Όταν πήρα συνέντευξη από τον John Galliano: Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο της μόδας
Κουβαλάω εδώ και χρόνια τη συνέντευξη που πήρα από τον John Galliano. Και τώρα που ο δημιουργός που ξαναγράφει την ιστορία της μόδας από το Met Gala μέχρι το Zara επιστρέφει, ανατρέχω στις λέξεις πίσω από τις εικόνες.
Χρόνια πριν το όνομά του επιστρέψει στο επίκεντρο της παγκόσμιας μόδας, πριν το Met Gala τιμήσει τη δημιουργική του διαδρομή και πριν η συνεργασία του με τη Zara προκαλέσει συζητήσεις, είχα συναντήσει τον John Galliano και είχα μια συζήτηση μαζί του για τη μόδα, την έμπνευση, την πρόκληση και τον άνθρωπο πίσω από τον σχεδιαστή. Σήμερα, αυτή η συνέντευξη αποκτά μια διαφορετική ανάγνωση. Γιατί ο Galliano παραμένει μία από τις πιο ιδιαίτερες προσωπικότητες της σύγχρονης μόδας.
Ήταν στην συλλογή της αποφοίτησής του με τίτλο Les Incroyables, όταν το SPY της Vogue ανακάλυψε το 1984 τον incroyable John Galliano. Σχεδόν μία δεκαετία μετά, διασταυρωθήκαμε αρκετές φορές στους δρόμους του Λονδίνου. Όταν εγώ, νεαρή ακόμη φοιτήτρια δημοσιογραφίας στο Λονδίνο, παρακολουθούσα κάθε νέα κίνηση του ανερχόμενου απόφοιτου του Saint Martin’s, γιου υδραυλικού και Ισπανίδας μητέρας, που έμεινε στο Γιβραλτάρ μέχρι τα έξι του χρόνια για να εγκατασταθεί αργότερα με την οικογένειά του στην Αγγλία.

Προτού τον δεχτούν στο Saint Martin’s, σπούδαζε στο City & East London College. Παρατηρούσε. Άνθρωποι, δρόμοι, εικόνες, χαρακτήρες. Όλα γίνονταν υλικό για μια μελλοντική συλλογή.
Από το Λονδίνο στο Παρίσι
Ο δρόμος μέχρι να αποκτήσει τη δική του βιτρίνα στο Browns και να απογειωθεί στη διεθνή μόδα είχε δυσκολίες. Ο ίδιος, εργασιομανής και πεισματάρης, αναζητούσε διαρκώς τρόπους για να συνεχίσει. Ακόμη συνηθίζει να λέει ότι πριν από τα σόου κοιμόταν στο πάτωμα σε σπίτια φίλων.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε το 1994, όταν μετακόμισε στο Παρίσι. Δύο χρόνια μετά εμπνεύστηκε από τη Μαντάμ Μπάτερφλαϊ. Το 1995 έκανε ένα σύντομο πέρασμα από τον Givenchy ως ο πρώτος Βρετανός σχεδιαστής που ανέλαβε γαλλικό οίκο haute couture και από το 1996 απογείωσε τον οίκο Dior και τον οίκο Galliano. Ήταν η εποχή που το όνομά του συνδέθηκε με τη θεατρικότητα, την έρευνα, την υπερβολή και μια νέα αντίληψη για το τι μπορεί να είναι μια επίδειξη μόδας.

«Θέλω ό,τι φέρει την υπογραφή μου να είναι πραγματικά λαχταριστό»
«Θέλω ό,τι φέρει την υπογραφή μου να είναι πραγματικά λαχταριστό. Αυτό που ξέρω να κάνω καλά είναι να αποπλανώ τους πελάτες μου», μου είχε πει.
Με τα ρούχα του, πάντως, κατάφερε να δημιουργήσει μια σχέση σχεδόν προσωπική με όσους τα φορούσαν. Οι συλλογές του λειτουργούσαν σαν προσκλήσεις σε έναν διαφορετικό κόσμο, όπου η μουσική, ο κινηματογράφος, η τέχνη και η ιστορία συναντούσαν τη μόδα. Είναι η στιγμή που θέλεις να ξανακούσεις τον δίσκο της Lauryn Hill, να δεις για ακόμη μία φορά το Mad Max, να επισκεφτείς ένα μουσείο, να ανοίξεις ένα ταξιδιωτικό βιβλίο για την Ελλάδα.
«Δεν νομίζω ότι μπορείς να περιγράψεις εξολοκλήρου μία κολεξιόν μέσα από ένα θέμα. Ανατρέχω με μανία σε δεκάδες πηγές, περνάω μήνες κάνοντας έρευνα και αυτό στο τέλος προκύπτει σαν ένα ολοκληρωμένο έργο με αρχή, μέση και τέλος. Σχεδιάζοντας 13 συλλογές τον χρόνο, η μία σκέψη φέρνει την άλλη».







Πηνελόπη Παπανικολάου