«Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που γελάει και κλαίει. Διότι είναι το μόνο ζώο που εκπλήσσεται επισημαίνοντας τις διαφορές ανάμεσα στο πώς είναι τα πράγματα και στο πώς θα έπρεπε να είναι», επισημαίνει στο κλασικό, πια, δοκίμιό του «Πνεύμα και χιούμορ» (1818) ο Γουίλιαμ Χάζλιτ. Πάντως, στην έννοια του κωμικού διακρίνονται διαφορετικές εκφάνσεις, όπως η ειρωνεία, το χιούμορ και η σάτιρα. Αυτές οι αποχρώσεις του κωμικού προκαλούνται -κατά κανόνα- από τη διασταύρωση του σοβαρού και του αστείου.

Η ιστορία της σάτιρας

Στην ειρωνεία, το αστείο υποδηλώνεται μέσα από τη σοβαρότητα. Αντιθέτως, στο χιούμορ η σοβαρότητα είναι που κρύβεται πίσω από το αστείο, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται ένας βαθύτερος συμβολισμός. Αλλά στην περίπτωση της σάτιρας υπάρχει η τάση ο σατιριστής να θίγει και να στηλιτεύει το σατιριζόμενο πρόσωπο ή την αντίστοιχη ιδέα, με τη σοβαρότητα να εκφράζεται με όχημα το αστείο. Και, βέβαια, είναι ο Αριστοφάνης που θα δικαίωνε τον Αριστοτέλη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο σατιρικός δεν εξαιρεί κανέναν – ούτε τους φίλους του, ούτε τους εχθρούς. Οι «Αχαρνείς», οι «Νεφέλες», η «Λυσιστράτη» είναι μερικές μόνο από τις κωμωδίες του οι οποίες πέρα από τη δηλητηριώδη σάτιρα κατά των πολιτικών και άλλων, προσφέρουν μια πλήρη εικόνα της πόλης του και της εποχής του.

Διαβάστε ακόμη: 5 κλασικά μυθιστορήματα κατασκοπείας που πρέπει να έχετε στη βιβλιοθήκη σας

Σε κάθε περίπτωση, η σάτιρα είναι το λογοτεχνικό είδος που κατεξοχήν επινόησαν οι Ρωμαίοι – με σημαντικότερους συγγραφείς τον Οράτιο, τον Σενέκα και τον μέγιστο των σατιρικών Γιουβενάλη (55-130 μ.Χ.) ο οποίος προσδιόρισε τα δύο βασικά χαρακτηριστικά του σατιρικού συγγραφέα: την αγανάκτηση και την άποψη για τα πράγματα, για το πώς δηλαδή θα έπρεπε να είναι! Στο μυθιστόρημα, η σάτιρα κάνει σχεδόν από την αρχή την εμφάνισή της, όταν ακόμα αυτό το λογοτεχνικό είδος διαμορφωνόταν.

Το περίφημο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου (1313-1375), αυτή η συλλογή από 100 πεζά αφηγήματα καταφέρνει μία ρωγμή στο σκληρό θρησκευτικό κέλυφος της εποχής και περιγράφει με έντονα σατιρική διάθεση και μια ελευθεριάζουσα γραφή τον καθημερινό άνθρωπο: έξυπνο ή ανόητο, χαρούμενο ή λυπημένο, ευαίσθητο ή άσπλαχνο, θρησκευόμενο ή ηδονιστή, με τα ερωτικά πάθη του και τις γενετήσιες ορμές του.

«Γαργαντούας»

Καθώς ο 15ος αιώνας έφτανε στη δύση του έρχεται στη Γαλλία ένα πεζογραφικό έργο που θα αποτελούσε ορόσημο στην παγκόσμια λογοτεχνία: Είναι ο «Γαργαντούας» του Φρανσουά Ραμπελαί (1494-1553), που εισάγει το γκροτέσκο, μια περιγραφή προσώπων και καταστάσεων με γελοιογραφική μορφή μέσα από μία σάτιρα ανελέητη και υπερβολική η οποία σαρκάζει τα πάντα: την πολιτική, τη φιλοσοφία, τους θεολόγους, τους μοναχούς, τους ιστορικούς, τις νηστείες, τα συχωροχάρτια, τους προτεστάντες, τους καθολικούς, τον Πάπα!

Ώσπου, στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν το μυθιστόρημα σταδιακά εδραιώνεται ως μια σημαντική μορφή λογοτεχνίας, εμφανίζεται «Ο πολυμήχανος ιδαλγός Δον Κιχώτης από τη Μάντσα» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616): Πρωταγωνιστής είναι ένας ξερακιανός γηραιός ιππότης που έχει ξεμυαλιστεί από την ανάγνωση ιπποτικών μυθιστορημάτων – παρωδία των οποίων συνιστούν οι περιπέτειές του. Σάτιρα ευρύτατου φάσματος, μέσα από μία πινακοθήκη χαρακτήρων που αρνούνται να προσαρμοστούν στην αέναη κοινωνική και τεχνολογική αλλαγή. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα που εκτυπώθηκε, το οποίο εκδόθηκε σε δυο μέρη, το 1605 και το 1615 και, ασφαλώς, από τα πλέον δημοφιλή έργα της δυτικής λογοτεχνίας.

Έναν αιώνα μετά τον Ισπανό Θερβάντες, το μυθιστόρημα έγινε η κυρίαρχη επιλογή του αναγνωστικού κοινού στη Βρετανία, με αρκετούς πρωτοπόρους του είδους να υιοθετούν το κωμικό πνεύμα, ενώ υιοθετείται πλέον η άποψη ότι η σάτιρα μπορεί να θεραπεύσει και να αναμορφώσει. Αλλά ο κορυφαίος σατιρικός του 18ου αιώνα είναι αναμφίβολα ένας Ιρλανδός: ο Τζόναθαν Σουίφτ (1667-1745), ένα σχεδόν απίθανο πνεύμα το οποίο παρωδούσε τα πιο δημοφιλή λογοτεχνικά είδη της εποχής του και διακωμωδούσε με τρόπο απόλυτα καυστικό τις πολιτικές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές ιδέες της εποχής του.

«Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ»

Όταν το 1726 εκδίδονται «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα αποκτούσε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του: Σε αυτό ο Σουίφτ σκηνοθετεί μία άγρια μεγαλόπνοη σάτιρα που έρχεται να εξευτελίσει απερίφραστα τον άνθρωπο και να υποδηλώσει -σε όλη της την έκταση- την ασημαντότητά του. Στο έργο αυτό, ο κεντρικός χαρακτήρας Γκιούλιβερ περιπλανιέται σε φανταστικές χώρες, αποφασισμένος να ανακαλύψει τι κρύβεται κάτω από την παραπλανητική επιφάνεια των πραγμάτων. Πίσω, όμως, από το σοβαρό και κατά τα φαινόμενα αντικειμενικό, αθώο και ειλικρινές ύφος του, υπάρχει μία συντριπτική σάτιρα που υπονομεύει συστηματικά τα πρόσωπα, τα πάθη, τις ματαιοδοξίες, τους θεσμούς και γελοιοποιεί ολόκληρο το οικοδόμημα του -κατ επίφασιν- ανθρώπινου πολιτισμού.

Ο Σουίφτ έγραψε ένα ακόμα από τα πλέον πρωτότυπα και τολμηρά σατιρικά κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας: το «Μια ιστορία βαρελιού». Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η αλληγορική ιστορία τριών αδελφών, οι οποίοι συμβολίζουν διαφορετικά χριστιανικά δόγματα. Με αυτή τη σατιρική κατασκευή, ο συγγραφέας σχολιάζει τις θρησκευτικές διαμάχες και τις αλλοιώσεις της αρχικής πίστης μέσα στους αιώνες. Ωστόσο, το έργο δεν περιορίζεται μόνο στη θρησκεία.

Ο ανεξάντλητος Ιρλανδός συγγραφέας επιτίθεται στους συγγραφείς, στους κριτικούς, στους φιλοσόφους και στους «μοντέρνους» διανοουμένους, τους οποίους θεωρεί συχνά επιφανειακούς και αλαζόνες. Η σάτιρά του είναι τόσο έντονη ώστε πολλές φορές αγγίζει τα όρια της πρόκλησης, χωρίς όμως να χάνει ποτέ τη λογοτεχνική της δύναμη.

Πνευματώδες χιούμορ

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του έργου είναι η γλωσσική δεξιοτεχνία του συγγραφέα. Είναι γεγονός ότι η πρόζα του Σουίφτ συνδυάζει ζωντάνια, ειρωνεία και εκπληκτική ευρηματικότητα, δημιουργώντας ένα κείμενο που απαιτεί προσοχή, αλλά σε ανταμείβει με συνεχή πνευματικά παιχνίδια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Harold Bloom χαρακτήρισε το έργο ως την «καλύτερη πρόζα στην αγγλική γλώσσα μετά τον Σαίξπηρ». Πράγματι, ο Σουίφτ κατορθώνει να συνδυάσει τη βαθιά σκέψη με το ξεκαρδιστικό χιούμορ, αποδεικνύοντας τη μοναδική του ιδιοφυΐα.

Κατά τα άλλα, το «Μια ιστορία βαρελιού» παραμένει ένα διαχρονικό έργο, γιατί τα θέματα που θίγει εξακολουθούν να είναι επίκαιρα: Η ανθρώπινη αλαζονεία, η ανάγκη για επίδειξη γνώσεων και η υποκρισία της κοινωνίας δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Ο συγγραφέας των «Ταξιδιών του Γκιούλιβερ», δημιουργεί ένα έργο γεμάτο ειρωνεία, πνευματώδες χιούμορ και αμείλικτη κριτική απέναντι στην κοινωνία και τις ιδέες της εποχής του. Μέσα από μια φαινομενικά χαοτική αφήγηση, ο Σουίφτ καταφέρνει να αποκαλύψει την ανθρώπινη ματαιοδοξία, τη διανοητική υποκρισία και την κατάχρηση της εξουσίας. Και όλα αυτά, μέσα από μια σάτιρα ακραία επιθετική, η οποία ουσιαστικά μας καλεί να αμφισβητήσουμε -μέχρι εσχάτων- κάθε μορφή αυθεντίας. Κάπως έτσι, έπειτα από την ανάγνωση αυτού το έργου, οι συνέπειες μοιάζουν μάλλον αναπόφευκτες: τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο…

Τζόναθαν Σουίφτ
Μια ιστορία βαρελιού
Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις: Loggia
Σελίδες: 242