Mαζί και διερμηνέας, οικονομολόγος, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, γραμματέας, ημερολόγιο, καθρέφτης, κοινό. Ο κόσμος μας όλος. Και πώς μεταφράζεται αυτό; Σε απόλυτη διαθεσιμότητα. Σε απόλυτη ανασφάλεια. Σε έναν περίεργο κοινωνικό πανικό όπου όλοι πρέπει να απαντούν αμέσως, να βλέπουν αμέσως, να ανεβάζουν αμέσως, να ξέρουν αμέσως.

Και κανείς δεν λέει τίποτα. Γιατί βάζεις tag χωρίς να με ρωτήσεις; Γιατί ανεβάζεις κοινές μας στιγμές χωρίς να το ξέρω; Γιατί θεωρείς ότι επειδή είμαστε μαζί σε μια φωτογραφία, η φωτογραφία είναι και δική σου και δική μου και, τελικά, όλου του Instagram;

Το κινητό πάνω στο τραπέζι έχει γίνει σχεδόν υποχρεωτικό. Βγαίνουμε για φαγητό και το ακουμπάμε δίπλα στο πιάτο, σαν τρίτο πρόσωπο στο ραντεβού. Τρώμε, μιλάμε, γελάμε και, ανάμεσα σε δύο μπουκιές, κοιτάμε ποιος έστειλε μήνυμα.

Δεν είναι ανάγκη να χτυπήσει. Αρκεί που υπάρχει. Στο σινεμά, το κινητό κλείνει. Ή μπαίνει στο αθόρυβο. Δεν κοιτάμε την οθόνη κάθε δέκα δευτερόλεπτα μέσα στο σκοτάδι. Δεν σηκώνουμε τηλέφωνο για να ψιθυρίσουμε «ναι, πες μου» και να ακολουθήσει η ιστορία της ζωής μας. Το ίδιο στο θέατρο. Στη συναυλία. Σε μια έκθεση. Σε ένα δείπνο. Σε μια συζήτηση.

Και στο αεροπλάνο; Ας κοιτάξουμε, για αλλαγή, έξω από το παράθυρο. Πότε έγινε τόσο δύσκολο να μην είμαστε συνδεδεμένοι;

Αποτοξίνωση; Ωραία λέξη, αλλά μάλλον ανεπαρκής. Δεν χρειάζεται να πετάξουμε το κινητό στη θάλασσα. Μπορούμε απλώς να μην το ελέγχουμε κάθε πέντε λεπτά. Να μην ανοίγουμε emails, WhatsApp, Instagram, TikTok, notifications, messages, ξανά και ξανά, σαν να περιμένουμε κάποιος να μας πει ότι υπάρχουμε.

Και ίσως να δοκιμάσουμε κάτι ακόμη πιο δύσκολο.

Να μη φωτογραφίσουμε.

Να μη στείλουμε.

Να μη δημοσιεύσουμε.

Να μη δείξουμε πού είμαστε.

Να μη μας νοιάξει ποιος είδε.

Μία μέρα χωρίς Wi-Fi. Μία έξοδος χωρίς κινητό πάνω στο τραπέζι. Μία βόλτα χωρίς φωτογραφία. Μία συνάντηση χωρίς να κοιτάξει κανείς την οθόνη.

Και, κυρίως, να θυμηθούμε ότι δεν είναι όλα content. Μην ενοχλείτε. Αναζητήστε το στις Ρυθμίσεις. Έτσι, για αλλαγή.