Αθάνατη Ελληνίδα μάνα (μήπως έχεις ξεφύγει;)
Η Ελληνίδα μάνα υπήρξε και παραμένει ηρωίδα. Σε μυθιστόρημα, σε έπος, σε προτομή με το όνομά της χαραγμένο στην πέτρα. Το τελευταίο διάστημα, όμως, μοιάζει να έχει μεταλλαχθεί από σύμβολο αυτοθυσίας σε χιονοστιβάδα υπερπροστασίας, έτοιμη να καταπλακώσει αυτό που υποτίθεται πως προστατεύει. Στο όνομα της αγάπης. Πάντα στο όνομα της αγάπης…
Στέκομαι σε μια ουρά φίδι για ενημέρωση «γονέων και κηδεμόνων». Στην κεφαλή της δεσπόζει μια οχιά, με σφιγμένα χείλη, τσάντα αγκαλιασμένη σαν ασπίδα και βλέμμα κοφτερό σαν λεπίδα. Έχει νεύρα, πολλά νεύρα, πάρα πολλά νεύρα. «Ποιος είναι αυτός ο άσχετος, ο αχρείος, ο αστοιχείωτος καθηγητής που τόλμησε να βάλει στο παιδί μου 17; Κάτσε να έρθει η σειρά μου και θα του τα ψάλλω». Το δεκαεπτά αιωρείται σαν προσωπική ταπείνωση, σαν λεκές στο οικογενειακό οικόσημο, σαν αμφισβήτηση του DNA της αριστείας. Μα είναι δυνατόν να έκαναν αυτό στο παιδί της; Το παιδί της είναι άμεμπτο. Αυτός ο άσχετος, ο αχρείος, ο αστοιχείωτος φταίει που δεν το αναγνώρισε. Λίγα λεπτά αργότερα το δηλητήριο της οχιάς ξεχύνεται στο πρόσωπο του άμοιρου καθηγητή για το θράσος να υπαινιχθεί πως το παιδί της μπορεί να μην είναι τέλειο. Τι κι αν ο άνθρωπος της εξηγεί με επιχειρήματα; Τα ουρλιαχτά της πέφτουν πάνω τους και τα συνθλίβουν τελεσίδικα, αδιαπραγμάτευτα. «Την επόμενη φορά θα απευθυνθώ στη διεύθυνση», καταλήγει, κλείνοντας πίσω της την πόρτα με ορμή.
Διαβάστε ακόμα: Ο δικός μου άγιος
Αισθάνομαι ντροπή. Και λύπη. Κι ένα μπαλόνι νοσταλγίας να φουσκώνει μέσα μου σαν αερόστατο και να με ταξιδεύει αλλού, στη δική μου εποχή. Τότε που ο καθηγητής ήταν κάτι σαν ιερό τέρας και καμία μάνα, όσο άδικος κι αυταρχικός κι αν ήταν, δεν θα έμπαινε ποτέ στη διαδικασία να τον αμφισβητήσει, να τον απαξιώσει, να τον ισοπεδώσει. «Πας καλά παιδάκι μου που θα πάω να κλαφτώ για σένα; Τον καθηγητή σου να τον σέβεσαι. Κάτι παραπάνω ξέρει αυτός», ήταν η μόνιμη επωδός, ακόμη κι απέναντι σε αδικίες, ενίοτε και αυθαιρεσίες. Κι όσο ανίσχυροι κι αν νιώθαμε, ήταν ακριβώς εκείνο το «Πας καλά λες παιδάκι μου;» που μας μάθαινε να αντέχουμε τις ήττες χωρίς να αισθανόμαστε πως καταρρέει το σύμπαν γύρω μας. Να επιμένουμε. Να παλεύουμε. Να γινόμαστε λίγο καλύτεροι, λίγο δυνατότεροι. Μόνοι μας. Χωρίς δεκανίκια, χωρίς δικηγόρους, χωρίς εφεδρείες, χωρίς προστάτες και διαμεσολαβητές του όποιου δίκιου μας. Δουλειά της μαμάς ήταν μόνο να πάρουμε ζακέτα.
Με τα χρόνια, το μπαλόνι εκείνης της δύναμης έσκασε κι άφησε πίσω του παιδιά επιμελώς τυλιγμένα σε ρετάλια αυτονομίας. Όσο για τη ζακέτα, ξέφτισε κι αυτή, παραχωρώντας τη θέση της σε μεταξωτά βρακιά που οι γονείς του σήμερα φορούν με υπερηφάνεια στα καμάρια τους. Μόνο που τα μεταξωτά βρακιά προϋποθέτουν και επιδέξια οπίσθια. Κι όταν σκιστεί το μετάξι και φανούν τα οπίσθια; Ουέ κι αλλοίμονο. Μάνες αλαφιασμένες καταφθάνουν σε σχολεία, έτοιμες να αποδώσουν ευθύνες, επειδή κάποιος καθηγητής ζήτησε μια χειρωνακτική εργασία. «Το παιδί μου δεν είναι εργάτης ούτε καθαρίστρια». Επειδή ένας άλλος έδωσε αποβολή. «Είναι δυσανάλογο με αυτό που έκανε». Επειδή ένας τρίτος τόλμησε να πει πως η προσπάθεια δεν ήταν αρκετή. Επειδή ένας τέταρτος δεν χάρισε τον βαθμό που, κατά δήλωση μητρική, άξιζε. Και σαν να μην έφτανε το σχολείο, η αθάνατη Ελληνίδα μάνα μπουκάρει εσχάτως και σε πανεπιστήμια, υπερασπιζόμενη τον εικοσάχρονο και βάλε μπέμπη της που, εντάξει μωρέ, αντέγραψε. Σιγά το πράγμα. Η αδικία δεν είναι η αντιγραφή. Η αδικία είναι που πιάστηκε. Κι αν πιάστηκε, να ξεπιαστεί, γιατί «ξέρεις ποια είμαι εγώ;».
Διαβάστε ακόμα: Παιδί χωρισμένων γονιών
Ναι. Ξέρω πολύ καλά ποια είσαι εσύ. Κάποια που θεωρεί πως γέννησε έναν μικρό Αϊνστάιν ή μια νέα Μαρί Κιουρί και πως η υφήλιος οφείλει να υποκλιθεί εγκαίρως με παλαμάκια δυνατά. Κάποια που πιστεύει πως το χρήμα και οι γνωριμίες αρκούν για να λυγίσουν κανόνες, να σβήσουν ποινές, να μετατρέψουν την αποτυχία σε παρεξήγηση. Κάποια που επιμένει πως η αξιολόγηση είναι διαπραγματεύσιμη, η ευθύνη μεταβιβάσιμη και το λάθος αναστρέψιμο, αρκεί να παρθεί το σωστό τηλεφώνημα. Κάποια που, πέρα από τον μικρόκοσμο της γειτονιάς της, αγνοεί τι συμβαίνει σε σχολεία του εξωτερικού, όπου τα παιδιά, με το σχόλασμα, παίρνουν κοντάρια, λαβίδες, σακούλες και γάντια και καθαρίζουν την τάξη και το προαύλιό τους από τα σκουπίδια που άφησαν τα ίδια ή οι συμμαθητές τους ως μάθημα ευθύνης. Κάποια που μεγαλώνει παιδιά γεμάτα έπαρση και άδεια από βούληση, παιδιά που απαιτούν σεβασμό πριν τον κατακτήσουν, που διεκδικούν αναγνώριση πριν αποδείξουν αξία, που θεωρούν την κριτική προσβολή και την ήττα αδικία. Κάποια που αποφασίζει τι θα σπουδάσει το παιδί της γιατί «εγώ ξέρω καλύτερα», βαφτίζοντας το δικό της απωθημένο όνειρο επαγγελματική καθοδήγηση. Κάποια που αύριο-μεθαύριο θα έχει άποψη για τον έρωτά του, για τους φίλους του, για το πού θα ζήσει, για το πώς θα ζήσει, γιατί το νοιάξιμό της δεν έχει όρια αλλά δικαιώματα ιδιοκτησίας.
Ξέρω επίσης ότι η αγάπη που δεν παραχωρεί χώρο στην αυτονομία γίνεται σκοινί. Κι όσο πιο σφιχτά δένεις, τόσο πιο δύσκολα αφήνεις την καλούμπα. Κι ότι η μεγαλύτερη πράξη μητρικής γενναιότητας δεν είναι να υπερασπίζεσαι διαρκώς το παιδί σου, αλλά να κάνεις ένα βήμα πίσω και να το αφήσεις να πέσει. Για να σηκωθεί. Να σταθεί. Και να προχωρήσει χωρίς να χρειάζεται τίποτα περισσότερο από μία ζακέτα…
Photo credit: Αlpha TV – Creative: Εμμανουέλα Μαθιουδάκη
Πηνελόπη Παπανικολάου
Εμμανουέλα Μαθιουδάκη
Σάντυ Τσαντάκη