ΤΗΕ FASHION BIBLE CONNECTIONS Γιώργος Ελευθεριάδης: «Δημιούργησα σε μια χώρα που δεν είχε το χώμα για το δικό μου δέντρο»
Ο Γιώργος Ελευθεριάδης δεν έδωσε απλώς μία συνέντευξη. Έκανε μια βαθιά, αφοπλιστικά ειλικρινή κατάθεση ψυχής για τη μόδα, τη δημιουργικότητα, την Ελλάδα και τη σημερινή εποχή των brands και των social media.
«Δημιούργησα σε μια χώρα που δεν είχε το χώμα για το δικό μου δέντρο», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας το πώς ξεκίνησε στα 22 του χρόνια, σε μια Ελλάδα που δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει τη γλώσσα της σύγχρονης δημιουργίας. Με άγνοια κινδύνου αλλά με απόλυτη ανάγκη έκφρασης, βρέθηκε να χτίζει έναν δρόμο που δεν υπήρχε, πολύ πριν η ελληνική μόδα αποκτήσει διεθνή προσανατολισμό.
Διαβάστε ακόμη: ΤΗΕ FASHION BIBLE CONNECTIONS | 240791 – Eλένη Καββάδα: Η Ελληνίδα designer που λέει «όχι» στο AI και ντύνει τη μόδα του αύριο
Στη συζήτησή του με τη Σάντυ Τσαντάκη μιλά ανοιχτά για την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να αποδεχτεί πρώτα κάποιον «απέξω» για να τον εκτιμήσει πραγματικά εδώ. «Στην Ελλάδα πρώτα πρέπει να σε αποδεχτούν οι άλλοι για να σε εκτιμήσουν», λέει, εξηγώντας γιατί σχεδιαστές σαν τον ίδιο βρήκαν μεγαλύτερη κατανόηση στο Τόκιο και στο εξωτερικό παρά στην Αθήνα.
Ο ίδιος δεν διστάζει να σχολιάσει με σκληρή ειλικρίνεια τη σημερινή βιομηχανία της μόδας: «Οι άνθρωποι σήμερα φορούν brands για να υπάρξουν», ενώ σημειώνει πως η μόδα «δίνει το παραμύθι της δημιουργικότητας, αλλά στην πραγματικότητα πουλάει κάτι τελείως διαφορετικό». Για εκείνον, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η fast fashion, αλλά μια ολόκληρη κουλτούρα επιφανειακής επιβεβαίωσης. «Βλέπεις ανθρώπους με πανάκριβες τσάντες και ρούχα-σκουπίδια», αναφέρει.
Διαβάστε ακόμη: ΤΗΕ FASHION BIBLE CONNECTIONS | Σωτήρης Γεωργίου: «Με ενοχλεί που όλοι είναι ίδιοι»
Μιλώντας για τη νέα εποχή και τα social media, παραδέχεται πως νιώθει τυχερός που ανήκει σε μια γενιά που πρόλαβε να δημιουργήσει χωρίς τη διαρκή ανάγκη αποδοχής. «Η γενιά μας δημιούργησε για να εκφραστεί. Σήμερα πολλοί δημιουργούν για να ευχαριστήσουν τους άλλους», λέει, σε μία από τις πιο δυνατές στιγμές της συνέντευξης.
Παράλληλα, μιλά με συγκίνηση για τους νέους ανθρώπους που πέρασαν δίπλα του και για τη «Σχολή Ελευθεριάδη», όπως πολλοί αποκαλούν την επιρροή του στη νέα γενιά δημιουργών. «Το πιο σημαντικό που έκανα ήταν να βλέπω κάθε άνθρωπο ξεχωριστά», εξηγεί. Και όταν η συζήτηση φτάνει στο σήμερα, η απάντησή του αποκτά σχεδόν φιλοσοφική διάσταση: «Η μόδα δεν είναι μόνο ρούχα. Είναι φιλοσοφία και ηθική». Ίσως όμως η πιο ανθρώπινη στιγμή έρχεται στο τέλος, όταν καλείται να δώσει μια συμβουλή στον νεότερο εαυτό του: «Να δίνω περισσότερο χρόνο σε εμένα».
Γιώργο, καλώς όρισες στη Βίβλο της Μόδας.
Καλώς σας βρήκα.
Πoιο θα ήταν αυτό το πρώτο κεφάλαιο στη δική σου Βίβλο;
Νομίζω θα έλεγα το ότι ξεκίνησα πάρα πολύ μικρός. Αυτό ήταν κάτι που έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο. Δηλαδή ξεκίνησα σε ηλικία που δύσκολα ξεκινάς να έχεις μια επιχείρηση.
Σε ποια ηλικία;
Εικοσιδύο στα 23. Βρέθηκα σε μια κατάσταση που το πραγματικό και το ονειρικό και το θέλω με τα πρακτικά ήταν τελείως μπερδεμένο. Αλλά αυτό βέβαια έδωσε και την κατάσταση της ευκαιρίας στο να υπάρξει αυτή η αυθεντική έκφραση του νέου. Που τα πράγματα δεν τα βλέπει σαν ένα επάγγελμα και σαν ένα σύστημα, το οποίο πρέπει να κάνει τα πράγματα για να συμβούν.
Έχεις άγνοια κινδύνου.
Έχεις άγνοια κινδύνου και οι κίνδυνοι ήταν πολλοί. Οπότε ναι, αυτό θα μπορούσα να πω ότι αυτό ήταν ένα δώρο και σαφέστατα είχε και την τεράστια δυσκολία, διότι έμαθα πάρα πολλά πράγματα από μόνος μου. Όλα αυτά τα πράγματα εννοείται τα πλήρωνες για να τα μάθεις. Δεν εννοώ μονάχα οικονομικά, αλλά και στην κατάσταση της ίδιας της διαδρομής. Αλλά νομίζω ότι έπαιξε μεγάλο ρόλο στο από νωρίς να λέω κάτι δικό μου. Κάτι που για την εποχή που ξεκίνησα δεν ήταν αυτό που υπήρχε γύρω. Κι αυτό βέβαια μου έδωσε και το δώρο το γρήγορα και νωρίς στο χώρο να φανερωθώ.
Ναι, γιατί όση ώρα μιλάς σκέφτομαι ότι ήταν μια εποχή που η ελληνική μόδα ήταν συνδεδεμένη με μια άλλη εικόνα. Νυφικά, παγιέτες, μπουζούκια, εννοώ ότι ήταν πιο πολύ σε αυτό το κομμάτι.
Και πολύ πριν από αυτό. Δηλαδή σκέψου ότι αν βάλεις ότι εγώ ξεκίνησα στις αρχές του ’90, που δεν είμαστε ακόμα στην έξαρση αυτού του lifestyle. Τα πράγματα είναι ακόμα με την ιστορία του ’80, που η ελληνική μόδα ήταν, είχε εννοείται πάρα πολύ σημαντικούς ανθρώπους που έχουν γράψει ιστορία και είναι δώρο για εμάς το ότι τους έχουμε σαν παρελθόν. Ήταν πολύ συνυφασμένη με αυτό που συνέβαινε, στην εποχή. Τότε ήταν ας πούμε το Παρίσι και το Μιλάνο, η Ρώμη θα έλεγα. Ούτε καν το Μιλάνο.
Η υψηλή ραπτική ακόμα ήταν σε μια κατάσταση έξαρσης. Το pret-a-porter υπήρχε, αλλά χωρίς να είναι αυτό που δημιουργούσε τη σκηνή. Ήταν η εποχή που πρωτοεμφανιζόντουσαν στο Παρίσι οι σχεδιαστές όπως ήταν ο Gaultier, ο Montana, ο Mugler, η εμφάνιση των Ιαπώνων που δημιουργούσε μια τελείως καινούργια κατάσταση, αλλά ήταν μια μικρή σκηνή, η οποία στην πραγματικότητα μετέπειτα καθιέρωσε τα πράγματα. Εδώ πέρα ήμασταν σε μια τελείως άλλη ιστορία. Μια περιφερειακή χώρα, στην οποία οι δημιουργοί λειτουργούσαν με τα ατελιέ και με τα στούντιο. Περισσότερο ντύνανε τις γυναίκες που είχαν χρήματα παρά lifestyle. Αυτό ήρθε μετέπειτα. Κι εγώ έκανα κάτι που ήταν αρκετά διαφορετικό, μαζί με κάποιους ακόμα συναδέλφους μου. Θυμάμαι ότι την ίδια περίοδο ήταν η Δάφνη Βαλέντε, η Λένα Νάιτ, ο Παύλος Κυριακίδης.
Η δική σου αίσθηση, τώρα που ανέφερες το Παρίσι, σε εκείνη την εποχή; Όταν βρέθηκες στο Τranoi, πώς συστήθηκες;
Συστήθηκα. Κοίτα, βρέθηκα στο Τranoi μέσα από την κατάσταση του να φύγω από τη βάση δεδομένων που υπήρχε εδώ πέρα, επειδή ήταν πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα και σίγουρα αντιλαμβανόμουν από τότε ότι δεν είναι ακριβώς το έδαφος το δικό μου. Ακόμα και τώρα μπορώ να το πω ότι δημιούργησα σε μια χώρα, η οποία δεν είχε το χώμα για το δικό μου το δέντρο. Και αυτό ήταν η κατάσταση μου. Το να μπορέσω να ανοίξω λίγο την ιστορία, άγνωστος μέσα σε αγνώστους, χωρίς κανένα πρότυπο, χωρίς κάποιον να έχει κάνει το ίδιο πράγμα, οπότε να ακολουθήσω κάποια βήματα ή να συμβουλευτώ.
Αναζητούσαν τότε μια ελληνικότητα; Θέλανε να δούνε τον Έλληνα σχεδιαστή;
Δεν ξέρανε καν τον Έλληνα σχεδιαστή και το τι σημαίνει ελληνική μόδα. Δεν υπήρχαν διαδρομές εκείνη τη στιγμή. Σαφέστατα μπορώ να πω ότι στα επόμενα χρόνια που προκύψανε, πηγαίνοντας από τα μέσα του ’90 προς το 2000, υπήρχαν Έλληνες δημιουργοί, οι οποίοι ήταν με βάση στο εξωτερικό, άρα δεν ήταν ελληνικές επιχειρήσεις, οπότε ήταν πολύ πιο από ξένες σχολές, γιατί οι ξένες σχολές επίσης υποστήριζαν και το εξής ότι προωθούσαν τους καλούς δημιουργούς, άσχετα από ποια χώρα προερχόντουσαν. Γι’ αυτό είδαμε και στην επόμενη εικοσαετία δημιουργούς από όλο τον κόσμο, που απλά κάνανε σχολές πολύ σημαντικές, με πολύ ταλέντο και βρεθήκανε μέσα στις ξένες αγορές. Δεν υπήρχε αυτό το πράγμα δηλαδή στην αρχή έλεγες Αθήνα. Εγώ νόμιζα πια Αθήνα, Ακρόπολη, όλος ο κόσμος την ξέρει. Δεν ξέρανε τίποτα. Αυτό άλλαξε νομίζω από το 2004. Οι Ολυμπιακοί (αγώνες) ήταν, το σημείο το οποίο ο κόσμος μπορούσες να μιλάς για Ελλάδα και να ξέρει το τι είναι η Ελλάδα, το που βρίσκεται και να ξανά αναφέρεται σε αυτήν μέσα από μια οπτική. Διότι αυτό αν το πάμε ότι είχε μια έξαρση, μιλάμε για το ’60. Μετά αυτό το πράγμα χάθηκε. Δηλαδή το ’60 είχαμε μια κατάσταση επειδή είχαμε, υπήρχε μια κουλτούρα, υπήρχε μια γενιά δημιουργών και καλλιτεχνών που φέρανε την Ελλάδα σε μια κατάσταση πρώιμη, η οποία συνεχίστηκε μετά το ’70 με δημιουργούς Έλληνες όπως ο Τσεκλένης και ο Παρθένης. Που κάνανε σε μια δεκαετία ένα μεγάλο μπραφ και μετά όλο αυτό το πράγμα χάθηκε.
Γιατί χάθηκε;
Χάθηκε διότι είμαστε σε μια χώρα που ακόμα δεν έχει βρει τον τόνο της με τους δημιουργούς της. Θεωρώ ότι τους υποτιμάει, ότι δεν τους δίνει σημασία; Έχει αυτό το κόμπλεξ της κατωτερότητας και θεωρεί ότι όταν τα πράγματα γίνονται από άλλους είναι καλύτερα και οι άλλοι μπορούν να μας λένε; Είμαστε μια χώρα η οποία αναγεννήθηκε μέσα από τους άλλους και ακόμα και σήμερα λειτουργεί για τους άλλους. Μέσα από όλα αυτά τα χρόνια είμαι 40 χρόνια και δυστυχώς λέω αυτό το πράγμα που έλεγα και τέσσερις δεκαετίες πριν.
Έχετε καταφέρει όμως τώρα με τους συναδέλφους σου, με τους υπόλοιπους σχεδιαστές, αυτό το δέντρο που λες να γίνει σιγά σιγά ένα φυτώριο, μετά ένα δάσος;
Ναι. Είναι η πρώτη φορά.
Είναι δική μου αίσθηση μόνο που το βλέπω έτσι;
Όχι, νομίζω ότι αυτή εμπειρία της τελευταίας, ας πούμε δεκαπενταετίας που πρωτοξεκίνησε ο προηγούμενος Σύλλογος, έκανε την Εβδομάδα Μόδας. Περάσαμε χρόνο μαζί, ταλαιπωρηθήκαμε να γνωρίσει ο ένας τον άλλον. Στη δεύτερη φάση που βρισκόμαστε, που είμαστε πάρα πολύ πιο, πρώτα από όλα μεταξύ μας, πολύ πιο ασφαλείς και που η διαφορετικότητά μας είναι η διεύρυνσή μας και όχι το μεταξύ μας αντίθεση. Είναι το καλύτερο που έχουμε κάνει. Συνειδητοποιήσαμε το ότι έχουμε μόνο εμείς ο ένας τον άλλον και ενώνοντας τις φωνές μας καταφέρνουμε αυτά τα βήματα σιγά σιγά. Νιώθουμε πολύ πιο ήρεμοι που υπάρχει αυτή η ομάδα.
Θυμάμαι τον Γιάννη Τσεκλένη στις συζητήσεις μας να λέει για τη χρυσή εποχή της ελληνικής μόδας. Τότε, λέει, που μαζί με τον Μεταξά και τον Λαλαούνη μπορούσαν να κατακτήσουν τον κόσμο και είχαν φτιάξει αυτά τα brand names. Και μάλιστα θυμάμαι επίσης να λέει ότι όταν αγόραζαν Τσεκλένη οι Ελληνίδες από το Harrods τον εκτιμούσαν διαφορετικά από ότι να τον αγοράσουν στην Αθήνα. Έχει διαφορά o Ελευθεριάδης της Αθήνας από τον Ελευθεριάδη που αγοράζει κανείς στο Τόκιο;
Σε βλέπουν αλλιώς, όταν σε έχουν αποδεχτεί οι άλλοι. Υπάρχει αυτό το πράγμα, δεν υπάρχει αυτή η άποψη που να σου πει αυτός είναι καλός, μ’ αρέσει γιατί μ’ αρέσει εμένα. Πρέπει να υπάρχει μια απόδειξη. Και η απόδειξη έρχεται πάντα από τους άλλους. Δεν λέω ότι δεν υπάρχει κομμάτι της κοινωνίας που δεν εκτιμάει και δεν έχει αυτό πράγμα, αλλά είναι πάντα πάρα πολύ μικρό. Είναι κάτι το οποίο δηλαδή ζούμε σε μία χώρα 10 εκατομμυρίων. Που απευθύνεται αυτός ο σχεδιαστής; Σε ποιο ποσοστό της; Στο 2%; Στο 3% της; Δεν κάνουμε ρούχα. Κάνουμε κάτι παραπάνω από ρούχα. Εντάξει; Σε όλα τα επίπεδα. Άρα σκέψου τώρα και όλο το ποσοστό το οποίο είναι αυτό που καταλαβαίνει. Και που μπορεί να εκτιμήσει και που μπορεί να βρει την έκφραση του μέσα από εσένα. Χωρίς να περιμένει το τι γίνεται με τον ένα και τι γίνεται με τον άλλο και τι δείξανε στο Παρίσι και το τι δείξανε στο Μιλάνο. Ή επειδή είχες μια επιτυχία στο εξωτερικό. Με όλους τους συναδέλφους αν μιλήσεις που έχουν κάνει αυτή τη διαδρομή, θα σου πουν ναι. Με το που βγήκα στο εξωτερικό ξαφνικά ένιωσα αποδοχή εδώ πέρα. Όχι, γιατί δεν είχε μια πελατεία οι οποίοι τον υποστηρίζανε από πριν, αλλά πώς να συντηρηθείς με 70 και 80 και 100 ανθρώπους; Πού σε αγαπούν περισσότερο στο εξωτερικό; Που δεν το φανταζόσουνα. Και καταλαβαίνουν και εκτιμούν τα ρούχα σου; Η αλήθεια είναι, εντάξει οι αγορές ήταν η ιαπωνική και η ασιατική. Αλλά γενικά, είναι το είδος των ρούχων που από πάντα το κοινό ήταν περισσότερο στο εξωτερικό, είχε, είχε μεγαλύτερη δράση, είχε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων να απευθυνθεί. Ένα, λόγω του ότι έχουν έχουν μεγαλύτερη ελευθερία στον τρόπο που εκφράζονται.
Υπάρχει μια κατάσταση αυτής της δυναμικής, του να επιλέγουν βάση αυτουνού που βλέπουν και όχι απλά με το πώς λέγεται κάτι. Αυτό τώρα το βλέπουμε βέβαια παγκοσμίως παντού, γιατί υπάρχει όλη αυτή η δράση. Αλλά στην πραγματικότητα στις προηγούμενες δεκαετίες οι άνθρωποι που αγαπούσαν τη μόδα, αγαπούσαν τη δημιουργικότητα, αγαπούσαν το διαφορετικό, αγαπούσαν αυτό που μπορούσαν να βρουν και να πούνε “μμμμ”, αυτό είναι κάτι άλλο και μου ταιριάζει, μπορώ να το χρησιμοποιήσω, μπορώ να το βάλω στη ντουλάπα μου. Εδώ πέρα ήταν η κατάσταση ακόμα να πάρω κάτι το οποίο είναι αυτό. Να φορέσω κάτι το οποίο υπάρχει ένα σήμα, δηλαδή να, όχι να εκφραστώ, απλά το να νιώσω ότι γίνομαι κάτι μέσα από αυτό που φοράω. Αυτό έχει μια πολύ, πολύ μεγάλη διαφορά για το τι σημαίνει δημιουργικότητα. Γι’ αυτό και αυτή τη στιγμή, κακά τα ψέματα, βρισκόμαστε σε μια εποχή που ο κόσμος περισσότερο φέρει το brand name παρά τα δημιουργικά ρούχα. Και αυτό το βλέπεις από τα μεγάλα brands. Βλέπεις ρούχα πάρα πολύ εμπορικά. Δε θα δεις τα ρούχα των shows ας πούμε. Γιατί ο κόσμος από τη μία δεν έχει την άποψη για να φορέσει τα πράγματα και τον καλύπτει κάτι που έχει ένα σήμα επάνω και είναι μια χαρά με αυτό. Πληρώνοντας το βέβαια χρυσό.
Αλλά και αυτό κάνει κύκλους. Δηλαδή το είχαμε δει στη δεκαετία του ΄80, μετά ήρθε η ήρεμη πολυτέλεια, μετά ήρθε η ηθική μόδα. Τώρα είμαστε πάλι για μεγάλο χρονικό διάστημα στη γρήγορη μόδα. Εύπεπτη μόδα.
Εύχομαι ότι ξανά θα αλλάξει. Αυτή τη στιγμή η μόδα καταναλώνεται αγρίως για την κατάσταση του κέρδους. Η μόδα δε δουλεύει με τον τρόπο που δούλευε παλιότερα για τη δημιουργικότητα και για την έκφραση. Δηλαδή δίνει αυτό το παραμύθι, αλλά στην πραγματικότητα πουλάει όλο τ’ άλλο. Αυτή τη στιγμή πρώτα απ’ όλα βλέπουμε έναν κόσμο ο οποίος είναι σε μια τεράστια αντίθεση, κοινωνική και οικονομική. Σου λέει εμείς οι ελάχιστοι μπορούμε να έχουμε ότι θέλουμε. Εσείς οι πολλοί θα ψωνίζετε τα σκουπίδια και η μόδα επενδύει πάνω σε αυτό. Γι’ αυτό βλέπεις και τους ανθρώπους να φοράνε πάρα πολύ φθηνά ρούχα, να φοράνε ρούχα τα οποία στην πραγματικότητα, πετιούνται και έρχονται και κάνουν, ενώ θα μπορούσαν να πάρουν ένα πιο αξιόλογο ρούχο, το οποίο να μένει στην ντουλάπα τους και κρατάνε ας πούμε ακριβές τσάντες και αξεσουάρ. Και φοράνε σκουπίδια.
Ή απομιμήσεις.
Ή απομιμήσεις. Δηλαδή για αυτή την ανάγκη το ότι εγώ δεν έχω να πω τίποτα, δεν είμαι τίποτα και πρέπει να υπάρχει κάτι πάνω μου για να υπάρχω κι εγώ. Και όλο αυτό το πράγμα είναι μια κουλτούρα η οποία στην πραγματικότητα διαμορφώνεται από την πολιτική, διαμορφώνεται από το μάρκετινγκ το οποίο υποστηρίζει αυτή την κατάσταση. Και νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια στιγμή που ναι, υπάρχει αντίδραση, υπάρχουνε φωνές, υπάρχει κομμάτι και των δημιουργών αλλά και μικρό κομμάτι της κοινωνίας που αρχίζει και συνειδητοποιεί. Αλλά είμαστε ακόμα έχουμε πολλή διαδρομή για να πούμε ότι θα βγούμε από αυτό το σκουπιδαριό το οποίο υπάρχει γύρω μας, είτε είναι ακριβό είτε είναι πολύ φθηνό, γιατί αυτό πρέπει να το βάλουμε μέσα, το σκουπιδαριό. Υπάρχει σε όλο το φάσμα της κατάστασης και το λέμε σαν άνθρωποι που γνωρίζουμε, βλέπουμε τα πράγματα και ξέρουμε και πόσο κάνει και το τι κάνει και το τι είναι και πού υπάρχει πραγματικότητα και πού υπάρχει κοροϊδία. Είναι το σημείο των καιρών. Ζούμε σε μια εποχή που ένα σύστημα πλέον έχει χτυπήσει στον τοίχο του.
Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν είχες ξεκινήσει μέσα στα social media, μέσα σε αυτό τον κόσμο; Θα ‘θελες να έχεις καταγράψει όλη αυτή τη διαδρομή σε εικόνες με μικρές λεζάντες;
Κοίτα, πρώτα απ’ όλα νιώθω πάρα πολύ τυχερός στο ότι έζησα σε αυτή τη γενιά που ήρθε σε επαφή με τον παλαιότερο κόσμο. Η ίδια η περίοδος που μεγάλωσα μου έδωσε κριτήριο. Μπορώ να δω τα πράγματα τα οποία είναι εξαιρετικά που έχουμε και τα πράγματα τα οποία είναι κακώς κείμενα της εποχής. Και αυτό έχει να κάνει με το ότι έχω αυτή την εμπειρία και δεν είναι απλά κάτι το οποίο το διάβασα. Τα social media, όπως και όλα τα πράγματα τα οποία έχουν να κάνουν με την εξέλιξη του ανθρώπου και όλη αυτή την διαδρομή του σε αυτό που λέμε “η ανθρωπότητα προχωράει”, έχει να κάνει πάντα με τη χρήση της. Τα ωραιότερα πράγματα που έχει προσφέρει η επιστήμη, η δημιουργικότητα, έχουν χρησιμοποιηθεί και καλώς και πάρα πολύ κακώς για τον άνθρωπο. Βλέπουμε πράγματα τα οποία θα ήταν μόνο υπέρ μας και τα έχουν στρέψει τελείως εναντίον μας. Οπότε, ναι, αν μιλούσαμε με την κατάσταση το πόσο θα με ενδιέφερε να υπάρχει η απόλυτη καταγραφή όλης της διαδρομής μου σε σχέση με το αρχειακό υλικό που έχω τώρα στα χέρια μου και θα μπορούσα να έχω από την αρχή της καριέρας μου, μπορεί να είχε και ενδιαφέρον, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι και λίγο μια πιο ματαιόδοξη πλευρά. Και δε μου λείπει αυτό το πράγμα, γιατί 40 χρόνια αν καθίσω και μετρήσω το τι έχω κάνει μόνο σε επίπεδο σχεδίων, σε πράγματα που έχουν βγει, είναι χιλιάδες οι καταστάσεις και τα πράγματα που έχουν δημιουργηθεί. Οπότε η χόρταση, η χόρταση είναι προσωπική, δεν έχει να κάνει με τους άλλους. Όχι, δεν τους ζηλεύω. Πολλές φορές πιστεύω ότι τους ανθρώπους αυτή τη στιγμή αυτό τους εγκλωβίζει. Νομίζω ότι στη γενιά μας ήμασταν πιο ελεύθεροι κι αυτή ήταν και μια γενιά που δημιούργησε μεγαλύτερη αυθεντικότητα και δημιούργησε πρώτα απ’ όλα για να εκφράσει τον εαυτό της, όχι για να ευχαριστήσει τους άλλους. Τώρα οι άνθρωποι κάνουν τα πράγματα για να ευχαριστήσουν τους άλλους.
Είναι πολύ τυχερά όμως και τα παιδιά που έχουν βρεθεί κοντά σου. Αυτό δείχνει μια γενναιοδωρία. Θα μπορούσες να έχεις μια κλειστή, απροσπέλαστη πόρτα, να είσαι μόνο για σένα και να μη θες να μεταδώσεις όλα αυτά που έχεις κατακτήσει. Αυτή η “Σχολή Ελευθεριάδη” τι ακριβώς είναι;
Πρώτα απ’ όλα είμαι πάρα πολύ, τυχερός και εγώ. Γιατί μου έδωσε μια τρομερή εμπειρία. Γνώρισα πάρα πολύ ωραίους ανθρώπους. Εξελίχθηκα κι εγώ ο ίδιος μέσα από αυτό. Συν το ότι παίρνεις και τη χαρά, το ότι αφήνεις κάτι πιο μεγάλο από τη δικιά σου τη δουλειά. Που είναι η επόμενη. Οπότε αυτό ήταν πάρα, πάρα πολύ ωραίο. Κοίτα, νομίζω ότι το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε είναι αυτό που είμαστε, όταν ο άλλος θέλει να βρεθεί δίπλα μας, να το δίνουμε. Είναι κάτι το οποίο είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει κάποιος. Δηλαδή και για μένα θα ήταν πολύ ωραίο να συμβεί αυτό το πράγμα. Και έχω περάσει φανταστικά με όλους αυτούς τους ανθρώπους. Είμαι πάρα πολύ δεμένος μαζί τους και χαίρομαι πάρα πολύ που τους βλέπω να κάνουν πράγματα. Νομίζω ότι το πιο σημαντικό που μπορώ να πω το ότι αισθάνθηκα ότι έκανα είναι ότι μπορούσα να αναγνωρίσω τον καθένα τους ξεχωριστά. Δηλαδή να μην είναι για μένα ο ένας ίδιος με τον άλλον. Και ίσως αυτό είναι που υποστήριξε και πάρα πολύ την κατάσταση του να έχουμε και αυτή τη σχέση και να υπάρχει αυτή η κατάσταση στο να έχουν βγει τόσοι άνθρωποι από τα χέρια μου ως επαγγελματίες. Διότι δεν τους έβλεπα σαν ένα πακέτο δικό μου ή σαν ένα πακέτο όλους μαζί. Αλλά ότι ο καθένας είχε μια διαφορετική προσωπικότητα και έπρεπε να τον προσεγγίζεις με αυτό που ήταν, με τα δικά του χαρακτηριστικά
Και σε αυτή τη Βίβλο της Μόδας αν θελήσουμε να διαλέξουμε ένα ρούχο για να έχει δίπλα το όνομά σου, το brand σου και να είναι ένα πολύ, πολύ δικό σου, με συναίσθημα κομμάτι κάποιας συλλογής, κάπου μέσα στον χρόνο. Μπορεί να είναι πολύ πρόσφατο. Ποιο διαλέγεις;
Είναι ένα ρούχο που, είναι από τη συλλογή του καλοκαιριού του 2002, το οποίο ήταν μια συλλογή που είχα κάνει μια συνεργασία με τον Ηλία Καφούρο, που του είχα δώσει ένα θέμα με ανθρωπάκια και είχε ζωγραφίσει ένα κομμάτι της κολεξιόν και είναι ένα φόρεμα το οποίο είναι πολύ, έχει και deconstruction, έχει και ένα πολύ περίεργο πατρόν, έχει και διάφορες τεχνικές που μπορούμε να πούμε ότι συνδυάζουν όλο αυτό το πράγμα, ξέρω κι εγώ που έχω κάνει, συν την παιδικότητα το οποίο είναι, έχει αυτό το πράγμα με τα ανθρωπάκια τα οποία είναι ζωγραφισμένα και πολυμορφικά και έχει όλη αυτή την κατάσταση ενός κόσμου ο οποίος είναι πολυδιάστατος, την ίδια στιγμή αθώος και παιχνιδιάρικος. Και ναι, θα έλεγα, ας πούμε, αν μου έλεγες φέρε ένα ρούχο για να μπει σε μια έκθεση, να είναι μόνο ένα ρούχο από τη διαδρομή σου, θα διάλεγα αυτό.
Και πώς φαντάζεσαι να κάνουμε αυτή την κουβέντα σε πέντε χρόνια; Γιατί θα θέλεις να μιλάμε;
Κοίτα, εγώ πρώτα απ’ όλα αυτό που θέλω να κάνω είναι να εκπαιδεύσω. Το αντέχεις; Το βρίσκω ότι είναι κάτι το οποίο μπορώ να το κάνω. Να το κάνω πολύ καλά. Η μόδα με τον τρόπο που είναι σε πολύ μικρότερο επίπεδο με αφορά αυτή τη στιγμή, έτσι όπως διαμορφώνεται. Όχι ότι δε θέλω να κάνω ρούχα και δε μου αρέσει η δουλειά μου. Την αγαπώ πολύ και συνεχίζω, την κάνω με πάθος, αλλά βρίσκω ότι εκεί πέρα θα έδειχνα μία, θα έδειχνα πολύ προσοχή, γιατί θεωρώ ότι η μόδα είναι κάτι παραπάνω από το να φτιάχνεις ρούχα. Έχει να κάνει με μια φιλοσοφία. Έχει να κάνει με τον τρόπο τον οποίο ο δημιουργός πρέπει να βρίσκει την ταυτότητα του και έχει να κάνει πάρα πολύ και με κάτι το οποίο βλέπω ότι σιγά σιγά χάνεται, που έχει να κάνει πολύ με το ηθικό στοιχείο. Δηλαδή, η μόδα όχι μόνο ως ηθική στον τρόπο που την κάνεις, αλλά και ως ηθική, στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου μέσα σε αυτήν. Δηλαδή, με ποια παιχνίδια παίζεις και ποια είναι τα πράγματα που χρησιμοποιείς ή όχι για να πραγματικά να έχεις να πεις κάτι.
Και για το τέλος μια συμβουλή που παίζει πολύ τώρα αυτή στα social, στο TikΤok. Μια συμβουλή στον νεότερο εαυτό σου, στον μικρό Γιώργο;
Να δίνω περισσότερη σημασία σε εμένα. Να δίνω περισσότερο χρόνο στον εαυτό μου. Θεωρώ ότι έχω αφιερώσει δημιουργικά και σαν εμπειρία πολλά πράγματα, τα οποία έχω πάρει επίσης πάρα πολλά πράγματα. Εγώ θα έλεγα ότι αυτή την ισορροπία που έχει να κάνει και με το ηλικιακό, το ότι είσαι χορτασμένος, έχεις εκφράσει πράγματα, αυτό που είμαι, αυτό είμαι. Δε θα γίνω κάτι παραπάνω τα επόμενα χρόνια. Δηλαδή, αν έχω κάτι πει, το έχω πει και αν έχω δώσει κάτι είναι αυτό που μπορώ να συνεχίσω να δίνω. Οπότε, ένα είναι το να μοιράζομαι την εμπειρία μου και το άλλο να είμαι όσο πιο καλός γίνεται με τον εαυτό μου.
Υπέροχο! Έχεις πει πάρα πολλά και έχεις καλύψει πολλά κεφάλαια στη Βίβλο της μόδας. Ευχαριστούμε πάρα πολύ!
Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήταν μια τεράστια χαρά και τιμή να είμαι σε αυτό τον κύκλο.