Είσαι νοικοκυρά; Τιμή (σου) και καμάρι (μας )!

Μια γυναίκα τόλμησε να δηλώσει ευτυχισμένη ως νοικοκυρά. Και ο φεμινισμός του τηλεοπτικού καναπέ την πέταξε στο πυρ το εξώτερον. Αχού και δεν μας νοιάζει.
Σήκωσε το βλέμμα, ίσιωσε την πλάτη και ξεστόμισε τη δική της αλήθεια: «Είμαι νοικοκυρά.» Και ξαφνικά, σαν να έβγαλε χειρόγραφο του Μεσαίωνα. Ανακοινώσεις, αναλύσεις, αναθέματα, τηλεοπτικά κραξίματα, πόλεμος διαδικτυακός. Σα να είπε ότι προωθεί την υποδούλωση των γυναικών, απαρνιέται τη γυναικεία χειραφέτηση, προδίδει τις Σουφραζέτες και καίει τα πτυχία της — για να φτιάχνει κεφτέδες.
Πετάχτηκαν από παντού οι «προοδευτικές». Με το φρύδι σηκωμένο και βλέμμα γεμάτο φώσφορο, να της εξηγήσουν πόσο εγκληματικό είναι, εν έτει 2025, να μη θες να κυνηγάς καριέρα, αλλά να μεγαλώνεις παιδιά.
Της (και μας) εξήγησαν, φυσικά, τι σημαίνει πραγματική ελευθερία: Να έχεις αφεντικό. Να έχεις 8ωρο.
Να επιστρέφεις σπίτι κουρέλι κάθε βράδυ και να μαγειρεύεις — μπας και κρατήσεις και το image της superwoman που όλα τα μπορεί, τα (ά)παντα προλαβαίνει. Γιατί, βλέπεις, το να έχεις αφιερωθεί στην οικογένειά σου σε ακυρώνει. Είναι ανεπαρκές, απαρχαιωμένο, σχεδόν απρεπές.
Διαβάστε ακόμη: Soft girls | H άνοδος της νοικοκυράς
Και τότε άρχισα να ταξιδεύω. Σε μία από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής μου, πλάι στη γυναίκα που ήθελα να μοιάσω. Τη γιαγιά μου. Τη νοικοκυρά. Τη δούλα και κυρά. Εγώ, καθισμένη στο πάτωμα της κουζίνας να την παρακολουθώ. Με τον κότσο της πιασμένο σφιχτά, το χαμόγελο της πλατύ, τα χέρια της ακούραστα. Όλα τα μπορούσε, όλα τα πρόκαμε. Σαν μια νεράιδα που με ένα αόρατο μαγικό ραβδί έφτιαχνε παγωτό καϊμάκι «για σένα τζιέρι μου», μαγείρευε τρία τέσσερα καζάνια φαγητό «η μαμά και ο μπαμπάς δουλεύουν», σιδέρωνε πουκάμισα κολλαριστά «να’ ναι όμορφος ο παππούς», άστραφτε πατώματα «τα παπούτσια έξω από το σπίτι». Το δέρμα της μύριζε κολόνια λεμόνι, «Μυρτώ» πρέπει να ήταν, τα χέρια της δυόσμο από τους κεφτέδες, η αγκαλιά της υπομονή και γαλήνη «έλα τζιέρι μου, να μου πεις το μάθημα άλλη μια φορά να το μάθεις καλύτερα, να μάθω κι εγώ».
Κι ύστερα, βόλτες μαζί, και μπάνιο στη θάλασσα παρέα, και συζητήσεις ατέλειωτες στο πνιγμένο απ’ τις λεβάντες μπαλκόνι, και συμβουλές πολλές και γέλια αστείρευτα και πασατέμπο μπόλικο τα βράδια, κι εγώ, μόνη ποτέ.
Σαν την γιαγιά ήθελα να γίνω όταν θα μεγάλωνα. Δούλα και κυρά. Κι αφέντρα, στήριγμα, καπετάνισσα, πυλώνας, ψυχή (όπως θες πες το) μιας ολόκληρης οικογένειας.
Δεν έγινα. Υπερίσχυσε η διαρκώς αγχωμένη φωνή της μαμάς που υπαγόρευε να διαβάζω για να σταθώ στα πόδια μου. Για να μην στηριχθώ στις πλάτες «κανενός κερατά». Για να μη μείνω «στο σπίτι» και καταντήσω —το έλεγε σχεδόν ψιθυριστά, σαν κάτι βρώμικο— νοικοκυρά. Έγινα αυτό που ήθελε. Διάβασα, σπούδασα, πήρα και μεταπτυχιακό, στις αρχές του διδακτορικού μου επέστρεψα από τη Γαλλία, ως το καμάρι του σογιού. Άρχισα να δουλεύω. Σκληρά. Παλεύοντας κάθε μέρα να φτάσω από απ’ τη μια άκρη στην άλλη ξετυλίγοντας το νήμα της επιτυχίας και της τάχα μου ανεξαρτησίας. Έπιασα δουλειά. Καλή. Ύστερα κι άλλη, καλύτερη. Έδωσα μάχες ανελέητες. Κέρδισα, έχασα, φώναξα διπλά για να μετρήσει η φωνή μου, πήρα προαγωγή. Κι ύστερα παντρεύτηκα, έκανα παιδιά και στο σημείο αυτό, ακριβώς στο σημείο αυτό, ξεκίνησα να μένω μετεξεταστέα. Που; Σε αυτό που λέγεται οικογένεια.
Διαβάστε ακόμη: Προσοχή! Μπαμπάς…
Έχασα πολλά. Τις στιγμές που ο γιος μου και η κόρη μου είπαν τις πρώτες τους λέξεις. Τις ώρες που κάθονταν στον καναπέ χωρίς να λένε τίποτα — κι όμως εννοούσαν τόσα. Το να με ρωτούν αν θέλω να παίξουμε, γιατί ήξεραν την απάντηση: «Δεν προλαβαίνω. Έχω δουλειά. Αργότερα…» Το να φτιάχνουμε μαζί κέικ και κουλουράκια, γεμίζοντας το πάτωμα με αυγά και αλεύρι. Τις γιορτές στο σχολείο. Τις ενημερώσεις των καθηγητών. Το μεσημεριανό που πάντα στρώνεται χωρίς εμένα. Τα απογεύματα που, από το facetime, τα άκουγα και τα ακούω να μου λένε «σήμερα μαμά περάσαμε ωραία», αλλά εγώ δεν ήμουν εκεί. Το να γνωρίζω πάντα στην ώρα τους (κι όχι ετεροχρονισμένα) την κάθε τους φάση, την κάθε τους μικρή νίκη, την κάθε τους χαρά, την κάθε τους λύπη. Έχασα και χάνω κι άλλα. Την τρυφερότητα της καθημερινότητας με ένα ποτήρι κρασί παρέα με τον άντρα μου στο σαλόνι. Φίλους κι εκδρομές που περιμένουν ή ακυρώνονται λόγω έκτακτης σύσκεψης. Κομμάτια ολόκληρα του εαυτού μου, που τα κοιτάζω να φεύγουν μπροστά μου χωρίς να μπορώ πλέον να τα φτάσω. Τα βλέμματα τους που, όσο περνούν τα χρόνια, αισθάνομαι κι αισθάνονται πως με βρίσκουν πάντα απασχολημένη. Και κυρίως — την υπομονή μου, πιο συχνά απ’ όσο θα’ θελα, γιατί άλλη ήθελα να είμαι…
Και όσο κι αν αγαπώ τη δουλειά μου, όσο κι αν με γεμίζει, κάτι μέσα μου ζηλεύει όσες είχαν το θάρρος να πουν «εγώ θα μείνω εδώ. Γιατί θέλω. Και γιατί μπορώ». Ζηλεύω τις νοικοκυρές. Τις κανονικές. Εκείνες που κρατούν όρθιο το σπίτι, που έχουν απαντήσεις χωρίς προχειροσυνταγές, που μυρίζουν φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, όχι άγχος. Αυτές που μεγαλώνουν ανθρώπους, όχι στατιστικά. Που δεν φοβούνται να τις χαρακτηρίσουν ένα «τίποτα» επειδή ξέρουν καλά πως είναι τα πάντα. Ναι. Τις ζηλεύω. Και τις θαυμάζω.
Γιατί ενώ εγώ κυνηγάω στόχους, εκείνες χτίζουν σταθερότητα. Γιατί ενώ εγώ δίνω λόγο στον προϊστάμενο, εκείνες δίνουν παρουσία στην οικογένειά τους. Γιατί ενώ εγώ χρειάζομαι υπενθυμίσεις, εκείνες είναι οι ίδιες το υπενθυμιστικό: πως το σπίτι δεν είναι ούτε παγίδα, ούτε πισωγύρισμα. Είναι επιλογή. Και η επιλογή θέλει κότσια. Γι’ αυτό — σε όλες εσάς που βγήκατε με το νύχι στην πένα και το δόντι ακονισμένο να φάτε τη γυναίκα που είπε «είμαι νοικοκυρά» — σας έχω μία συμβουλή: Κοιτάξτε τη δουλειά σας. Εκείνη που τόσο πολύ αγαπάτε. Εκείνη που τόσο σθεναρά υπερασπίζεστε. Εκείνη που τόσο ευτυχισμένη σας κάνει. Εκείνη που σας κρατά τόσες ώρες μακριά απ’ τα σπίτια σας, γιατί έτσι σας αρέσει. Και αφήστε τις άλλες να αγαπούν το δικό τους έργο. Το άμισθο. Το σιωπηλό. Και το πέρα για πέρα πιο ουσιαστικό από το δικό μου και το δικό σας. Γιατί έτσι τους αρέσει…
Photo credit: Istock