Ο δικός μου άγιος
Υπάρχουν φορές που όλα μοιάζουν να κρέμονται σε μια λεπτή κλωστή, έτοιμη να σπάσει. Η δική μου κρατήθηκε στα Εξάρχεια, σε ένα δωματιάκι δύο επί δύο, όπου κατοικούσε ένας σύγχρονος άγιος.
Κοιτάζω τα πρόσωπά τους. Πρόσωπα προικισμένα με εκείνο το παράξενο φως της αφθαρσίας. Με μια λάμψη εσωτερική, σχεδόν εκτυφλωτική. Λες και η φθορά του χρόνου που πέρασε από πάνω τους δεν βρήκε πουθενά να χωρέσει, ηττημένη από μια ακλόνητη γαλήνη, καμωμένη από χέρια θεϊκά. Ο πατέρας Τύχων και ο Χατζη-Γεώργης. Δύο μορφές στις οποίες η Εκκλησία απέδωσε πρόσφατα τον τίτλο του Αγίου. Μα εκείνοι θαρρώ πως ήταν άγιοι από πριν, από πάντα. Πως ο τίτλος απλώς τους συνάντησε. Η αγιοσύνη τους γεννήθηκε μαζί με τις ζωές που άγγιξαν. Με τις πορείες που άλλαξαν. Με τα αδιέξοδα που ξεκλείδωσαν. Με τα δάκρυα που σκούπισαν. Με τα βάρη που μοιράστηκαν. Με τις ενοχές που μαλάκωσαν. Με τους φόβους που συρρίκνωσαν. Με τις ψυχές που ανέστησαν.
Κάθε άνθρωπος, αν σταθεί τυχερός, συναντά στη ζωή του έναν τέτοιο «δικό του άγιο». Όχι απαραίτητα αγιοποιημένο. Μα φωτεινό. Καθοδηγητικό. Με εκείνο το σπάνιο βλέμμα που σε βλέπει ολόκληρο, μέσα και έξω, στο πριν, στο τώρα, στο μετά. Ο δικός μου άγιος λέγεται πατέρας Ανανίας. Την εποχή που τον γνώρισα είχα ανάγκη από ένα θαύμα για να ζήσω. Είκοσι οκτώ ετών, στην έξοδο από έναν πολύ κακό γάμο, σαράντα κιλά άνθρωπος, εν δυνάμει δικηγόρος, τίτλος που κρεμόταν πάνω μου σαν κοστούμι δανεικό μέσα στο οποίο ασφυκτιούσα. Όχι, δεν ήμουν εγώ, ήμουν η σκιά της προσπάθειας να είμαι εγώ. Ούτε δυστυχισμένη ήμουν. Αυτό θα ήταν τουλάχιστον σαφές. Ήμουν άδεια, κενή, και πάνω από όλα έτοιμη να παραδοθώ στην ανυπαρξία. Δεν πίστευα πουθενά. Ούτε σε εμένα, ούτε στους ανθρώπους, ούτε στα θαύματα. Πόσο μάλλον στον Θεό.
«Ας μην πιστεύεις, έλα τουλάχιστον μία φορά να τον δεις. Πες του μόνο “θέλω την ευλογία σας” και μην ξαναπατήσεις ποτέ. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω», μου’ λεγε και μου ξανάλεγε μια φίλη που επέμενε να ελπίζει για λογαριασμό μου. Αμέτρητα τα όχι. Δεκάδες οι αναβολές. Μέχρι που ένα απόγευμα σηκώθηκα. Και πήγα. Έμενε στην οδό Καλλιδρομίου, στα Εξάρχεια, σε ένα δωματιάκι δύο επί δύο. Φιγούρα λιτή, βιβλική, σχεδόν αόρατη, με τη ματιά χαμηλωμένη και το κορμί γερμένο, όχι από την ηλικία, αλλά από τα βάρη των άλλων. «Πώς σε λένε, παιδί μου;» με ρώτησε. «Ρομίνα», του απάντησα βαριεστημένα. «Και τι θέλεις;» «Την ευλογία σας», είπα ακόμη πιο βαριεστημένα. «Την έχεις. Να πας στο καλό… Ελενίτσα μου». Τράβηξα απότομα το χέρι μου από την πόρτα που μόλις είχα ανοίξει, κι όσο σκεφτόμουν πού στο καλό ήξερε ότι το βαφτιστικό μου όνομα είναι Ελένη, την έκλεισα ξανά. Και τότε, άρχισα να του μιλάω χωρίς σταματημό. Μια άτυπη εξομολόγηση όχι για όσα είχα κάνει. Αλλά για όσα είχα αντέξει. Όταν τελείωσα σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε. «Ευτυχώς που χώρισες γιατί θα πέθαινες. Όσο για τη δουλειά, μην ξαναπατήσεις σε δικηγορικό γραφείο. Εσύ μόνο να γράφεις…» «Γράφω, αλλά πού να τα δείξω; Δεν έχω κανέναν γνωστό στον χώρο». «Ε, τώρα που θα φύγεις από εδώ, πάρε ένα τηλέφωνο στο ΒΗΜΑ, ζήτα έναν διευθυντή και πήγαινε να του δείξεις αυτά που γράφεις». Δεν θυμάμαι αν του φίλησα το χέρι. Εκείνος πάντως ίσως και να γνώριζε πως εκείνη τη στιγμή μου είχε μόλις δώσει το φιλί της ζωής.
Να ξέρω πια πως οι άγιοι δεν κατοικούν μόνο σε εικόνες με χρυσό φόντο και παλαιά συναξάρια. Πως δεν χρειάζεται να ανακηρυχθούν για να υπάρξουν. Πως περπατούν πλάι μας, ανάμεσά μας.
Έφυγα σαν τρελή, βρήκα ένα περίπτερο, βρήκα τον αριθμό, βρήκα ένα όνομα, τηλεφώνησα στο ΒΗΜΑ. «Τον κύριο Λάλα, παρακαλώ». «Τι θέλετε, κυρία μου;» «Είμαι δικηγόρος, αλλά θέλω να γίνω δημοσιογράφος. Νομίζω πως γράφω καλά». «Σε μισή ώρα να είστε στο γραφείο μου με γραπτά σας, διαφορετικά μη με ενοχλήσετε ξανά». Ήμουν. Σε μισή ώρα ακριβώς, καθισμένη απέναντί του, να τον βλέπω να διαβάζει κείμενά μου και ύστερα να μου λέει: «Αυτά δεν τα έχετε γράψει εσείς. Τα έχετε αντιγράψει από κάπου. Θα κάνουμε λοιπόν μία συμφωνία. Σήμερα προσλαμβάνεστε στην εφημερίδα, αλλά όταν ανακαλύψω από πού τα αντιγράψατε θα απολυθείτε την ίδια στιγμή. Σύμφωνοι;». Σύμφωνοι.
Ένιωθα τον κόσμο να γυρίζει γύρω μου και να με παίρνει μαζί του. Ήθελα να χορέψω, να φωνάξω, να ουρλιάξω. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς είχε συμβεί. Μόνο ότι κάτι μέσα μου, που για καιρό κειτόταν σαν κουρέλι, είχε σηκωθεί και τιναζόταν από τη σκόνη. Και πώς αλλιώς θα μπορούσα να το ονομάσω, αν όχι θαύμα; Άρχισα να υπάρχω ξανά. Να αγαπώ τον εαυτό μου, να λατρεύω τη δουλειά μου και να επισκέπτομαι σχεδόν κάθε Τετάρτη απόγευμα τον δικό μου άγιο, που λειτουργούσε λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι του, στον Άγιο Νεκτάριο, έναν μικρό ναό μέσα σε κάποιο ίδρυμα. Γύρω του ένα ετερόκλητο πλήθος. Αναρχικοί, επιχειρηματίες, μικρά παιδιά, ηλικιωμένοι με μπαστούνια, μανάδες με καροτσάκια στέκονταν δίπλα δίπλα, σαν να τους είχε ενώσει μια αόρατη ραφή. Να τον ακούν. Να τον ακολουθούν. Να τον πιστεύουν. Να ακουμπούν επάνω του την πιο μυστική τους ανάγκη. Κι εγώ ανάμεσά τους. Να ξέρω πια πως οι άγιοι δεν κατοικούν μόνο σε εικόνες με χρυσό φόντο και παλαιά συναξάρια. Πως δεν χρειάζεται να ανακηρυχθούν για να υπάρξουν. Πως περπατούν πλάι μας, ανάμεσά μας. Και πως κάποτε ένας από αυτούς με είπε Ελενίτσα, χαρίζοντάς μου μια δεύτερη ζωή.
Φωτό: Ο πατήρ Ανανίας, από το αρχείο της Ρομίνας Ξύδα
Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος
Εμμανουέλα Μαθιουδάκη
Παύλος Παπαφράγκος