Πρόκειται για πέντε κορυφαία διηγήματα για την ανικανότητα των πρωταγωνιστών τους να κατακτήσουν την ελευθερία και να αποδεχτούν την αληθινή ύπαρξη.

Κατάφερνε όσο ελάχιστοι να ισορροπεί θαυμαστά ανάμεσα στην απαράμιλλη στοχαστική του δύναμη και την ιδιοφυή λογοτεχνική του ευχέρεια. Ο λόγος για το γνωστότερο εκπρόσωπο του υπαρξισμού Ζαν Πολ Σαρτρ (1905- 1980) του οποίου το λογοτεχνικό και θεατρικό έργο συναγωνίζεται σε αξία τις -εξαιρετικής σημασίας- φιλοσοφικές πραγματείες του.

Διαβάστε ακόμα:  Sébastien Japrisot: Το βαγόνι των δολοφόνων

Ένα είδος γλυκιάς αηδίας

Και παρ’ όλο που έμελλε να γίνει διάσημος -πάνω απ’ όλα- για τη φιλοσοφία του, την πρώτη του μεγάλη επιτυχία τη γνώρισε μέσα από τη λογοτεχνία. Άλλωστε, αποτελεί αμιγώς δική του πρωτοτυπία ένας φιλόσοφος της δικής του εμβέλειας να κάνει την εμφάνισή του μέσα από ένα σπουδαίο μυθιστόρημα -τη Ναυτία (1938)- ένα ενδιαφέρον πείραμα, όπου ο συγγραφέας του χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία ως μέσον για ένα σκοπό: την έκφραση των φιλοσοφικών του ιδεών.

Η μορφή του έργου είναι απλή στη σύλληψή της: Πρόκειται για τις ημερολογιακές σημειώσεις που κράτησε ο Αντουάν Ροκαντέν, ύστερα από την πρώτη εμπειρία εκείνου που ο Σαρτρ ονόμασε «ναυτία».
Έπειτα από μια σχετικά δραστήρια ζωή, ο Ροκαντέν εγκαθίσταται ολότελα μόνος στη μικρή πόλη Μπουβίλ, στην οποία για τρία χρόνια εργάζεται πάνω σε μια ιστορική μελέτη. Η ζωή του κυλάει μέσα στη ρουτίνα και τη μοναξιά, ώσπου μια μέρα, στην ακροθαλασσιά, δοκιμάζει ένα αίσθημα που τον αναστατώνει: καθώς κρατάει ένα βότσαλο νιώθει ένα είδος «γλυκιάς αηδίας» που περνάει από το βότσαλο στα χέρια του – ένα είδος ναυτίας. Έπονται και άλλες, παρόμοιες εμπειρίες, οι οποίες τον κατακλύζουν και σταδιακά αρχίζει να φοβάται τα αντικείμενα αδυνατώντας να αποφασίσει εάν άλλαξαν εκείνα ή αυτός.

Ο Σαρτρ περιγράφει πώς ο Ροκαντέν βιώνει, με τρόπο ζωντανό που συγχρόνως προκαλεί τρόμο, το συμπτωματικό χαρακτήρα των πραγμάτων ενός κόσμου που δεν υπόκειται σε καμία λογική συνοχή. Και αυτός δεν είναι άλλος, βέβαια, από τον κόσμο το δικό μας που -ωστόσο- δεν είναι καθόλου «δικός μας» και που στερείται ευκρίνειας και σαφήνειας, διαφεύγοντας συστηματικά τα ερμηνευτικά συστήματα και τις έννοιες μέσω των οποίων προσπαθούμε να τον ελέγξουμε.

Αντιμέτωπος με την ουσία της ύπαρξης

Αυτό που ο Σαρτρ αποτυπώνει με ασυνήθιστη επιδεξιότητα είναι το αίσθημα της αποστροφής που αισθάνεται ο άνθρωπος, όταν έρχεται αντιμέτωπος με την ουσία της ύπαρξης. «Ο άνθρωπος γεννιέται χωρίς λόγο, παρατείνει τη ζωή του λόγω αδυναμίας και πεθαίνει τυχαία», καταλήγει ο Σαρτρ στο κορυφαίο φιλοσοφικό του έργο «Το Είναι και το Μηδέν», σκιαγραφώντας την τραγική μοίρα του ανθρώπου που βρίσκεται μόνος και ελάχιστος μέσα σε ένα χαοτικό σύμπαν.

Εάν η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, όπως πρεσβεύει ο υπαρξισμός, τότε το εκάστοτε άτομο που αγωνιά ή που φοβάται πως δεν θα απομείνει ουσία μετά την εξαφάνιση της ύπαρξής του, είναι εκ των πραγμάτων σεβαστό. Πάντως, αυτή δεν είναι η κατάληξη μιας διαδικασίας, αλλά η αφετηρία της επίπονης προσπάθειας να αυτοπροσδιοριστούμε απέναντι στην επίγνωση της ματαιότητας ύπαρξης.

Η μεταπολεμική φιλοσοφική σκέψη χρωστάει πολλά Σαρτρ. Η υπαρξιστική του θέση –συμπλήρωση και επαναξιολόγηση του έργου του Κίρκεγκαρντ– αποκατέστησε τον άνθρωπο σαν υπεύθυνη αξία, που ενεργεί εναντίον της μοίρας. Αυτή, ήταν η αφετηρία της ρήξης του με τον κάθε μορφής ολοκληρωτισμό, που επιδιώκει τη μετατροπή του ανθρώπου σε αγέλη.

Όσο για την κλασική, πια, συλλογή πέντε διηγημάτων του Σαρτρ με τίτλο «Ο τοίχος», γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή από το κοινό και την κριτική της εποχής του -το 1939- προκαλώντας ταυτόχρονα σκάνδαλο στην αστική τάξη, λόγω της προκλητικότητας της γραφής και των θεμάτων που πραγματεύεται. Κοινός παρονομαστής των πέντε πρωταγωνιστών είναι η ανικανότητα να κατακτήσουν την ελευθερία τους, να δραπετεύσουν από τη συμβατική ζωή και να αποδεχτούν την αληθινή ύπαρξη.

Ένα άνοιγμα στο σύγχρονο κόσμο

Τα διηγήματα, που ολοκληρώθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, καλύπτουν μια ευρεία θεματολογία και καταδεικνύουν την εξέλιξη της προβληματικής του συγγραφέα τους: Ο «Ηρόστρατος», η «Οικειότητα» και το «Δωμάτιο», γραμμένα το 1936, απεικονίζουν σκοτεινές αναζητήσεις ατομικών παθολογιών -σχέσεις, σεξουαλικότητα, τρέλα- ενώ το πρώτο και το τελευταίο της συλλογής επιχειρούν ένα άνοιγμα στο σύγχρονο κόσμο και στα μείζονα ζητήματα της δεκαετίας του ’30.

Έτσι, ο «Τοίχος» έχει ως φόντο τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και η «Παιδική ηλικία ενός αρχηγού» (1938), το εκτενέστερο αφήγημα, είναι μια παρωδία μυθιστορήματος μαθητείας πάνω στα παιδικά και εφηβικά χρόνια ενός νέου καλής οικογένειας που προοριζόταν να γίνει αρχηγός και να διατάζει και ο οποίος προσπαθώντας να βρει τον εαυτό του, θα περάσει από την απόπειρα αυτοκτονίας στην ομοφυλοφιλία και από εκεί στο φασισμό. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε εύστοχα χαρακτηρίσει τα διηγήματα αυτά «πέντε μικρές πανωλεθρίες της ύπαρξης, τραγικές και κωμικές».

Όπως και να ‘χει, το σίγουρο είναι ότι επιτυγχάνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: συντηρεί συνεχώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη γύρω από το «τι πρόκειται να συμβεί». Στην ουσία, όμως, αυτό το «τι πρόκειται να συμβεί» δίνει τη θέση του σε ένα άλλο ερώτημα, αυτό της επιλογής: «τι να πράξουμε»; Η απάντηση του Σαρτρ δεν είναι οριστική, δεν θα μπορούσε άλλωστε. Εν τούτοις, με ψυχρή διανοητική διαύγεια και διάχυτη πνιγηρή μελαγχολία, καταφέρνει να καταδείξει ότι το ζητούμενο είναι τόσο η απόλυτη ελευθερία της επιλογής, όσο και η συνακόλουθη στάθμιση των συνεπειών της: Απέναντι στην επίγνωση του πρόσκαιρου και του μάταιου της ύπαρξης, η επιλογή δεν παύει να είναι αμετάκλητα δική μας – όπως ακριβώς και η ευθύνη…

Μετάφραση: Μαρία Πολίτη
Εκδόσεις: Ταξιδευτής
Σελίδες: 207