίμακτο, δεν ήταν ελαφρύ, ούτε εύκολο, ούτε ανέξοδο. Είχε κόστος, είχε πένθος, κουβαλούσε την απώλεια μιας σχέσης που δεν έγινε ποτέ αυτό που θα έπρεπε. Σαν ακρωτηριασμός: αναγκαίος για να σωθεί το σώμα.
Ήταν η στιγμή που αποφάσισες πως η ψυχική σου ισορροπία αξίζει περισσότερο από το διαρκές τσουρούφλισμα στον βωμό της αγίας οικογένειας. Όχι, δεν ξέκοψες από έλλειμμα αγάπης. Έφυγες από εξάντληση. Από μια τόσο βαθιά κι απόλυτη εξάντληση, που τίποτα δεν σε ένοιαζε να απομείνει. Ούτε μνήμες, ούτε εικόνες, ούτε ίχνος ομοιότητας που να θυμίζει σε σένα και στους άλλους τίνος παιδί είσαι. Καμία σχέση, καμία επαφή, κανένα αντάμωμα. Ίσως μόνο μερικές αμήχανες δικαιολογίες και λίγη ντροπή κάθε φορά που οι φίλοι, οι γνωστοί και οι περιστάσεις σε ανάγκαζαν να αναφερθείς στο πρόσωπό του.
Δεν είναι κι εύκολο να υποδύεσαι την πληρότητα όταν μέσα σου νιώθεις ορφάνια.
Αυτή η ιστορία μπορεί να είναι δική μου. Μπορεί και δική σου. Ίσως και των δυο μας και σίγουρα χιλιάδων ανθρώπων που συνειδητά επέλεξαν να ξεκόψουν από τον έναν, τον άλλον ή και τους δύο γονείς τους. Η διαφορά είναι ότι σήμερα δεν κρύβεται πίσω από αμήχανες δικαιολογίες ούτε κουβαλά τη ντροπή που κάποτε τη συνόδευε. Σήμερα γράφεται, ανεβαίνει, αναλύεται σε άρθρα, social media και έρευνες, όχι πια ως οικογενειακό μυστικό, αλλά ως επιλογή που ζητά να ακουστεί και να κατανοηθεί.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι μεγάλα διεθνή μέσα όπως ο The Guardian, το The New Yorker και οι The Times έχουν φιλοξενήσει εκτενή ρεπορτάζ και αναλύσεις γύρω από τις ρήξεις στις οικογενειακές σχέσεις και το φαινόμενο του no contact, συμβάλλοντας στο να γίνει η συζήτηση αυτή ολοένα και πιο ορατή στον δημόσιο λόγο. Όχι επειδή ανακάλυψαν αίφνης την οικογένεια, αλλά επειδή διαπίστωσαν πως το φαινόμενο παύει να περιορίζεται σε ιδιωτικά αδιέξοδα και αγγίζει πια την κοινή μας πραγματικότητα. Όταν ένα προσωπικό βίωμα αρχίζει να λέγεται δημόσια, όταν αποκτά λέξεις, τίτλους και αναλύσεις, τότε δεν ανήκει πια μόνο σε εκείνον που το έζησε. Ανήκει σε μια εποχή που προσπαθεί να καταλάβει τι πήγε στραβά.
Στο βάθος όλων αυτών, πίσω από κάθε στατιστική, πίσω από κάθε ανάλυση και κάθε βαρύγδουπο τίτλο, υπάρχει πάντα μια ανθρώπινη ιστορία. Όχι θεωρία. Ιστορία. Μια κραυγή που δεν βγήκε ξαφνικά, αλλά σιγόβραζε για χρόνια από αναβολές, προσπάθειες, ελπίδες που διαψεύστηκαν με συνέπεια. Ένα «φτάνει» που, ακόμη κι αν βγαίνει από τα χείλη ενός ενήλικα, κουβαλά τη χροιά αγωνίας ενός παιδιού που μεγάλωσε προσπαθώντας να γίνει αρκετό. Ένα «αρκεί» καμωμένο από σιωπές, από κενά, από στιγμές που δεν μοιράστηκαν ποτέ. Κι ένα «τέλος», γραμμένο όχι από θυμό, αλλά από την απουσία μιας νέας αρχής που οι γονείς δεν βρήκαν ποτέ τον τρόπο να προσφέρουν. Γιατί; Γιατί τόσοι ήταν κι αυτά μπορούσαν. Οδηγοί ενός τρένου που δεν στάθηκε ποτέ στη σωστή αποβάθρα για να σε πάρει μαζί. Μέχρι που κατάλαβες πως κάποια τρένα δεν είναι φτιαγμένα για να τα περιμένεις, αλλά για να τα αφήνεις να φύγουν. Και να πάρεις το επόμενο…
Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος
Παύλος Παπαφράγκος
Πηνελόπη Παπανικολάου
Εμμανουέλα Μαθιουδάκη