Δεκαετία του ’80, ξημέρωμα σε κάποιο χωριό της Μεσσηνίας. Οι μνήμες σκάνε μέσα μου σαν βεγγαλικά, έχουν λάμψη και φωνές: «Έλα μικρή στην αποθήκη του «καπετάνιου» να δεις πώς φτιάχνουνε τ’ αγόρια τις σαΐτες. Μην πας όμως πολύ κοντά και μας βρει κανένα κακό». Πηγαίνω κοντά, όσο πιο κοντά μπορώ, ξεγελώντας υποσχέσεις κι ενήλικες ματιές. Μυρίζει μπαρούτι και πετρέλαιο, στον αέρα πλανώνται άγνωστες λέξεις όπως «χαρμάνι», «στουπί» κι «εγγλέζα», μαζί με στάχτη που κολλάει στα χέρια και στο λευκό φουστάνι της Λαμπρής. Η μάνα μου ουρλιάζει «Πώς έγινες έτσι παιδάκι μου; Φύγε από κει, δεν έχω άλλα ρούχα!», η φωνή των αντρών είναι πιο δυνατή: «Ανάψτε τον ξυλόφουρνο να ψήσουμε τις σαΐτες. Έχει υγρασία και το χαρμάνι πρέπει να γίνει δυνατό».

Διαβάστε ακόμα: Να μην κρυφτείς απ’ τα παιδιά

Δευτέρα του Πάσχα, Δευτέρα εκείνων των Πάσχα. Η γιορτή των ντόπιων. Το θέαμα των «ξένων». Με τον κίνδυνο καλά κρυμμένο, αθόρυβο μέσα στην έξαψη, καμουφλαρισμένο πίσω από τον μανδύα της παράδοσης. Ανεβασμένη στην κερκίδα ενός γηπέδου, ανάμεσα σε πλήθος κόσμου, κοιτάζω αγόρια, άντρες και παππούδες να σφηνώνουν ένα αναμμένο τσιγάρο στην κορυφή της σαΐτας τους κι εκείνη να παίρνει μαζί τους φωτιά. Μοιάζουν να καίγονται, φιγούρες στροβιλισμένες σε φλόγες, ο καπνός σβήνει τη μορφή τους, μάτια δακρυσμένα από το τσούξιμο, «Άκου τη σαΐτα πώς μιλάει», παρατεταμένο χειροκρότημα, «Αυτή, μικρή, είναι η θρησκεία μας, η ομορφιά μας, η περηφάνια μας. Του χρόνου θα φτιάξουμε και σε σένα μια παιδική», «Μην της λέτε τέτοια! Είναι κορίτσι πράμα. Οι σαΐτες δεν είναι παιχνίδι, είναι “όπλο” που αν δεν το δουλέψεις σωστά μπορεί να πάθεις μεγάλο κακό…». Το κακό συνέβη. Όχι μία φορά. Πολλές. Σε έναν νεαρό που λαμπάδιασε ολόκληρος κι επέζησε από τύχη, σε κάποιο παιδί που έχασε τα δάχτυλά του και σε κάποιο άλλο που σώθηκε από θαύμα, όταν μια σαΐτα έφυγε, έσπασε το παντζούρι κι έσκασε δίπλα στο κρεβάτι όπου κοιμόταν. Η επόμενη τραγωδία σταθερά προ των πυλών. Κι όμως, κανείς δεν το έβλεπε έτσι. Για τους περισσότερους ήταν και είναι απλώς «μια κακιά στιγμή». Κάτι που συνέβη. Μέχρι να ξανασυμβεί.

Τέλος της εφηβείας, Πάσχα σε ένα νησί του Ανατολικού Αιγαίου, με φίλους και με εκείνη την αίσθηση παντοδυναμίας που σε κάνει να πιστεύεις πως τίποτα κακό δεν μπορεί να σου συμβεί. Η ώρα πλησιάζει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Στεκόμαστε απέναντι από την εκκλησία, στριμωγμένοι μέσα στον κόσμο που περιμένει το «Χριστός Ανέστη». Λίγο πριν οι καμπάνες σημάνουν Ανάσταση, ρουκέτες ξεκολλούν από τη γη και σκίζουν τον αέρα με έναν ήχο που δεν μοιάζει με γιορτή αλλά με πόλεμο. Κάποιες περνούν δίπλα μας, πάνω από τα κεφάλια μας, καρφώνονται σε τοίχους, στέγες, καμπαναριά. Σκύβουμε, ουρλιάζουμε, τρέχουμε, χτυπάμε πόρτες για να προφυλαχτούμε, ικετεύοντας για βοήθεια. Μία ηλικιωμένη κείτεται λιπόθυμη στον δρόμο. «Ελάτε ρε παιδιά, μην κάνετε έτσι. Αναπνέει. Ήταν απλώς μια κακιά στιγμή.» Κάτι που συνέβη. Μέχρι να ξανασυμβεί.

Χρόνια μετά, κάποιο Πάσχα στις Κυκλάδες, βραδιά της Ανάστασης, κρατάω το ένα παιδί μου από το χέρι και το δεύτερο στην αγκαλιά. Η ώρα πλησιάζει δώδεκα, το πλήθος πυκνώνει, τα κεριά ανάβουν, οι φωνές χαμηλώνουν για μια στιγμή, όσο χρειάζεται για να πιστέψεις ότι ίσως αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς. Δεν είναι. Οι πρώτοι κρότοι σβήνουν τη φωνή του παπά και τότε συμβαίνει το αδιανόητο. Κάποιοι κουφιοκέφαλοι κλείνουν τις πόρτες της εκκλησίας και αρχίζουν να πετούν βαρελότα στο εσωτερικό της. Επικρατεί πανικός, μάνες ουρλιάζουν, μωρά σπαράζουν στο κλάμα, μικρά παιδιά τρέχουν πανικόβλητα, σώματα σπρώχνονται βίαια προς κάθε κατεύθυνση. Σφίγγω τα παιδιά μου δυνατά, υπολογίζω αποστάσεις, κινήσεις, κινδύνους, ψάχνω έξοδο για να φύγουμε ζωντανοί. Και μέσα σε αυτόν τον πένθιμο θόρυβο μιας «γιορτής» που κάποιοι, δεκαετίες τώρα, μετατρέπουν σε κόλαση, δίνω έναν όρκο: αυτή είναι η τελευταία φορά που θα πάω στην Ανάσταση. «Έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι; Ήταν απλώς μια κακιά στιγμή». Κάτι που συνέβη. Μέχρι να ξανασυμβεί.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μαζί με τους πανικούς, τους τραυματισμούς, τους ακρωτηριασμούς, ακόμη και τους θανάτους που γεννούν αυτές οι πρακτικές, το άλλοθι της «κακιάς στιγμής» δεν λέει να αλλάξει. Η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε Πάσχα ευλαβικά, με την ίδια ένταση και την ίδια ακρίβεια. Πιστοί τρέχουν αλαφιασμένοι για να σωθούν, τα δελτία ειδήσεων γεμίζουν με σκηνές χάους, ενώ οι προειδοποιήσεις των αρχών, οι κατασχέσεις χιλιάδων κροτίδων και οι συλλήψεις της τελευταίας στιγμής μοιάζουν περισσότερο με ρουτίνα παρά με λύση. Σαν να είναι δεδομένο ότι θα ξανασυμβεί. Σαν να μην υπάρχει κανείς να το σταματήσει.

«Είναι έθιμο», λένε κάποιοι, και όλοι εμείς οφείλουμε να το ανεχτούμε. Όχι. Δεν είναι έθιμο. Είναι ένα σκηνικό σταύρωσης, πανικού, τρέλας, παραλογισμού και τζάμπα μαγκιλικιού. Είναι ένα πανηγυράκι ακατέργαστων συναισθημάτων που παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από ζωώδεις συμπεριφορές. Είναι μια κατάθεση βάρβαρων και δολοφονικών ενστίκτων με προσωπείο γιορτής. Είναι η κανονικοποίηση του κινδύνου και η κακοποίηση χιλιάδων ανθρώπων που θέλουν να γιορτάσουν αυτή τη νύχτα. Είναι τα πάντα εκτός από το αληθινό νόημα της Ανάστασης: την ελπίδα ότι η ζωή μπορεί να νικήσει κάθε φόβο.

Photo credit: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ