«Ήταν πάρα πολύ σκληρό για ένα κορίτσι 24 χρονών να μην ξέρει αν θα ξημερώσει η επόμενη μέρα. Είχα δοκιμάσει πάρα πολλές φορές να φύγω, αλλά δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν απειλές. Φοβόμουν για τη ζωή μου, για το παιδί μου, για τους γονείς μου.» Μια εξομολόγηση. Μια σιωπή που έσπασε από το βάρος όσων δεν ειπώθηκαν εγκαίρως. Από την προσποίηση του «όλα καλά» που, με τα χρόνια, βάθαινε τις ρωγμές και άφηνε τις πληγές ανοιχτές. Η «κούκλα» μίλησε για όσα άσχημα πέρασε. Μα αυτό που αποκαλύφθηκε δεν ήταν μόνο τα δικά της άσχημα, αλλά οι δικές μας ασχήμιες. Τις περιφέραμε παντού. Στα πάνελ, στο διαδίκτυο, στα σχόλια. Τις κάναμε θέαμα. Τις κάναμε θέση. Τις κάναμε άποψη. Με άνεση. Με σιγουριά. Με θράσος. Φτηνό κουτσομπολιό, βαφτισμένο «αντίλογο», «γνώμη» και «ηθική».

Διαβάστε ακόμα: Τα κορίτσια του Ντουμπάι 

Ρώτησαν: «Γιατί τώρα;». Λες και τα μπουνίδια, τα κλωτσίδια, τα χαστούκια και κάθε μορφή κακοποίησης έχουν ημερομηνία λήξης. Έχεις μελανιά; Δεν έχεις. Έχεις αμυχές; Ούτε. Κουτσαίνεις; Όχι. Ακούς καλά; Ναι. Ε, το «βαβά» πέρασε. Μόκο, λοιπόν. Αλήθεια τώρα; Όλοι εσείς που αναρωτιέστε, μπορείτε να μας πείτε τι είναι η κακοποίηση; Φρατζόλα ψωμί που μούχλιασε και με τίποτα δεν τρώγεται; Φαγητό που μπαγιάτεψε και το πετάς στα σκουπίδια; Γάλα που ξίνισε και το χύνεις στον νεροχύτη; Κάτι που χαλάει; Κάτι που λήγει; Κάτι που, αν περάσει ο χρόνος, παύει να υπάρχει; Και για να τελειώνουμε μια και καλή με το παντός καιρού «γιατί αποφάσισε να μιλήσει τώρα;», μην ταλαιπωρείτε το μυαλουδάκι σας. Η απάντηση είναι απλή: γιατί τώρα μπορεί. Γιατί τώρα αντέχει. Γιατί τώρα δεν φοβάται. Ή, πιο απλά, γιατί τώρα γουστάρει.

Είπαν: «Αν ο άλλος δεν βρίσκεται πια στη ζωή, δεν δικαιούσαι να μιλάς». Αλήθεια τώρα; Μαζί με τον θάνατο πεθαίνει και ο τρόμος που προκλήθηκε; Σβήνουν οι εφιάλτες που έγιναν βίωμα; Διαγράφεται η μνήμη; Θάβονται οι αναμνήσεις; Καθαρίζουν τα χέρια; Αθωώνεται το παρελθόν; «Πέθανες – κι έγινες κι εσύ: ο καλός, ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης. Κοιμού εν ειρήνη, δε θα ’ρθω την ησυχία σου να ταράξω. […] Κοιμού εν ειρήνη. Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.» Η αλήθεια δεν έχει πένθος. Δεν φοράει μαύρα, δεν σωπαίνει από σεβασμό, δεν υπακούει σε σιωπές. Άβολη η αλήθεια. Γι’ αυτό και αθάνατη.

Αμφισβήτησαν: «Δεν ξέρω αν αληθεύουν αυτά που λέει, δεν ήμουν μπροστά». Αλήθεια τώρα; Πότε πιστεύετε μια γυναίκα που λέει ότι κακοποιήθηκε; Όταν έχει μάρτυρες; Όταν έχει σημάδια; Όταν φέρει μώλωπες; Όταν ακούσετε τις κραυγές της; Όταν μπει με σπασμένα πλευρά στο νοσοκομείο; Ή, για να είμαστε και πιο σίγουροι, όταν φτάσει στην εντατική; Μετά από τόσες γυναικοκτονίες, ακόμα συζητάμε ότι αν δεν ήμασταν παρόντες μπορεί και να μην συνέβη; Από πότε η βία χρειάζεται κοινό για να υπάρξει; Μια γυναίκα που λέει ότι έπεσε θύμα κακοποίησης δεν το κάνει για να πει μια ιστορία. Ούτε για να βγει από την αφάνεια, να αγοράσει πέντε λεπτά δημοσιότητας και να πουλήσει δίσκους, όπως γελοιωδώς αφήσατε να εννοηθεί. Καταθέτει κάτι που την έχει διαλύσει. Εκθέτει αυτό που την έχει σημαδέψει. Μιλά για όσα έχει ήδη πληρώσει. Δεν είναι σενάριο. Δεν είναι ευκαιρία. Είναι βίωμα. Και τα βιώματα δεν επινοούνται για να σας πείσουν. Κατατίθενται για να αφυπνίσουν.

Ξεστόμισαν: «Η σωστή γυναίκα ξέρει να κρατά τις ισορροπίες». Τον κουλαντρίζει τον άντρα της, δεν τον φουντώνει, δεν το τραβάει το σκοινί. Ξέρει πότε να σωπαίνει και πότε να κάνει πίσω. Αλήθεια τώρα; Δηλαδή αν δεν τον «μαζέψει», φταίει; Αν δεν τον «ηρεμήσει», τον προκάλεσε; Από πότε η βία είναι ζήτημα ισορροπίας και από πού κι ως πού η ευθύνη μεταφέρεται σε εκείνη που τη δέχεται; Οι γυναίκες έδωσαν μάχες και αίμα για να μην ακούγονται πια τέτοιες ανοησίες κι εσείς μας τις σερβίρετε για πρωινό. Βούτυρο στο ψωμί του επόμενου θύτη.

Ξεφούρνισαν: «Αν ο άλλος σε έχει μέσα στα λούσα και στη χλίδα, τότε τα υπόλοιπα είναι μέρος του πακέτου». Αλήθεια τώρα; Από πότε το χρήμα γίνεται άλλοθι; Από πότε η άνεση εξαγοράζει τη σιωπή; Από πότε τα ταξίδια, τα δώρα, τα ρούχα και τα σπίτια συμψηφίζουν το ξύλο; Γιατί αυτό λέτε. Ότι αν ο άλλος προσφέρει, οφείλεις να το βουλώνεις. Ότι αν περνάς καλά, δεν δικαιούσαι να μιλάς. Ότι αν σε έχει σαν πριγκίπισσα, δεν έγινε και τίποτα να σου φερθεί σαν σκλάβα σε παζάρι άλλων εποχών. Όχι, κουκλίτσες μου. Δεν κλείνουν έτσι οι λογαριασμοί. Η βία δεν συμψηφίζεται. Δεν εξαγοράζεται. Και δεν γίνεται ποτέ μέρος κανενός «πακέτου».

Και επέμειναν: «Τη λάτρευε πάντως». Αλήθεια τώρα; Δεν ντρέπεστε να λέτε τέτοια πράγματα; Από πότε η λατρεία πονάει; Από πότε η αγάπη τρομοκρατεί; Από πότε το «σ’ αγαπώ» συνοδεύεται από έλεγχο, εμμονή, φοβέρα και απειλές; Κάθε φορά η ίδια καραμέλα περί αγάπης και λατρείας. Από το στόμα κακοποιητών, φονιάδων και παρατρεχάμενων. «Την αγαπούσε». «Την λάτρευε». Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα από αυτήν. Όχι. Η κακοποίηση δεν μπορεί να συνυπάρξει με την αγάπη. Δεν είναι «παραστράτημα» μέσα σε μια κατά τα άλλα «έντονη σχέση». Δεν είναι εκδήλωση ενός έρωτα που ξέφυγε. Δεν είναι «ποτέ ξανά». Είναι απόδειξη ενός αρρωστημένου ψυχισμού. Είναι εξουσία που ξεγυμνώθηκε. Είναι «θα συμβεί πάλι». Είναι η αρχή του κακού. Και το τέλος μιας σχέσης.

Photo credit: Ιnstagram @aggeliki.iliadi