«Δώστε μου tablet και κινητό τώρα (!) κι ανοίξτε κάνα βιβλίο να ξεστραβωθείτε!» Φωνή απελπισίας, τόνος υστερικός, βλέμμα κεραυνοβολημένο, φράση, κατά το ήμισυ, κλεμμένη. Από γενιά σε γενιά, από μάνα σε κόρη, από το παρελθόν σε ένα μέλλον που μοιάζει να μην θέλει να την ακούσει.

Στη μία άκρη του σαλονιού εγώ –με το ένα χέρι στη μέση και το άλλο να εκτοξεύει χειρονομίες που χάνονται στο κενό–. Στην άλλη, εκείνα. Τα παιδιά μου. Ο μεγάλος στον καναπέ με το κινητό κολλημένο στο χέρι, η μικρή ξαπλωμένη στο πάτωμα με το tablet αγκαλιά. Βυθισμένα σε έναν κόσμο ημίγυμνο από διάβασμα, τσίτσιδο από το πατροπαράδοτο «Μαμά, έλα να μου εξηγήσεις».

Διαβάστε ακόμη: Πού πάνε οι φιλίες σου όταν χωρίζεις (από αυτές)

«Πόσες φορές σας έχω πει ότι το κινητό δεν είναι προέκταση του χεριού σας; Πόσες φορές πρέπει να σας πω πως αν δεν διαβάσετε, τίποτα δεν θα κάνετε στη ζωή σας; Μέσα γρήγορα! Και τα κινητά εδώ, πάνω στο τραπέζι! Να τα βλέπω!». Ο μεγάλος σηκώνει το βλέμμα βαριεστημένα. «Περίμενε λίγο, ανεβάζω κάτι στο site μου.» Η μικρή, μονολογεί χωρίς καν να με κοιτάξει: «Πέντε λεπτά μόνο! Να τελειώσω το ξενοδοχείο που χτίζω!». Τα χέρια τώρα «κουμπώνουν» στη μέση: «Α, μάλιστα! Ο ένας επιχειρηματίας του διαδικτύου, η άλλη αρχιτεκτόνισσα της Silicon Valley… Συγγνώμη κιόλας! Μην αφήσετε το διάβασμα να σας αποσπάσει από την πολυεθνική σας καριέρα! Μέσα, είπα!»

Ασυναίσθητα, το βλέμμα μου συναντά το είδωλό μου, αποτυπωμένο καθαρά στη μεγάλη τζαμαρία του σαλονιού. Όχι. Δεν είμαι εγώ αυτή. Όχι. Δεν μπορεί να είμαι εγώ αυτή. Αυτή η στάση με τα χέρια στη μέση είναι της μάνας μου. Και αυτά τα φλογισμένα μάτια, δικά της είναι. Και οι νουθεσίες, και οι υστερίες, και οι φωνές για το διάβασμα, και οι απειλές για το μέλλον, όλα βγαλμένα από εκείνη είναι.

Κλείνω τα μάτια και επιστρέφω στην εφηβεία μου. Τότε που έδινα όρκους πως «δεν θα γίνω σαν εσένα, μαμά». Τότε που τσακωνόμασταν γιατί χαράμιζα ώρες ατελείωτες στο τηλέφωνο και προτιμούσα τις βόλτες με τις φίλες μου από τις εξισώσεις, το κάλιο, το νάτριο και τους νόμους του Νεύτωνα. «Τα δικά μου παιδιά δεν θα τα πιέζω, δεν θα τα καταπιέζω, δεν θα τους λέω συνέχεια «διάβασε!» Ελεύθερα θα είναι να ανακαλύψουν μόνα τον δρόμο τους!»

Διαβάστε ακόμη: Γυναίκα αφεντικό | Σκύλα ή επιζήσασα;

Κι όμως. Δεν έγινα απλώς σαν τη μάνα μου. Εγώ τις φωνές, τις απειλές και τις υστερίες τις απογείωσα – μια απεγνωσμένη επιχείρηση, χωρίς να καταλαβαίνω καν ποιον θέλω να νικήσω. Εκείνη, τουλάχιστον, ήξερε τους εχθρούς της: την τηλεόραση που θα με αποβλάκωνε, το walkman που θα με κούφαινε, το τηλέφωνο που θα μου έκαιγε τον εγκέφαλό, τα περιοδικά που θα με χάζευαν – εχθροί απτοί, με σύρματα, κουμπιά, σελίδες, που μπορούσε εύκολα να πιάσει και να κατατροπώσει. Εγώ, εσύ, εμείς, παλεύουμε όμως με κάτι άπιαστο. Έναν αόρατο εχθρό που δεν κάνει θόρυβο, δεν καταλαμβάνει χώρο κι εμφανίζεται παντού πριν ακόμη το καταλάβεις, αλλάζοντας διαρκώς μορφή. Σήμερα βίντεο, αύριο παιχνίδι, μεθαύριο μια εφαρμογή που μεταλλάσσεται σαν ιός με χρώματα, τραγούδια, και φίλτρα που ζαλίζουν. Κι εγώ/ εσύ/ εμείς; Φωνάζουμε όλο πιο δυνατά, κινούμαστε όλο και πιο εμμονικά, απέναντι σε έναν εχθρό που είμαστε πολύ μεγάλες για να κατανοήσουμε και πολύ μικρές για να επικρατήσουμε.

Ναι. Τα σημερινά παιδιά δεν ξεφυλλίζουν εγκυκλοπαίδειες, αλλά κρατούν όλη τη γνώση του κόσμου στην παλάμη τους – φωτεινή, άμεση, έτοιμη να απαντήσει στο παραμικρό τους «γιατί;». Δεν γεμίζουν σελίδες με σκέψεις και σημειώσεις, αλλά εκφράζονται με memes, βίντεο και posts που ταξιδεύουν στον κόσμο πριν καν προλάβεις να συνειδητοποιήσεις τι σημαίνει «virality». Δεν περνούν την ώρα τους με φίλους στη γειτονιά, αλλά δημιουργούν ολόκληρες κοινότητες που αψηφούν τα χιλιόμετρα.

Kοιτώντας τα με δυσπιστία χάνουμε την ευκαιρία να μάθουμε απ’ αυτά. Να δούμε τον κόσμο τους, όχι όπως τον φανταζόμαστε, αλλά όπως είναι στ’ αλήθεια.

Μήπως τελικά εμείς δεν βλέπουμε καθαρά όσα κοιτάζουν τα δικά τους μάτια; Άρθρα, έρευνες, ψηφιακά βιβλία που γίνονται γνώση πριν προλάβουμε καν να πούμε «κλείσ’ το». Μαθαίνουν να προγραμματίζουν, να αποκρυπτογραφούν τον ψηφιακό κώδικα του μέλλοντος, ενώ εμείς ακόμη παλεύουμε να βρούμε ποιο καλώδιο κουμπώνει στο router. Συνομιλούν με ανθρώπους σε τόπους μακρινούς, ανταλλάσσουν ιδέες, ανακαλύπτουν ιστορίες στα πέρατα της γης. Σαν να ανοίγεις ένα παράθυρο και –φου!– να φυσάει μέσα όλος ο κόσμος. Φτιάχνουν ταινίες, συνθέτουν μουσικές, σχεδιάζουν έργα που κάποτε απαιτούσαν ολόκληρα στούντιο. Άκουγα προχθές τη μικρή να μου εξηγεί τι είναι το «storytelling»– κι εγώ θυμήθηκα τα απογεύματα που σουλατσάραμε στη γειτονιά. Είναι το ίδιο; Όχι. Είναι χειρότερο; Ή μήπως απλώς… αλλιώτικο;

Ξέρεις τι φοβάμαι; Ότι κοιτώντας τα με δυσπιστία χάνουμε την ευκαιρία να μάθουμε απ’ αυτά. Να δούμε τον κόσμο τους, όχι όπως τον φανταζόμαστε, αλλά όπως είναι στ’ αλήθεια. Μήπως, τελικά, το θέμα δεν είναι να απομακρύνουμε τα παιδιά από τις οθόνες – αλλά να τα ρωτήσουμε: «Τι βλέπετε εκεί μέσα που εγώ δεν μπορώ να δω;» Η τεχνολογία δεν είναι ούτε φίλος ούτε εχθρός. Είναι ένα καράβι. Και τα παιδιά αυτά που μεγαλώνουν σε έναν κόσμο που αλλάζει πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούμε να ακολουθήσουμε, έχουν ήδη σαλπάρει. Το μόνο που μένει είναι να αποφασίσουμε: θα μείνουμε στην προβλήτα κοιτώντας το πλοίο να απομακρύνεται ή θα πηδήξουμε μέσα, έστω την τελευταία στιγμή, σαν από πάντα, έτοιμοι να ανακαλύψουμε νέους κόσμους;

Photo credit: Istock