Κάποτε η μακροζωία είε πιο απλές οδηγίες. Καφές, φασκόμηλο, περπάτημα, μεσημεριανός ύπνος, λίγο κρασί, καλό φαγητό, παρέα. Και, αν όλα πήγαιναν καλά, ένας γάμος. Σήμερα έχουμε εφαρμογές που μετρούν τον ύπνο, δαχτυλίδια που καταγράφουν την αποκατάσταση, πρωτόκολλα νηστείας, συμπληρώματα και ατελείωτες λίστες με όσα πρέπει και δεν πρέπει να κάνουμε για να προσθέσουμε χρόνια στη ζωή μας.

Η Ικαρία είχε ήδη τη δική της εκδοχή της μακροζωίας. Το «The Island Where People Forget to Die» έγινε κάποτε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τίτλους για το νησί και το φαινόμενο της μακροζωίας των κατοίκων του. Με αφορμή μελέτη της Καρδιολογικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Αθηνών, η Ικαρία παρουσιαζόταν σαν ένα φυσικό εργαστήριο για το πώς μπορεί κανείς να μεγαλώνει διαφορετικά. Όχι με ένα τέλειο πρόγραμμα ευεξίας, αλλά με έναν τρόπο ζωής που δεν έμοιαζε καθόλου με πρόγραμμα.

Ο καφές, για παράδειγμα, ήταν μέσα στη μέρα. Ελληνικός κατά προτίμηση, ενώ δίπλα του υπήρχαν αφεψήματα από φασκόμηλο, μαντζουράνα, δίκταμο, τσάι του βουνού, χαμομήλι, τίλιο ή μέντα. Η διατροφή ήταν περισσότερο μποστάνι παρά delivery: ψάρια, φακές και μαυρομάτικα, χόρτα, πατάτες, ντομάτες, σκόρδο, πρασινάδες, ελαιόλαδο και μέλι. Και το ψωμί, όταν γινόταν στο σπίτι, ήταν ζυμωτό και όχι από λευκό αλεύρι.

Το ενδιαφέρον δεν ήταν μόνο τι έτρωγαν, αλλά και πόσο λίγο χρειαζόταν για να αισθανθούν ότι έφαγαν. Λιγότερο κόκκινο κρέας, λιγότερα λιπαρά τυριά, λιγότερο πλήρες γάλα και γιαούρτι. Αλλά ναι, στο γιαούρτι σακούλας με την πέτσα υπήρχε θέση. Λιγότερο επιτραπέζιο αλάτι και ζάχαρη. Νερό για τη δίψα. Και λίγο κρασί, κόκκινο ή λευκό.

Το τηγάνι δεν ήταν ο πρωταγωνιστής. Σχάρα, γάστρα, κατσαρόλα. Τρόποι μαγειρέματος που αφήνουν το φαγητό να παραμείνει φαγητό και όχι αφορμή για άλλη μία ενοχή.

Και μετά ερχόταν το πιο δύσκολο κομμάτι του longevity. Να σηκωθείς από την καρέκλα. Να περπατήσεις. Όχι απαραίτητα σε διάδρομο με ψηφιακή οθόνη, αλλά στον δρόμο, στη γειτονιά, στο μονοπάτι. Να ξεκολλήσεις από τον υπολογιστή, το γραφείο και τον καναπέ. Να κολυμπήσεις, ακόμη και εκτός καλοκαιριού. Να ασχοληθείς με τον κήπο. Να βγεις στον ήλιο. Να ζήσεις κοντά στη φύση επειδή εκεί βρίσκεται το σπίτι σου και όχι επειδή έκλεισες ένα weekend retreat.

Υπήρχε και η κοινωνική πλευρά της ιστορίας, που σήμερα συχνά χάνεται πίσω από τα βιομετρικά δεδομένα. Το φαγητό σήμαινε τραπέζι και συζήτηση. Το γέλιο είχε θέση. Οι άνθρωποι είχαν παρέες. Τα κατοικίδια, η κηπουρική, οι γείτονες, η οικογένεια, οι φίλοι ήταν μέρος της καθημερινότητας. Και υπήρχε ακόμη μια συμβουλή που σήμερα ακούγεται σχεδόν επαναστατική: να κρατάμε απόσταση από τους τοξικούς ανθρώπους.

Ίσως γιατί η μακροζωία δεν είναι μόνο θέμα αρτηριών και μυϊκής μάζας αλλά και θέμα του με ποιους περνάμε τον χρόνο μας.

Και μετά υπάρχει η περίφημη σιέστα. Λίγος ύπνος μετά το μεσημεριανό ή νωρίς το απόγευμα. Στην παλιά καταγραφή για την Ικαρία, η σιέστα και το σεξ εμφανίζονταν ανάμεσα στις απολαύσεις που συνδέονταν με μια μακρά ζωή. Σε έρευνα σε Ικαριώτες ηλικίας 65 έως 100 ετών, μάλιστα, οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι η σεξουαλική τους ζωή παρέμενε τακτική και αποτελεσματική.

Δεν είναι ακριβώς το είδος της πληροφορίας που θα βρούμε εύκολα σε  μια ανάρτηση για την καθημερινή μας ρουτίνα ομορφιάς στο Instagram ή στο TikTok.

Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: ο χρόνος. Στην Ικαρία δεν υπήρχε πάντα η ίδια εμμονή με το ρολόι. Όταν μπορούσαν, οι άνθρωποι ξυπνούσαν αργότερα. Η μέρα δεν ξεκινούσε απαραίτητα από τις επτά το πρωί επειδή το απαιτούσε το πρόγραμμα της δουλειάς τους. Το νησί είχε τη φήμη ότι πριν από τις 11 πολλά πράγματα απλώς δεν συνέβαιναν.

Μπορεί να μην είναι η πιο πρακτική συνταγή για μια σύγχρονη πόλη. Και κάπου εδώ αρχίζει για μένα η πραγματική συζήτηση για την μακροζωία. Δεν θέλω να ζήσω μέχρι τα 150 αν πρέπει να περάσω τα επόμενα 100 χρόνια μετρώντας τα πάντα. Μπορεί να μην θέλω το φαγητό να μεταφράζεται σε αριθμούς, ο ύπνος να παίρνει βαθμολογία, η άσκηση να αποτελεί υποχρέωση και κάθε ποτήρι κρασί μια παρέκκλιση από το «πρωτόκολλο».

Θέλω να μπορώ να περπατάω, να κολυμπάω, να ταξιδεύω, να τρώω ένα καλό γεύμα με ανθρώπους που αγαπώ, να κοιμάμαι το μεσημέρι αν νυστάζω, να ξυπνάω αργά όταν μπορώ, να έχω έναν κήπο ή έστω μια γλάστρα που επιμένω να μεγαλώσω, να γελάω, να ερωτεύομαι και να μη γνωρίζω ακριβώς τι ώρα είναι.

Και ναι, υπάρχει και η τελευταία συμβουλή της παλιάς λίστας: να παντρευτούμε. Οι παντρεμένοι, έλεγε η καταγραφή, ζουν περισσότερο. Για το αν ισχύει πάντα, δεν θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά. Η μία κόρη μου, όταν ήταν μικρή, έλεγε στους «μεγάλους»: «Να παντρεύεστε σωστά.» Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο πρωτόκολλο μακροζωίας από όλα.