Οι αποφάσεις κάνουν το μυαλό να περιστρέφεται ασταμάτητα ανάμεσα σε επιλογές και πιθανά σενάρια. Με τόσες απαιτήσεις για την προσοχή μας, είναι εύκολο να παγιδευτούμε στην υπερανάλυση, στη δεύτερη σκέψη ή ακόμα και στις ενοχές ότι κάναμε τη «λάθος» επιλογή. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η επιλογή της προόδου αντί της τελειότητας, μέσω της στρατηγικής λήψης αποφάσεων που ονομάζεται satisficing, μπορεί να μειώσει σημαντικά το ψυχικό βάρος και να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε με μεγαλύτερη σιγουριά.

Διαβάστε ακόμη: Κοιμάστε με το κατοικίδιό σας; Η ψυχολογία αποκαλύπτει 7 χαρακτηριστικά σας

Τι είναι το satisficing;

Το Satisficing, από τον συνδυασμό των λέξεων “satisfy” και “suffice”, στην ψυχολογία αναφέρεται στην τάση των ανθρώπων να επιλέγουν λύσεις που είναι αρκετά καλές (satisfactory) αντί να αναζητούν την απόλυτα βέλτιστη (optimal) επιλογή, εξοικονομώντας έτσι χρόνο και πνευματική προσπάθεια σε έναν περίπλοκο κόσμο. Εισήχθη από τον Herbert Simon και αποτελεί μια πρακτική στρατηγική λήψης αποφάσεων που βασίζεται στην αποδοχή μιας αποδεκτής λύσης αντί για την αναζήτηση της τέλειας.

Το satisficing μπορεί να μειώσει το άγχος και την υπερανάλυση. Πρόκειται για μια προσέγγιση που εστιάζει στην επιλογή μιας λύσης που καλύπτει τις ανάγκες σου, αντί να ξοδεύετε υπερβολικό χρόνο και ενέργεια αναζητώντας την τέλεια.

Διαβάστε ακόμη: Η ψυχολογία των χώρων: Πώς επιδρά στην ψυχοσύνθεσή μας

«Όταν εστιάζουμε στο να βρούμε την “καλύτερη” επιλογή, συχνά εμφανίζεται ο φόβος, φόβος μετάνοιας, φόβος αποτυχίας, και αυτό μπορεί να μας παραλύσει», λέει ο ψυχολόγος Πάτροκλος Παπαδάκης. Το satisficing, εξηγεί, θέτει ένα πιο ήπιο ερώτημα: ποια επιλογή λειτουργεί για μένα αυτή τη στιγμή; Αυτή η αλλαγή επιτρέπει στους ανθρώπους να προχωρούν από ένα πιο ήρεμο και καθαρό σημείο, αντί να μένουν εγκλωβισμένοι στην υπερανάλυση.

Γιατί οι αποφάσεις μοιάζουν τόσο δύσκολες;

Οι πολλές επιλογές μπορεί να υπερφορτώσουν το νευρικό σύστημα, οδηγώντας τον εγκέφαλο σε αντίδραση «παγώματος». «Αντί να νιώθουμε ενδυνάμωση, η επιλογή αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνη, σαν κάθε απόφαση να μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία ή απογοήτευση», λέει ο ψυχολόγος.

Για άτομα με ιστορικό τελειομανίας, υπερ-προσφοράς στους άλλους ή τοξικών σχέσεων, οι πολλαπλές επιλογές μπορεί να μοιάζουν με παγίδα. Ο εγκέφαλος τότε μεταβαίνει σε λειτουργία προστασίας, δίνοντας προτεραιότητα στην αποφυγή λάθους αντί στην πρόοδο.

Οι αποφάσεις που συνδέονται με την ταυτότητα ή το πώς μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι είναι ιδιαίτερα φορτισμένες. Αν κάποιος μεγάλωσε ως «ο υπεύθυνος», «ο φροντιστής» ή «ο άριστος», οι επιλογές που επηρεάζουν άλλους βιώνονται ως υψηλού ρίσκου—καύσιμο για συνεχή ανακύκλωση σκέψεων.

Πώς το άγχος δυσκολεύει τα πάντα;

Σε περιόδους έντονου στρες ή εξουθένωσης, το νευρικό σύστημα μπαίνει σε λειτουργία επιβίωσης. Η δημιουργικότητα μειώνεται και το γνωστικό εύρος στενεύει. «Η υπερανάλυση και η αναποφασιστικότητα είναι στην πραγματικότητα προστατευτικές αντιδράσεις», λέει ο ψυχολόγος. «Το σώμα λέει: “αυτό δεν μοιάζει ασφαλές ακόμα”.»

Ο ψυχολόγος προσθέτει ότι το άγχος περιορίζει τη μνήμη εργασίας, κάνοντας δύσκολη τη σύγκριση επιλογών ή την αποδοχή ότι μπορεί να υπάρχουν πολλές καλές λύσεις. Έτσι, αναζητούμε περισσότερες πληροφορίες ή επιβεβαίωση, κάτι που συχνά επιβραδύνει ακόμα περισσότερο τη λήψη αποφάσεων.

Πώς βοηθά το Satisficing;

Η τελειομανία κρατά τον εγκέφαλο σε συνεχή επιτήρηση: αξιολόγηση, σύγκριση, αμφιβολία. Το satisficing μάς ενθαρρύνει να σεβόμαστε τα όριά μας και να σταματάμε όταν επιτευχθεί το «αρκετά καλό».

«Η διαφορά είναι η πρόθεση», λέει ο Πάτροκλος Παπαδάκης. «Στην τελειομανία δεν βάζουμε όρια. Στο satisficing επιλέγουμε τι είναι πραγματικά σημαντικό. Κάποιες φορές χρειαζόμαστε αριστεία. Άλλες φορές, απλώς να τελειώσουμε.» Επιπλέον, το satisficing μειώνει τη μηρυκαστική σκέψη. Όταν μια απόφαση κλείνει συνειδητά, περιορίζεται το “τι θα γινόταν αν…”, αφήνοντας χώρο για ικανοποίηση και ξεκούραση.

Τελειομανία vs. Satisficing: Συναισθηματικές διαφορές

Η τελειομανία υπόσχεται καλύτερα αποτελέσματα, αλλά με μεγάλο συναισθηματικό κόστος. Δημιουργεί συνεχή ένταση και φόβο. Το satisficing, αντίθετα, μειώνει το στρες, αποδεχόμενο τους συμβιβασμούς. Παρόμοια λειτουργεί και η μετάνοια. Οι τελειομανείς συχνά νιώθουν περισσότερη, επειδή τίποτα δεν είναι ποτέ τέλειο. Όσοι εφαρμόζουν satisficing δεν μετανιώνουν για τις αποφάσεις τους επειδή είναι συνειδητές και ευθυγραμμισμένες με τις αξίες τους.

Το satisficing λειτουργεί καλύτερα σε αποφάσεις χαμηλού ρίσκου με πολλές αποδεκτές λύσεις, όπως τι θα φορέσεις, πώς θα απαντήσεις σε ένα email ή ποια μικρή καθημερινή επιλογή θα κάνεις. Η υπερανάλυση σε αυτές τις περιπτώσεις κοστίζει περισσότερο από όσο προσφέρει.

Πώς να αποφύγετε την υπερανάλυση μετά την απόφαση;

Ξεκινήστε από μικρά πράγματα. Ορίστε εκ των προτέρων τι σημαίνει «αρκετά καλό» και σταματήστε την αναζήτηση μόλις το βρείτε. Όταν πάρετε την απόφαση, ονομάστε τη ως ολοκληρωμένη. Αυτό βοηθά να μην την «ξανανοίξετε» νοητικά.

Το satisficing δεν σημαίνει παραίτηση. Σημαίνει προστασία της νοητικής ενέργειας, κάτι που ενισχύει τη συγκέντρωση, τη συναισθηματική ρύθμιση και τη διαύγεια, οδηγώντας τελικά σε καλύτερα αποτελέσματα από το ατέρμονο κυνήγι της τελειότητας.

Photo credit: Istock