Από το χαρτί στην οθόνη: Το στοίχημα της πιστότητας
H πρόσφατη κυκλοφορία του Wuthering Heights έφερε στο προσκήνιο ένα ερώτημα που επιστρέφει κατά καιρούς: πρέπει οι τηλεοπτικές και κινηματογραφικές διασκευές να είναι πιστές στο βιβλίο στο οποίο βασίστηκαν; Και τι σημαίνει τελικά πιστή διασκευή;
Η ταινία Wuthering Heights (Ανεμοδαρμένα Ύψη) της Emerald Fennell κυκλοφόρησε το σαββατοκύριακο της γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου, στο πλαίσιο μίας καμπάνιας μάρκετινγκ που επένδυσε στον ρομαντισμό. Το τρέιλερ ήδη μας είχε προετοιμάσει ότι πρόκειται για έργο “εμπνευσμένο από τη μεγαλύτερη ιστορία αγάπης όλων των εποχών”.
Διαβάστε ακόμα: Ηamnet: Θα σε συναντήσω στη μέση της θλίψης
Κι όμως, το ομώνυμο βιβλίο της Emily Brontë, που εκδόθηκε το 1847, μόνο ως ρομάντζο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, σχεδόν βίαιο έργο, όπου ο έρωτας της Catherine και του Heathcliff’s είναι ποτισμένος με εμμονή, εκδίκηση και ψυχολογική ωμότητα.
Οι πρώτες κριτικές υπήρξαν ιδιαίτερα αιχμηρές. Από τον Independent έως το Collider, αρκετοί μίλησαν για “αναιμική μεταφορά” και “προδοσία της ψυχής του βιβλίου”. Αντιδράσεις υπήρξαν και για τις επιλογές στο καστ, τόσο για την ηλικιακή απόκλιση της Margot Robbie σε σχέση με την ηρωίδα, όσο και για την εμφάνιση του Jacob Elordi, που δεν συμβαδίζει με την περιγραφή του Heathcliff ως σκουρόχρωμου.
Η ίδια η Fennell, πάντως, έβαλε τα πράγματα σε άλλη βάση: “Δεν μπορείς να διασκευάσεις ένα τόσο πυκνό και περίπλοκο βιβλίο. Δεν μπορώ να πω ότι κάνω το Ανεμοδαρμένα Ύψη. Δεν είναι δυνατόν. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι κάνω μια εκδοχή του”. “Ήθελα να δημιουργήσω κάτι που να με κάνει να νιώσω όπως όταν το διάβασα για πρώτη φορά”, συνέχισε, κάτι που, σε συνδυασμό με τα εισαγωγικά που συνοδεύουν τον τίτλο της ταινίας, υποδηλώνει πως πρόκειται για τη δική της προσωπική ερμηνεία του βιβλίου.
Ανάλογες αντιδράσεις προκάλεσε και η φημολογούμενη επιλογή της Lupita Nyong’o για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην επερχόμενη κινηματογραφική εκδοχή της Οδύσσειας από τον Christopher Nolan. Πριν καν προβληθεί η ταινία, τα κοινωνικά δίκτυα διχάστηκαν: άλλοι θεώρησαν ότι αλλοιώνεται η “κλασική” εικόνα της Ελένης ως λευκής και ξανθιάς, ενώ άλλοι υπενθύμισαν ότι πρόκειται για μύθο, όχι για ιστορικό ντοκουμέντο.
Τι ισχύει λοιπόν; Πρέπει οι τηλεοπτικές και κινηματογραφικές διασκευές να είναι πιστές στο βιβλίο στο οποίο βασίστηκαν;
Η απαίτηση για απόλυτη πιστότητα μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, ένδειξη σεβασμού. Να τιμήσεις το πρωτότυπο έργο, τον δημιουργό, το πνεύμα της εποχής του. Όμως μπορεί μια ταινία να είναι εκατό τοις εκατό πιστή; Και ακόμη κι αν μπορούσε, θα έπρεπε;
Βιβλίο και κινηματογράφος είναι δύο διαφορετικά μέσα. Το μυθιστόρημα βασίζεται στη γλώσσα, στην εσωτερική φωνή, στη φαντασία του αναγνώστη. Η ταινία είναι εικόνα, ρυθμός, ήχος, τέρψη των αισθήσεων.Ό,τι λειτουργεί στη σελίδα, δε σημαίνει ότι ενδείκνυται για αυτούσια μεταφορά στην οθόνη. Επιπλέον, υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί: μια πλοκή 600 σελίδων πρέπει να συμπυκνωθεί σε δύο ή τρεις ώρες.
Παρότι η διατήρηση της ουσίας, των θεματικών αξόνων και του πνεύματος του πρωτότυπου έργου θεωρείται συνήθως καθοριστικής σημασίας, η λήψη δημιουργικών ελευθεριών, όπως η αλλαγή στοιχείων της πλοκής, η συγχώνευση χαρακτήρων ή ακόμη και η τροποποίηση του τέλους, είναι συχνά αναγκαία και μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά τη διασκευή.
Εμβληματικές σειρές ταινιών όπως το Harry Potter, τo The Lord of the Rings (O Άρχοντας των Δαχτυλιδιών) και το The Godfather (Ο Νονός) θεωρούνται υποδειγματικές μεταφορές, παρότι αποκλίνουν σε σημαντικά σημεία από τα βιβλία τους. Διατήρησαν όμως το πνεύμα», τους θεματικούς άξονες, το ηθικό βάρος, την ατμόσφαιρα. Η εξαιρετικά επιτυχημένη ταινία Forrest Gump προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια του συγγραφέα της, Winston Groom, εξαιτίας των εκτεταμένων αλλαγών που έγιναν κατά τη μεταφορά της στον κινηματογράφο. Η ενόχλησή του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έγραψε συνέχεια με τίτλο Gump and Co., η οποία ανοίγει με τον ήρωα να λέει στους αναγνώστες: «Ποτέ μην αφήσεις κανέναν να κάνει ταινία την ιστορία της ζωής σου».
Διαβάστε ακόμα: Η απάθεια έχει τον ήχο τραγανών nachos
Αλλά εκτός από την ιδιαιτερότητα του μέσου, σημαντική παράμετρος είναι και η προκατάληψη του θεατή. Όταν έχουμε διαβάσει το βιβλίο, κουβαλάμε ήδη μια εσωτερική ταινία. Έχουμε δώσει πρόσωπα στους ήρωες, χρώματα στα τοπία, τόνο στις φωνές. Η κινηματογραφική εκδοχή έρχεται αναπόφευκτα να συγκρουστεί με αυτή τη φαντασιακή κατασκευή. Ο «παρθένος» θεατής, αντίθετα, δεν έχει τέτοιες προσδοκίες, είναι ανοιχτός και για αυτό πιο αντικειμενικός.
Οι διασκευές δεν χρειάζεται να είναι φωτοτυπίες για να είναι επιτυχημένες. Η πιστότητα δεν αφορά τόσο την πλοκή, όσο το πνεύμα, το συναίσθημα και την ατμόσφαιρα. Η τέχνη άλλωστε δεν είναι στατικό μουσειακό έκθεμα. Διαμορφώνεται από τις κοινωνικές συνθήκες. Κάθε εποχή φωτίζει διαφορετικές πτυχές του ίδιου κειμένου. Οι αλλαγές δεν μειώνουν την αξία του πρωτότυπου έργου, αντίθετα την αναδεικνύουν. Γιατί, ένα από τα χαρακτηριστικά της “καλής τέχνης” είναι ότι έχει τόσες αναγνώσεις όσοι και οι άνθρωποι.
Photo credit: ΙMDb
Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος

Φιλια Μητρομαρα
Χαριτωμένη Βόντα