Το δείπνο ήταν κανονισμένο από καιρό. Πριν τον πόλεμο. Φαντασιωμένο με χαρούλες, φιλάκια, γλυκάκια, λουλουδάκια, φαγητάρες, ποτάρες και μουσικάρες. Όλα τα υποκοριστικά και τα υπερθετικά μαζί, στην υπηρεσία και τη συσκευασία της απέραντης ευδαιμονίας μας. «Να φέρετε και τα παιδιά, όπως παλιά. Έχουμε χρόνια να βρεθούμε όλοι μαζί». Μεγάλοι, μικροί και μικρότεροι, φτάνουμε σ’ ένα «όλοι μαζί» εξαρχής μπαρουτοκαπνισμένο. «Πού στο διάολο θα φτάσει το πετρέλαιο;» «Γιατί το μοσχάρι; Ξέρεις πόσο έχει το κιλό;» «Εγώ ξέρω πως πάει το ταξίδι στο Κατάρ…» «Καταραμένοι να είναι οι μουλάδες». «Οι άλλοι δηλαδή που το ξεκίνησαν να έχουν την ευχή του Θεού;». Η κουβέντα κόβεται μαχαίρι από ένα, δύο, τρία υστερικά «Μην αρχίζετε τώρα. Ακούνε τα παιδιά…». Η μάχη σταματά. Η ειρήνη ημίν επιστρέφει, στρογγυλοκαθήμενη στην κατάλευκη τραπεζαρία με τα γλυκάκια, τα λουλουδάκια, τις φαγητάρες, τις ποτάρες και τις μουσικάρες. «Και τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε. Εις υγείαν…».

Διαβάστε ακόμα: Ο δικός μου άγιος 

Είναι περίεργο, αλλά κάθε φορά που ο κόσμος μας σκοτεινιάζει μας πιάνει ένας καημός, μια πρεμούρα, ένας νταλκάς, πώς θα κρυφτούμε απ’ τα παιδιά. Λες και δεν ζουν πλάι μας, αλλά σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε μια αποστειρωμένη εκδοχή της πραγματικότητας που μπορούμε να ενεργοποιούμε και να απενεργοποιούμε όποτε μας γουστάρει. Σαν μινιατούρες, όμορφα και συμμετρικά τακτοποιημένες στη βιτρίνα του μέλλοντος, αδιάφορο αν παραδίπλα άλλες γίνονται θρύψαλα. «Αχ, πώς ομόρφυνες έτσι κοριτσάκι μου. Κι αυτό το φόρεμα πόσο σου πάει». «Γιατρός θα γίνεις αγόρι μου; Μπράβο. Να συνεχίσεις το ιατρείο του μπαμπά». «Και πού είπαμε, πουλάκια μου, ότι θα πάτε φέτος διακοπές με την παρέα σας; Στη Σαντορίνη να πάτε, που έχει ένα ηλιοβασίλεμα μούρλια». Όλα ονειρικά πλασμένα. Όλα ιδανικά προορισμένα. Όλα προσεκτικά σκηνοθετημένα. Όλα επιμελώς γυαλισμένα, όπως τα έχουμε φανταστεί, ονειρευτεί κι υποσχεθεί. Παραδομένοι στην κοσμάρα μας, σε έναν πλανήτη που μοιάζει να καταρρέει, για να μην ακούσουν, να μη δουν, να μη φοβηθούν, να μη ξεβολευτούν, να μη συνειδητοποιήσουν, να μη μεγαλώσουν τα παιδιά. Το συνιστούν οι περισσότεροι κατασκευαστές συνειδήσεων.

Κι όμως, σε έναν κόσμο γεμάτο ρωγμές, η ουσία δεν βρίσκεται σε όσα κρύβονται στα ερείπια, αλλά σε όσα ξεπροβάλλουν μέσα από αυτά. Να ακούσουν, λοιπόν, τα παιδιά. Διαφωνίες, απόψεις, μαρτυρίες και μαρτύρια, άγνωστες λέξεις και βαριές σιωπές, πρόχειρα συμπεράσματα κι απλοϊκές αναλύσεις, τον κόσμο όπως βράζει και όχι όπως τους τον σερβίρουμε, χλιαρό, νερωμένο, φτιασιδωμένο από καλούς και κακούς σαν παραμύθι νηπιαγωγείου. Να ακούσουν, μπας και καταλάβουν ότι στον πόλεμο, σε κάθε πόλεμο, η πρώτη απώλεια είναι η αλήθεια. Πώς το έλεγε ο Eduardo Galeano; «Οι πόλεμοι λένε ψέματα επικαλούμενοι πάντα ευγενείς λόγους. Σκοτώνουν στο όνομα της ειρήνης, στο όνομα του πολιτισμού, στο όνομα της προόδου, στο όνομα της δημοκρατίας. Κανένας πόλεμος δεν έχει την ειλικρίνεια να ομολογήσει ότι σκοτώνει για να κλέψει.»

Να δουν τα παιδιά. Τα σπίτια που γίνονται συντρίμμια, τους ανθρώπους που τρέχουν πανικόβλητοι χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν, τα παιχνίδια που κείτονται στη μέση ενός δωματίου, τις σειρήνες που ουρλιάζουν μέσα στη νύχτα, τα κορμιά που χάνονται κάτω από τη σκόνη, τις φωνές που κόβονται απότομα, την αγωνία στα πρόσωπα, την ικεσία στα βλέμματα. Να δουν, μπας και καταλάβουν πόσο αδυσώπητο είναι το πρόσωπο του πολέμου. Πώς το έλεγε ο Ernest Hemingway; «Ποτέ μη νομίζεις ότι ο πόλεμος, όσο αναγκαίος ή δικαιολογημένος κι αν φαίνεται, δεν είναι έγκλημα.»

Να συνειδητοποιήσουν τα παιδιά. Ότι το κακό δεν μένει εκεί που πέφτουν οι βόμβες. Συνεχίζει. Περνά σύνορα, μπαίνει στα σπίτια μας, κάθεται στο τραπέζι μας, ορίζει τους λογαριασμούς μας, σβήνει φώτα, παγώνει καλοριφέρ, αδειάζει πορτοφόλια, ακυρώνει σχέδια, μετακινεί ζωές, εξαφανίζει δουλειές, μετρά ανοχές και αντοχές. Να συνειδητοποιήσουν, μπας και καταλάβουν ότι κανένας πόλεμος δεν είναι μακριά από το κατώφλι μας, υπόθεση των άλλων. Ότι πάντα βρίσκει τρόπο να γίνει και δικός μας. Πώς το έλεγε ο Jean-Paul Sartre; «Όταν οι πλούσιοι κάνουν πόλεμο, οι φτωχοί πεθαίνουν.»

Να φοβηθούν τα παιδιά, για να αντιληφθούν μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν ξεπερνά τα όριά του, πόσο εύκολα παίζει να γκρεμιστεί ό,τι μοιάζει ακλόνητο, πόσο γρήγορα γίνεται να τελειώσει ένα αύριο που νομίζαμε παντοτινό, πόσο λίγο χρειάζεται για την απόλυτη καταστροφή. Να φοβηθούν, για να μην συνηθίσουν το τέρας, μπας και καταλάβουν ότι ο κόσμος δεν τελειώνει μόνος του. Τον τελειώνουμε εμείς. Εμείς είμαστε η αυτοκαταστροφή μας. Πώς το έλεγε ο Albert Einstein; «Δεν ξέρω με ποια όπλα θα γίνει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά ο Τέταρτος θα γίνει με ρόπαλα και πέτρες.»

Να μεγαλώσουν τα παιδιά. Έστω κι απότομα, όπως το απαιτούν οι καιροί και οι ισχυροί. Για να μπορέσουν να αντισταθούν στην παράνοια. Να μεγαλώσουν για να προλάβουν να διακρίνουν το δίκαιο από το βολικό, την αλήθεια από το ψέμα, την ανθρωπιά από τη θηριωδία. Να μεγαλώσουν για να θυμούνται, να κρίνουν, να αμφισβητούν, να αντέχουν. Να μεγαλώσουν για να μη συμβιβάζονται με τίποτα λιγότερο από την ειρήνη. Να μεγαλώσουν για να μη γίνουν σαν εμάς. «Γλυκάκι θα πάρετε;»

Photo credit: IMDb