Έχουμε έναν θείο. Τον θείο Επαμεινώνδα. Κάποτε τον έλεγαν Νώντα. Ωραίος τύπος ο Νώντας. Έξω καρδιά, γλεντζές, ταξιδιάρης, γκομενιάρης, κουλτουριάρης, χαβαλεδιάρης, η χαρά των παιδιών, όταν ήμασταν παιδιά. Μαζί μας στα πάντα, μοχλός στις τρέλες μας, συνένοχος στα ξενύχτια μας, μηχανή στις αποδράσεις μας, τσιλιαδόρος στις κοπάνες μας, πυροκροτητής στις υπερβολές μας, χειροκροτητής στα πρώτα μας ρίσκα, σύμμαχος στις αλλαγές μας, μπροστάρης στις μικρές μας επαναστάσεις. Δεν μας κοίταζε από απόσταση. Έμπαινε μέσα στην εποχή μας, την πρόβαρε, τη φορούσε, την κυκλοφορούσε, τη χειροκροτούσε, την αποθέωνε. Κι όσο οι άλλοι μεγάλοι μάς κουνούσαν το δάχτυλο, «μα τι βλακείες κάνετε;», «μα τι γελοία ρούχα είναι αυτά;», «μα τι σκουπίδια ακούτε;», εκείνος μας έκλεινε το μάτι και ανέβαζε την ένταση δίνοντας τόπο στα νιάτα μας.

Διαβάστε επίσης: Ο δικός μου άγιος

Τα χρόνια περνούσαν και μαζί τους ο Νώντας άλλαζε. Μεγάλωνε. Γερνούσε. Σκλήραινε. Άρχισε να κουνά το δάχτυλο. Να φορά παρωπίδες απέναντι στο καινούριο. Να βαδίζει με πατερίτσες νοσταλγίας. Να μιλά για «παρακμή» στα πάντα. Να αποθεώνει τα πρόσωπα της γενιάς του. Να εξοργίζεται με ό,τι δεν καταλάβαινε. Να κρίνει πριν καν μπει στον κόπο να καταλάβει. Να βαφτίζει «σκουπίδια» όσα γεννούσε η νεολαία. Μέχρι που έπαψε να είναι ο Νώντας. Κι έγινε ο θείος Επαμεινώνδας.

Τον θυμήθηκα λίγο μετά τη βραδιά που ο Ακύλας πήρε το εισιτήριο για τη Eurovision. Τον είδα να παρελαύνει, σημαιοφόρος ή χειροκροτητής, η διαφορά αμελητέα, πλάι σε θείους και θείτσες, Επαμεινώνδες και Επαμεινώνδισες, με δηλητήριο στα χείλη και γλώσσα κοφτερή. Σαν σκελετοί απέναντι στη χαρά. Σαν χωροφύλακες σε πάρτι γενεθλίων. Κριτς. Κρατς. «Αλτ. Συλλαμβάνεσαι». Γιατί, καλέ μου σκελετέ; Γιατί, καλέ μου χωροφύλακα; Ποιο είναι το έγκλημα; Το κέφι; Ο ρυθμός; Ο σκοπός; Χαλαρώστε, Επαμεινώνδες και Επαμεινώνδισες μου. Δεν είναι το τέλος του κόσμου σας. Ένα πανηγυράκι είναι.

Διαβάστε επίσης: Είναι η Eurovision το κορυφαίο talent show της Gen Z;

Είπαν, και τι δεν είπαν. Ότι δεν πιστεύουν πως θα στείλουμε τέτοιο πράγμα στη Βιέννη. Ότι δεν πρέπει να μας εκπροσωπήσει. Ότι οι στίχοι του σοκάρουν. Ότι βρισκόμαστε σε πολιτιστικό κατήφορο. Ότι «χαιρέτα την τη Eurovision που ήξερες». Ότι δεν ξέρει να τραγουδάει. Ότι τη φωνή του δεν την έχουμε ακούσει. Ότι αυτό δεν είναι τραγούδι αλλά θεατρικό δρώμενο. Ότι δεν στηρίζεται συμμετοχή με τέτοιο ντύσιμο. Ότι οι ξένοι θα πουν «ήρθε ο καραγκιοζάκος». Ότι μετά τον διαγωνισμό πού θα πάει. Και τι θα λέει; «Πάρτο πάρτο πάρτο; Δώστο δώστο δώστο;» Ότι πρέπει να βρει άλλο κόνσεπτ, άλλο ντύσιμο, άλλη φόρμα, και κυρίως… περισσότερη σοβαρότητα. Ότι, εν ολίγοις, ο Ακύλας και το τραγούδι του είναι ένα χάλι και μισό.

Αχ, αγαπητοί μου Επαμεινώνδες και Επαμεινώνδισες. Άγρυπνοι εκφραστές του ακηδεμόνευτου πνεύματος, με αγωνία για την ποιότητα και για την τύχη της πατρίδας σε μια τόσο κρίσιμη μάχη όπως αυτή της Eurovision. Πεφωτισμένοι φρουροί της αισθητικής, προορισμένοι, θαρρείς, να φυλάτε Θερμοπύλες, ακόμη κι αν απέναντι δεν στέκονται Πέρσες αλλά ένα τραγούδι και ο εχθρός δεν κρατά δόρυ αλλά μικρόφωνο. Δεν σας αρκεί η διαχρονική συμβολή σας στον πολιτισμό του τόπου, το βαρύ κι ασήκωτο έργο σας, το ανεξίτηλο αποτύπωμά σας στη δημόσια σφαίρα; Δεν κουραστήκατε να υποδύεστε τους τιμητές των πάντων; Δεν βαρεθήκατε να αναμασάτε κάθε χρόνο την ίδια καραμέλα; Γιατί εμείς βαρεθήκαμε και κουραστήκαμε. Και μάλιστα πολύ.

Τόση πολλή η κούραση και η βαρεμάρα, που ο Ακύλας μοιάζει με βάλσαμο μέσα στο δηλητήριο. Σαν teddy bear μπροστά σε ύαινες, που θέλεις να το πάρεις αγκαλιά και να το σφίξεις με όλη σου τη δύναμη. Γιατί μέσα στον κυνισμό, η τρυφερότητα είναι αντίσταση, Επαμεινώνδες και Επαμεινώνδισες μου. Αλήθεια τώρα. Το περισπούδαστο μυαλουδάκι σας μπήκε στον κόπο να αναλύσει γιατί αγαπήθηκε τόσο αυτό το παιδί μαζί με το τραγούδι του; Γιατί είναι διαφορετικό, άβολο, θορυβώδες, ακατέργαστο. Υπερβολικό όπως τα νιάτα. Όχι άψογο. Όχι καθωσπρέπει. Όχι χτισμένο με κοιλιακούς έξι πακέτων και φωτισμούς τριών επιπέδων. Όχι επιμελώς κατασκευασμένο για εξαγωγή. Αλλά ζωντανό. Και βαθιά εγχώριο. Είναι το παιδί που όλοι μας θα θέλαμε να έχουμε. Πεισματάρικο, παθιασμένο, προσηλωμένο σε έναν στόχο ισοδύναμο του έρωτα. Τι κι αν όλα ήταν ανάποδα; Εκείνο, παρά τις δυσκολίες, τις ειρωνείες, τις τρικλοποδιές, τα κυνηγητά, τις τούμπες και τις κωλοτούμπες που του φύλαγε σε κάθε γωνία η ζωή κατάφερε να τα ισιώσει.

Σας ξένισαν και σας ξίνισαν οι στίχοι του Ferto, θα μου πείτε. Μα το Ferto είμαστε εμείς. Με ένα «φέρ’ το» παίζουμε μπάλα καθημερινά. Φέρ’ το ένα. Φέρ’ το άλλο. Φέρ’ το κι άλλο. Φέρ’ το τώρα. Φέρ’ το πιο γρήγορα. Φέρ’ το πιο φανταχτερό. Φέρ’ το σε δόσεις. Φέρ’ το σε δάνεια. Φέρ’ το να το καταναλώσουμε. Φέρ’ το να το επιδείξουμε. Φέρ’ το για να ξεχωρίσουμε. Φέρ’ το για να ευτυχίσουμε.

Αυτό δεν ζούμε; Τον υπερκαταναλωτισμό ως ταυτότητα. Την επιθυμία ως αντανακλαστικό. Την αχόρταγη ανάγκη να γεμίσουμε ένα κενό που δεν γεμίζει ποτέ.

Και μέσα σε αυτή τη φρενίτιδα έρχεται ένας καλλιτέχνης και το κάνει ρεφρέν. Το φωνάζει. Το χορεύει. Το υπερβάλλει. Το σατιρίζει. Και μας το επιστρέφει σαν καθρέφτη για να δούμε τα μούτρα μας.

Και μια θερμή παράκληση. Τη βραδιά της Eurovision μη βάλετε τηλεόραση. Φτιάξτε ένα τσαγάκι. Τυλιχτείτε με την κουβερτούλα σας. Ξαπλώστε αναπαυτικά στις δάφνες σας και επιτρέψτε μας, με πίτσες, μπίρες, γατίσια σκουφιά, φίλους και παιδιά, να τραγουδήσουμε ξέφρενα Ferto μαδώντας μαργαρίτες. Αν μη τι άλλο, έχουν περισσότερο χρώμα. Και περισσότερη ζωή.

Την καλύτερη επιτυχία Ακύλα!

Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος