Ο από τύχη ζωντανός 19χρονος εαυτός μου
Υπάρχει μια ηλικία που νομίζεις ότι είσαι άτρωτη. Και υπάρχει μια άλλη που καταλαβαίνεις πως ήσουν απλώς τυχερή. Η τραγωδία της Μυρτώς μας το θύμισε. Μαζί με την αγριότητα του κόσμου.
Ανήκω σε μια γενιά που ζει από τύχη. Και σε μια ηλικία που η τύχη αυτή όσο πάει ξεθωριάζει, όχι τόσο από τα χρόνια που περνούν, όσο από τη συνειδητοποίηση του τυχαίου που με κράτησε ζωντανή. Δεν θυμάμαι πολλά από την εποχή των 19 μου. Επιλεκτική λήθη το λένε. Κομμάτια ολόκληρα έχουν πέσει στον πάτο της και κάποια άλλα τα νιώθω να αιωρούνται κάπου κοντά του, κάθε φορά που φίλοι και γνωστοί αναπολούν το κοινό μας παρελθόν με το «ρε, θυμάσαι τι κάναμε τότε;». Όχι, δεν θυμάμαι. Και δεν θέλω να θυμάμαι. Στον πάτο να πάνε κι αυτά, ώστε τίποτα να μην μπορεί να τα φέρει στην επιφάνεια του νου μου. Μα κάποιες φορές το χθες ξυπνά, άγαρμπα, άτσαλα, απροσδόκητα, μπροστά στην ατυχία κάποιας άλλης, ετών 19. Όπως της Μυρτώς.
Διαβάστε ακόμα: Να μην κρυφτείς απ’ τα παιδιά
Όχι. Στα 19 δεν είχα υαλουρονικό στα χείλη. Αν όμως υπήρχε, μπορεί να είχα. Ούτε φίλτρα έβαζα στις φωτογραφίες. Αν όμως τα είχα, μπορεί και να έβαζα. Ούτε γνωριμίες έκανα μέσω Instagram. Αν όμως έτσι παιζόταν το παιχνίδι, μπορεί να έμπαινα κι εγώ. Και κανείς, μα κανείς, δεν θα μπορούσε να με σταματήσει ή να με συνετίσει από αυτά τα αδιαπραγμάτευτα «θα είχα», «θα έβαζα», «θα έκανα». Γιατί; Επειδή ήμουν αντιδραστική. Ωραιοπαθής. Ανυπάκουη. Τσαμπουκαλού. Και πάνω απ’ όλα 19, ήτοι αθάνατη. Πώς να τιθασεύσεις αυτόν τον πανίσχυρο αριθμό, που όλα τα ξέρει, όλα τα μπορεί και τίποτα και κανέναν δεν φοβάται;
Όχι. Δεν φοβήθηκα ούτε λεπτό όταν, χωρίς δίπλωμα, χωρίς άδεια και χωρίς κουκούτσι μυαλό, πήρα το αυτοκίνητο της μάνας μου, που έλειπε για δουλειά στη Ρώμη. Με συνοδηγό την κολλητή μου αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο. Από την Κηφισιά που έμενε, στη Βουλιαγμένη που θέλαμε. Μια διαδρομή ενδεχόμενου θανάτου, δικού μας ή των άλλων, ντυμένη με μουσική υπόκρουση το «Μούρη μ’ έχεις κάνει καψούρη», τα ασταμάτητα χαχανητά μας και την αίσθηση μιας έκστασης, δέσμιας της παντοδυναμίας των 19.
Όχι. Δεν τρόμαξα ούτε στιγμή όταν, το καλοκαίρι των 19 Μαΐων μου, εκρηκτικό σαν χύτρα έτοιμη να σκάσει από τη μόνιμη επωδό των μεγάλων «τώρα θα κάνεις ό,τι λέω εγώ, μετά τα 18 κάνε ό,τι θες», γυρίζαμε πρωί, μεσημέρι, απόγευμα και βράδυ όλη την Πάρο με οτοστόπ, παρέα με δύο φίλες, με σηκωμένους αντίχειρες, μπικίνι μαγιό και την πεποίθηση ότι τίποτα κακό δεν θα μας συμβεί. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να είχαμε μπει στο αυτοκίνητο κάποιου ανώμαλου, κάποιου τρελού, κάποιου μεθυσμένου. Θα μπορούσαν να μας είχαν βιάσει. Να μας είχαν σκοτώσει. Να μας είχαν πετάξει κάπου που ποτέ δεν θα μας έβρισκε κανείς. Μα τι λέτε τώρα; Ήμασταν 19.
Όχι. Δεν νοιάστηκα ούτε δευτερόλεπτο όταν οι μπουκάλες ουίσκι και τα σφηνάκια «όλα τα άσπρα» έσκαγαν μαζί με μπόμπες στο πρώτο τραπέζι-πίστα ένδοξης μπουζουκλερί της Γλυφάδας. Τι πίναμε, κανείς μας δεν ήξερε. Ούτε και το πώς γυρίζαμε σπίτι, με οδηγό πάντα ντίρλα στο τιμόνι αυτοκινήτου ή μηχανής. «Ο αέρας θα μας ξυπνήσει», λέγαμε. «Μόνο η μάνα μας μη μας καταλάβει. Ίσια το κορμί, ντεμακιγιάζ στην πιλοτή και το μίνι στη μουλωχτή. Φόρα την άλλη φούστα πριν ξεκλειδώσεις την πόρτα. Τη μακριά…» Ήμασταν, πάνω κάτω, 19.
Όχι. Δεν πέρασε ούτε σαν σκέψη απ’ το μυαλό μου το χειρότερο, όταν ένα τσούρμο φοιτητές πήγαμε εκδρομή Παρίσι–Άμστερνταμ και το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να μπούμε απόγευμα σε coffee shop και να βγούμε βράδυ με την καρδιά έτοιμη να σπάσει. Δεν ρωτήσαμε τι μας έδωσαν να φουμάρουμε, ούτε νοιαστήκαμε για παρενέργειες και κινδύνους. Μόνο τους τοίχους νιώσαμε να στενεύουν, τα πόδια μας να τρέχουν προς άγνωστη κατεύθυνση και τον ουρανό να ακουμπάει τα κεφάλια μας. «Δες πόσο ωραίο είναι ν’ αγγίζεις τον ουρανό», φωνάζαμε, μέχρι που σβήσαν τ’ άστρα. Ήμασταν λίγο πάνω από 19.
Ήταν 19 το κορίτσι που πέσατε να φάτε για τις κραιπάλες που δεν κάνατε ποτέ, για τις στραβοτιμονιές που πάντα προνοούσατε, για το στυλ που ήσασταν πολύ comme il faut για να υιοθετήσετε, για το επίπεδο που κρατούσατε ψηλά σαν σημαία της έμφυτης παρθενοσύνης σας. Εσείς ποτέ δεν διανοηθήκατε να χορέψετε στο φτερό κανενός καρχαρία. Εσείς, γεννηθήκατε κυρίες, υπάκουες, μετρημένες, κομμένες και ραμμένες στα μέτρα ενός ώριμου φρούτου. Άλλο φρούτο η Μυρτώ. Πώς να μην το κατασπαράξετε; Κι ας ήταν 19. Κι ας ήμασταν 19. Ξέρω. Αν είχα σκοτωθεί στην παραλιακή, θα το άξιζα. Αν είχε σταματήσει η καρδιά μου στο Άμστερνταμ, θα ήμουν καμένο χαρτί. Αν με είχαν βιάσει στην Πάρο, θα τα ήθελε ο πισινός μου. Οι γονείς μου θα ήταν ανεύθυνοι, οι παρέες μου επικίνδυνες, οι φίλες μου εύκολες.
Σκέφτηκα πολύ αν θα έγραφα αυτό το κείμενο. Γιατί από τότε που έγινα μάνα έτρεμα να ανασύρω από τον πάτο της επιλεκτικής μου λήθης όλες τις τρέλες της νιότης μου. Για να μην μάθουν τα παιδιά. Για να μη με μιμηθούν. Για να μη χάσω το δικαίωμα στα «πρόσεχε» και στα «πού είσαι;». Για να μη μου πουν ποτέ «δες τι έκανες εσύ, θα κάνω ό,τι θέλω κι εγώ». Στο τέλος, όμως, κατέληξα πως ίσως είναι καλύτερο να έχουν ως οδηγό επιβίωσης τις δικές μου βλακείες κι απερισκεψίες, αγκαζέ με την κακία και τη μικροψυχία του κόσμου τους. Ιδίως τώρα που πλησιάζουν τα 19…
Photo credit: Freepik
Σάντυ Τσαντάκη
Εμμανουέλα Μαθιουδάκη