Στεκόμουν στην άκρη του σαλονιού. Θα’ μουν δε θα ‘μουν δέκα. Μάρτυρας υπεράσπισης και κατηγορίας μαζί στην εκποίηση ενός γάμου και ενός σπιτικού. Του δικού τους γάμου. Του δικού μου σπιτικού. Η μαμά ξεκρεμούσε τις κουρτίνες, τις είχε πληρώσει με το αίμα της στο Παρίσι, δεν θα τις άφηνε σε εκείνον. Ο μπαμπάς ξεκρεμούσε τους πίνακες από τον τοίχο, ο διάσημος Έλληνας ζωγράφος σ’ αυτόν τους είχε δωρίσει, δεν θα τους άφηνε σε εκείνη.

Διαβάστε ακόμη: Γιατί δυσκολεύεστε να προχωρήσετε μετά το διαζύγιο;

Ξεκρέμαστη κι εγώ. Σαν κουρτίνα, σαν πίνακας, το ακριβότερο, το πιο πολύτιμο τρόπαιό τους. «Θα την παίρνω κάθε δεύτερη μέρα. Και Σαββατοκύριακο παρά Σαββατοκύριακο. Και έναν μήνα το καλοκαίρι. Και τις γιορτές μισή-μισή». «Δεν στα είπανε καλά… Το δικαστήριο θα αποφασίσει.» Δεν ξέρω τι αποφάσισε το δικαστήριο. Δε ρώτησα και κυρίως δεν ρωτήθηκα ποτέ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πολλές φορές ένιωθα ότι θα προτιμούσα να ήμουν πίνακας ζωγραφικής ή ολομέταξη κουρτίνα, παρά παιδί. Να έμενα στο ίδιο σημείο, απαλλαγμένη από το βάρος ενός διαρκούς πήγαινε-έλα με καθυστερήσεις, παρατηρήσεις, επικρίσεις και συγκρίσεις. Ελεύθερη από τα δεσμά μιας άτυπης συνεπιμέλειας, βουτηγμένης στο δηλητήριο του ανελέητου ανταγωνισμού τους, που με κρατούσε πάντα στη μέση. Να προσπαθώ να είμαι αρκετή και για τους δύο για να μη νιώσουν ότι έχασαν. Το έπαθλό τους.

Διαβάστε ακόμη: Στη Λόρα…

Μεγάλωσα έτσι. Μοιράζοντας τον χρόνο και τον εαυτό μου σε δύο σπίτια, σε δύο κρεβάτια, σε δύο ντουλάπες, σε δύο προγράμματα, σε δύο κανόνες, σε δύο εκδοχές της ίδιας ζωής και, κυρίως, σε δύο απόψεις, πάντα εκ διαμέτρου αντίθετες.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν έτσι μοιάζει η αγάπη. Διαιρεμένη. Και πέρασαν πολλά πολλά χρόνια μέχρι να συμφιλιωθώ με τη βεβαιότητα ότι δεν μοιάζει έτσι.

Ότι η μαμά και ο μπαμπάς, μου την έμαθαν λάθος. Όχι επειδή έπαψαν να είναι μαζί αλλά επειδή ξεκίνησαν να είναι ο ένας απέναντι στον άλλον. Να με συγχωράτε αλλά η συνεχής, σχεδόν εμμονική διεκδίκηση ενός παιδιού δεν έχει, και δεν θα έπρεπε να έχει, καμία θέση στην πραγματική, ατόφια αγάπη ενός γονιού. Το παιδί δεν είναι εκκρεμές. Δεν είναι χρόνος που μοιράζεται για να βγει δίκαιος ο λογαριασμός, δεν είναι αντικείμενο συνδιαχείρισης, δεν είναι μέσο επιβεβαίωσης, δεν είναι πεδίο ισολογισμού, δεν είναι αριθμός ημερών, δεν είναι ποσό διατροφής, δεν είναι αποσκευή που πηγαινοέρχεται, δεν είναι μισό εδώ και μισό εκεί. Είναι άνθρωπος που χρειάζεται ένα σταθερό σημείο για να σταθεί και δύο σταθερές για να ισορροπήσει. Πώς γίνεται αυτό; Όταν οι μεγάλοι συνειδητοποιήσουν ότι η θέση του είναι πάνω από τον εγωισμό τους, πέρα από τις μικρότητές τους, και ο πιο λάθος άνθρωπος για να πληρώσει το τίμημα της αποτυχίας τους.

Στα χρόνια που πέρασαν, ένα μοντέλο χωρισμένων γονιών ζήλευα σαν τρελή. Εκείνους που δεν μαλλιοτραβιόντουσαν μέσα κι έξω από δικαστήρια, που μιλούσαν μεταξύ τους χωρίς μάρτυρες και δικηγόρους, που δεν έγιναν πρωτοσέλιδα, που πήγαιναν μαζί διακοπές για τα παιδιά, που τα Χριστούγεννα και το Πάσχα χωρούσαν στο ίδιο τραπέζι, που μπορούσαν να συνεννοηθούν για τα δύσκολα χωρίς να μετατρέπουν τα απλά σε εμπόλεμη ζώνη. Που εμφανίζονταν μαζί στις σχολικές γιορτές χωρίς παγωμένα χαμόγελα, που αντάλλασσαν μια κουβέντα χωρίς υπονοούμενα, που δεν έβαζαν το παιδί να διαλέξει, να δικαιολογηθεί, να κουβαλήσει ρόλους που δεν του αναλογούσαν. Που δεν υπολόγιζαν ώρες και διανυκτερεύσεις, που δεν μετρούσαν τον χρόνο σαν απόδειξη αγάπης. Και που κατάφεραν να χωρίσουν χωρίς να χωρίσουν το παιδί τους στα δύο. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μόνο που έχει σημασία. Όχι το τι χάθηκε ανάμεσά τους, αλλά το τι επέλεξαν να προστατεύσουν.

Και κάτι ακόμη προς όλους τους επίδοξους «διεκδικητές»: όσο ένα παιδί δεν καταλαβαίνει από συνεπιμέλειες, ρυθμίσεις, προσφυγές, νομικούς όρους, δικονομικά τερτίπια και δικαστικές αποφάσεις, άλλο τόσο, και από πολύ νωρίς, καταλαβαίνει ποιος πραγματικά το αγαπά, ποιος το σέβεται, ποιος το υπολογίζει. Καταλαβαίνει ποιος το ακούει όταν φοβάται και ποιος το χρησιμοποιεί για να καλύψει τις προσωπικές του ανασφάλειες. Ποιος στέκεται δίπλα του χωρίς όρους και ποιος το τραβά από το χέρι για να κερδίσει μια μάχη που δεν αφορά το ίδιο. Ποιος ενδιαφέρεται για την ευτυχία του και ποιος για την εικόνα του. Ποιος το προστατεύει και ποιος απλώς το επικαλείται. Και αυτή η γνώση δεν είναι προϊόν ωριμότητας· είναι ένστικτο. Μνήμη που δεν ξεχνιέται.

Γι’ αυτό, αγαπητοί διαζευγμένοι γονείς, ακόμη κι αν ο πόθος της διεκδίκησης καταλήξει τυπικά στα χέρια σας, ακόμη κι αν κερδίσετε επιμέλειες και χρόνους, ακόμη κι αν οι αποφάσεις σας δικαιώσουν, ακόμη κι αν τα χαρτιά είναι με το μέρος σας, ακόμη κι αν οι μέρες, οι νύχτες και οι γιορτές σας ανήκουν, ακόμη κι αν όλα δείχνουν πως «κερδίσατε», ο πραγματικός νικητής μπορεί να βρίσκεται αλλού. Στην αντίπερα όχθη…

Creative: Ανδρέας Κωστόπουλος