Ο Τόμας Χομπς με το μνημειώδες φιλοσοφικό έργο του «Λεβιάθαν» (1651) υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως εγωιστής. Το καθοριστικό, δηλαδή, γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης είναι ο εγωισμός ή αλλιώς η «ορμή της αυτοσυντήρησης». Το γεγονός, μάλιστα, ότι τα ανθρώπινα κίνητρα οδηγούνται -σύμφωνα με τη φύση τους- αποκλειστικά από το προσωπικό συμφέρον, θα μπορούσε να έχει ανεξέλεγκτα καταστροφικές συνέπειες. η ζωώδης πλευρά του ανθρώπου.

Για να υπάρχει, λοιπόν, η κοινωνική ειρήνη, ο Χομπς αντιλαμβάνεται ως μόνη λύση τον Λεβιάθαν, το Κράτος, στο οποίο δίνει το μονοπώλιο της εξουσίας. Ειδάλλως θα κυριαρχεί παντοτινά η αναρχία, η επιθετικότητα και η ωμή βία, όπου ο θύτης ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί στη θέση του θύματος, με την ορμή της αυτοσυντήρησης να επιβάλλεται ολοκληρωτικά στην κοινή λογική. Σε κάθε περίπτωση, όταν επικρατεί η ζωώδης πλευρά του ανθρώπου, ακόμη και τα πλέον ασύλληπτα εφιαλτικά σενάρια είναι πιθανά, με τον πιο αδύναμο να γίνεται στόχος και τον εξωτερικό κόσμο να απειλεί να συντρίψει την ατομική ελευθερία και την κάθε έννοια αξιοπρέπειας.

Διαβάστε ακόμη:  Ρέι Μπράντμπερι | Το δέντρο των Αγίων Πάντων

Σε αυτόν τον χώρο απουσίας της Λογικής και του Κράτους, σε ένα κόσμο πρωτόγονο και αγροίκο, φόβου και ωμότητας, αυθαίρετης κακίας και αδιανόητης επιθετικότητας, εστιάζει ο Γιέρζι Κοζίνσκι στο αριστουργηματικό μυθιστόρημά του «Το βαμμένο πουλί», με το ζητούμενο να γίνεται η απονενοημένη προσπάθεια για επιβίωση με κάθε μέσον. Εξάλλου, με την έννοια της ηθικής -στην ουσία- απούσα, δεν υπάρχει καλό και κακό, σωστό ή λάθος, όλα είναι θεμιτά, ακόμη και η πλέον φριχτή και τρομακτική πράξη που ξεπερνάει και την πιο ασυνήθιστα διεστραμμένη φαντασία.

Η ιδέα για αυτό το μυθιστόρημα γεννήθηκε στον συγγραφέα όταν διαπίστωσε ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πολλοί εκείνοι που πίστευαν πως οι τερατωδίες των Ναζί ήταν υπερβολές των ιστορικών. Έχοντας ο ίδιος πικρή εμπειρία από τη σκοτεινή πλευρά του ανθρωπίνου είδους -αφού είδε απερίγραπτα περιστατικά να συντελούνται μπροστά στα μάτια του εκείνα τα χρόνια- αποφάσισε κάτι εξαιρετικά επώδυνο: να αποτυπώσει το «απερίγραπτο», να αποδώσει αυτές ακριβώς τις εκτός ελέγχου καταστροφικές συνέπειες, στις οποίες αναφέρθηκε ο Χομπς όταν
τις εξόρκιζε με τον Λεβιάθαν. Για να αποδώσει ο Κοζίνσκι την απάνθρωπη κατάσταση σε όλη της την έκταση -στα απροσμέτρητα βάθη και τις ιλιγγιώδεις εκφάνσεις της- επέλεξε να απεικονίσει τον άνθρωπο στην πιο ευάλωτη κατάστασή του, ως παιδί, και την κοινωνία στην πιο θανάσιμη μορφή της, σε κατάσταση πολέμου.

Το «Βαμμένο πουλί» εκτυλίσσεται αορίστως στην ανατολικοευρωπαϊκή ενδοχώρα, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με κεντρικό χαρακτήρα ένα εξάχρονο αγόρι το οποίο οι γονείς του το στέλνουν έναντι αμοιβής σε μια ανάδοχη οικογένεια, μακριά από την πόλη, για να διασφαλίσουν την επιβίωσή του. Όμως, η γυναίκα που το φρόντιζε πέθανε λίγο μετά την άφιξή του και το παιδί απέμεινε να περιπλανιέται ολομόναχο, από χωριό σε χωριό, ζώντας τη δική του οδύσσεια, ή αλλιώς την κάθοδο στην Κόλαση.

Πρωτόγονες συνθήκες
Τα εντελώς απομονωμένα χωριά στα οποία έμελλε να περιφέρεται για τέσσερα χρόνια, είχαν διαφορετική εθνική σύνθεση από τη γενέτειρά του – οι χωρικοί ήταν ανοιχτόχρωμοι με ξανθά μαλλιά, ενώ το αγόρι ήταν σκουρόχρωμο και έμοιαζε με Εβραιόπουλο, με μαύρα μάτια και σκούρα μαλλιά. Με την προσφορά ασύλου σε Εβραίους να επισύρει αυστηρότατες ποινές από τους Γερμανούς, αλλά και με τη γενικευμένη αναρχία να κυριαρχεί στις πρωτόγονες συνθήκες ζωής των χωρικών, το αγόρι γνωρίζει μία άνευ όρων ακραία απανθρωπιά.

Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι η ύπαρξή του μπορεί να συνεχιστεί μόνο με τον αποχωρισμό της από τους άλλους και -βέβαια- με τον διωγμό των άλλων: εδώ, η αίσθηση του εγώ βασίζεται αποκλειστικά στη βία, με τη μοναδική επιθυμητή χαρά να είναι η απουσία του πόνου! Ιδιαίτερα σημαντική είναι, επομένως, η μεταμόρφωση του ίδιου του παιδιού μέσα από αυτή την αδιάκοπη έκθεση στη βία. Το αγόρι δεν αποτελεί απλώς έναν αθώο παρατηρητή της ανθρώπινης θηριωδίας, αλλά σταδιακά εσωτερικεύει τους κανόνες του κόσμου που το περιβάλλει. Η επιβίωση απαιτεί καχυποψία, σκληρότητα, απομόνωση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την υιοθέτηση της ίδιας βίας που αρχικά το θυματοποιεί.

Έτσι, ο Κοζίνσκι παρουσιάζει έναν φαύλο κύκλο: ο άνθρωπος γίνεται βίαιος επειδή φοβάται τη βία των άλλων και, με τη σειρά του, αναπαράγει τον φόβο που τον διαμόρφωσε με βία.
τα όρια του πολιτισμού. Υπό αυτή την έννοια, το «Βαμμένο πουλί» δεν περιγράφει μόνο τις φρικαλεότητες του πολέμου, αλλά εξετάζει βαθύτερα το πώς η απουσία κοινωνικών θεσμών, η διάλυση των ηθικών κανόνων και ο διαρκής φόβος μπορούν να μετατρέψουν τον άνθρωπο σε θύτη ή θύμα. Το έργο λειτουργεί έτσι ως σκοτεινή προειδοποίηση για τα όρια του πολιτισμού και για το πόσο εύκολα μπορεί να καταρρεύσει η ανθρώπινη συνύπαρξη όταν η βία καταστεί ο μοναδικός νόμος. Η επιβίωση μετατρέπεται τότε σε έναν αδυσώπητο αγώνα διατήρησης της ταυτότητας και της
στοιχειώδους ανθρώπινης υπόστασης. Το παιδί βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με το δίλημμα αν θα παραμείνει θύμα ή αν θα υιοθετήσει τα χαρακτηριστικά εκείνων που το καταδιώκουν. Έτσι, η βία δεν καταστρέφει μόνο το σώμα, αλλά διαβρώνει και την ψυχή, καθώς απειλεί να καταστήσει τον άνθρωπο όμοιο με εκείνους που τον βασανίζουν.

Η πλούσια τοιχογραφία του μυθιστορήματος αποκαλύπτει ένα απόκοσμο γοτθικό τοπίο που κατοικείται από τα αλλοπρόσαλλα πλάσματα μιας ζωγραφιάς του Ιερώνυμου Μπος, ενώ τα ίδια τα αποτροπιαστικά επεισόδια -σφηνωμένα μέσα σε εικόνες βίαιου σεξ και θανάτου- έρχονται με τον πρωτογονισμό και τη διαύγειά τους να εκφράσουν μία συγκλονιστική και αδυσώπητη αλήθεια: κάτω από τη λεπτή κρούστα του ανθρώπινου πολιτισμού υπάρχει -τελικά- μόνο η μαύρη άβυσσος, το αδιανόητο κενό, το απόλυτο και απροσπέλαστο τίποτα…

Μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες: 260