Σ’ ευχαριστώ, Γιώργο Μαρίνο
Ήταν τα καλοκαίρια μας. Οι έρωτές μας, η αντίστασή μας, το γέλιο μας, η ελευθερία μας, η τόλμη μας, η πρόκλησή μας. Η φωνή που μας έμαθε να μεγαλώνουμε αλλιώς. Κι αν σίγησε, όσα μας είπε και μας τραγούδησε θα ηχούν για πάντα μέσα μας, σαν μια ζωγραφιά στο μυαλό μας το ταξιδιάρικο…
Τη χαζεύω από τη χαραμάδα μιας μισάνοιχτης πόρτας. Μαύρο στενό φόρεμα, μικρά λαμπυριστά σκουλαρίκια, ένα πινέλο να χαϊδεύει τα μάγουλά της, χαμόγελο που ακτινοβολεί. Με κόβει με την άκρη του ματιού της. “Τι θέλεις κουκουρουκουκού σουπίτσα μου;”. Καταλαβαίνω. “Στον Μαρίνο θα πάτε, μαμά;”. “Ναι. Κι αν δεν κοιμηθείς νωρίς θα σε κάνω κουκουρουκουκού γιαχνί”. Το κλειδί γυρίζει στην πόρτα, σπρώχνω απαλά την κουρτίνα, βλέπω το αυτοκίνητο να στρίβει στη γωνία. Απόψε δεν θα κοιμηθώ. Απόψε θα πάω κι εγώ στον Μαρίνο.
Βουρ στη ντουλάπα της. Ψηλά λουστρινέ τακούνια σαν βάρκες στην πατούσα, μάξι κομπινεζόν πιασμένο στη μέση με μανταλάκι, μαλλιά ψηλά, κόκκινο στα χείλη, κοκκινάδι στα μάγουλα, κατακόκκινη έκσταση σε σάλα άδεια από κόσμο, κατάφωτη από χαρά. Στο πικάπ στροβιλίζει ένας δίσκος με τη βελόνα κολλημένη στο “Κάνε μου λιγάκι μμμμ”. Το χέρι κουνάει ρυθμικά μια βούρτσα σαν μικρόφωνο. Το λαρύγγι πάλλεται και τεντώνει στο ρεφρέν “Και στοίχημα σου βάζω / Ναι σου βάζω / Πως έτσι όπως βράζω / Όπως βράζω / Αυτή η ιστορία αν αρχίσει / Δεν πρόκειται να σβήσει». Κατά φαντασίαν δεκάχρονη αρτίστα, πλάι στη “Σάσσα Τουλουμπουκίδου, τη γαρδεναντζού”. Υπόκλιση στο κενό.
Μπορείτε να διαβάσετε επίσης: Τα κορίτσια του Ντουμπάι
Κι ύστερα χειροκρότημα. Και πιο μετά καλοκαίρια. Ατέλειωτα, κεφάτα, στο κατάστρωμα κάποιου πλοίου, με κασετόφωνο και φίλους να τραγουδάμε σαν μεθυσμένοι “Πάντα ένα νησί στον Ειρηνικό θα μας περιμένει / σαν μια ζωγραφιά στο μυαλό μας το ταξιδιάρικο / Σ’ αμμουδιά χρυσή θα ’μαστε γυμνοί κι οι δυο ξαπλωμένοι / μ’ ένα τραγουδάκι λίγο σόκιν και λίγο κουλτουριάρικο”. Κι όλοι να μας κοιτούν. “Τι με κοιτάς μ’ αυτά τα μάτια / Αυτό που ζήσαμε σκοτάδι και μας πνίγει / Εγώ μια κούκλα στα σκαλοπάτια / Κι εσύ τρενάκι που δεν πρόκειται να φύγει», παραφρασμένα υποκείμενα στο όνομα του πρώτου μεγάλου εφηβικού έρωτα. Εκείνου που έπαιρνε θεϊκή υπόσταση από τη δική του θεϊκή φωνή. Αέρινη κι ηλεκτροφόρα. Να σ’ αρπάζει άλλοτε απ’ το μπράτσο και να σε χορεύει βαλς, μάμπο και ταγκό κι άλλοτε απ’ τον λαιμό, σαν μανιφέστο απέναντι στα πρέπει των καιρών. “Γεννήθηκα χωρίς να με ρωτήσουν / Με βάλαν με τη βία να βαφτιστώ / Με γράψαν στα χαρτιά προτού μ’ αφήσουν / Τη γνώμη μου για μένα να τους πω / Αφήστε με επιτέλους να βαδίσω / Το δρόμο μου όπως τον θέλω εγώ / Μονάχος να διαλέξω πώς θα ζήσω / Χωρίς μπαμπούλα δίχως αρχηγό”.
Όλα ειπωμένα από εκείνον. Σαν τραγούδι, σαν σκετς, σαν ατάκα, σαν μίμηση, σαν αστείο, σαν σοβαρό. Όλα καμωμένα για εμάς.
Μπορείτε να διαβάσετε επίσης: Αθάνατη Ελληνίδα μάνα (μήπως έχεις ξεφύγει;)
Και μεγαλώναμε. Μαθαίνοντας από εκείνον όσα οι μεγάλοι δεν τολμούσαν να αρθρώσουν. “Γιατί το σεξ είναι μια άλλη ιστορία/ δε θέλει σκευωρία, δεν είναι αγγαρεία/θέλει κράση και καλή κυκλοφορία, είναι ακροβασία/ δεν θέλει ταραχή. Είναι εκείνο που φοβάσαι να γνωρίσεις/ να το κουλαντρίσεις και να τ’ αντιμετωπίσεις/ είναι αυτό που όταν ξέρεις να το ζήσεις/ γίνεται ουσία και σου αλλάζει τη ζωή.” Κι αντιστεκόμασταν απέναντι σε κάθε μορφή αυταρχισμού με τον βηματισμό ενός αλλόκοτου εμβατηρίου, ρίχνοντας στο καζάνι τη συνταγή του. “Παίρνετε μια ντουζίνα τανκς, ένα μυστρί και μία πλάκα κι αφού ξορκίσετε τον Μαρξ θεμελιώνετε ατάκα / Διαλέγετε ένα πτηνό ει δυνατόν με δύο κεφάλια το στήνετε στον Υμηττό με τα φτερά του σαν βεντάλια / Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών άνευ βουλής και εκλογών / έτσι τα έθνη μόνο ζουν ταρατατζούμ ταρατατζούμ ταρατατζούμ”. Και βγάζαμε και γλώσσα παπούτσι σε όσους αποπειράθηκαν να μας βάλουν τα δυο πόδια σε ένα. “Μου είπες “φεύγω, γεια, σ’ αφήνω” / Σου είπα “μείνε, σ’ αγαπώ” / Μου είπες “δε μπορώ να μείνω” / Σου είπα “άντε στο καλό” / Νομίζεις πίσω σου θα τρέξω / Ότι θα βάλω τις φωνές / Ότι μονάχος δε θ’ αντέξω / Χρυσό μου, νόμιζε ό,τι θες”. Και όταν μας κορόιδεψαν, μας πρόδωσαν, μας ξεγέλασαν, μας έθαψαν, μπορέσαμε να βροντοφωνάξουμε “Όσα λεν για μένα όλα είν’ αλήθεια / ακριβά πληρωμένα, δεν προσμένω βοήθεια / όλοι με κατηγορούν και με βρίζουν όλοι / μα έχω γίνει περιβόλι όπου δεν θα μπουν ποτέ. Όλα τα ’χω κάνει, η ζωή μου στράφι πάει / ένα μόνο μου φτάνει, κάποιος μ’ αγαπάει”.
Μπορείτε να διαβάσετε επίσης: Οι σκελετοί της Eurovision
Όλα ειπωμένα από εκείνον. Σαν τραγούδι, σαν σκετς, σαν ατάκα, σαν μίμηση, σαν αστείο, σαν σοβαρό. Όλα καμωμένα για εμάς. Σαν ακόνισμα μυαλού, σαν άνοιγμα ψυχής, σαν δείκτης ρολογιού κολλημένος στον χρόνο, κι ας αλλάζουν οι εποχές. Τι σημασία έχουν άλλωστε οι εποχές όταν απέναντί τους στέκει ένα ταλέντο πολυγωνικό; Ένας τύπος εκκεντρικός και καλλιεργημένος. Ένας καλλιτέχνης λαοφιλής και μοναχικός. Ένας άνθρωπος σκληρός και εύθραυστος. Ένας διασκεδαστής και φιλόσοφος, με εσωτερικό παράπονο, κοινωνικό κατηγορώ, γέλιο υστερικό σαν μαχαίρι και φωνή απαλή σαν βελούδο. Ένα αγόρι που δεν είχε την αγάπη για ντροπή, ένας άντρας πιο μάτσο από πολλούς. Ένας μεγάλος αντιφατικός όπως όλα τα υπέροχα πλάσματα. Δεν έχουν σημασία οι εποχές. Γι αυτό κι απόψε βουρ στην ντουλάπα μου. Με ψηλά λουστρινέ τακούνια, μάξι κομπινεζόν, μαλλιά ψηλά, κόκκινο στα χείλη, κοκκινάδι στα μάγουλα, κατακόκκινη έκσταση σε σάλα άδεια από κόσμο, κατάφωτη από χαρά. Να μου τραγουδώ. Να σας τραγουδώ. Να μας τραγουδώ. “Αχ, έλα τράβα μου μία, τράβα μου μία φωτογραφία / να’ χει πολύ σεξ απίλ, μα στο δικό μου το στiλ /Αχ, έλα τράβα μου μία, τράβα μου μία φωτογραφία και πρόσεξε την πολύ, να’ ναι καλή.”
Σάντυ Τσαντάκη
Λέγκω Μιχαλοπούλου